Με εντολή του προέδρου της Αρχής για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες διατάχθηκε η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών κορυφαίου και ιδιαίτερα προβεβλημένου συνδικαλιστή, ο οποίος φέρεται να εμπλέκεται σε υπόθεση υπεξαίρεσης κονδυλίων προερχόμενων από το Ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα εν λόγω ποσά είχαν διατεθεί για την υλοποίηση προγραμμάτων εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης.

Το σχετικό πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής έχει ήδη διαβιβαστεί στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, καθώς προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για τη διάπραξη δύο κακουργηματικών πράξεων, ήτοι της υπεξαίρεσης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στην ίδια υπόθεση φέρονται να εμπλέκονται ακόμη έξι φυσικά πρόσωπα, καθώς και έξι εταιρείες, για τις οποίες έχει επίσης διαταχθεί δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών. Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, το μέτρο επεκτάθηκε και σε δύο ακίνητα που ανήκουν σε ελεγχόμενα πρόσωπα.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ο γνωστός συνδικαλιστής, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου τριών κέντρων και ινστιτούτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, φέρεται ότι, με τη συνδρομή και άλλων φυσικών προσώπων, προέβαινε συστηματικά σε υπεξαίρεση χρηματικών ποσών που είχαν αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση εκπαιδευτικών δράσεων.

Τι εξετάστηκε από την Αρχή

Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάστηκε η οικονομική δραστηριότητα τόσο των εμπλεκομένων φυσικών προσώπων όσο και των ελεγχόμενων εταιρειών, ιδίως σε σχέση με τη διαχείριση εθνικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων για την παροχή υπηρεσιών επαγγελματικής κατάρτισης. Αντικείμενο της έρευνας αποτέλεσαν χρηματοδοτήσεις που υπερβαίνουν συνολικά τα 73 εκατομμύρια ευρώ και οι οποίες φέρονται να ελήφθησαν κατά την περίοδο από το 2020 έως και το 2025.

Από την ενδελεχή αξιολόγηση των στοιχείων και την ανάλυση των οικονομικών δεδομένων προκύπτουν, σύμφωνα με το πόρισμα, σοβαρές ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Ειδικότερα, φέρεται ότι το συνδικαλιστικό στέλεχος προέβη σε υπεξαίρεση χρηματικών κεφαλαίων που προέρχονταν από επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Αρχή χαρτογράφησε τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, η οποία περιλάμβανε απευθείας αναθέσεις ή αναθέσεις μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών σε συγκεκριμένες εταιρείες, καθώς και τη χρήση ενδιάμεσων εταιρικών σχημάτων στα οποία διοχετεύονταν συστηματικά κεφάλαια. Οι εταιρείες αυτές εναλλάσσονταν μεταξύ τους ως ανάδοχοι των έργων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι απευθείας αναθέσεις δεν είχαν αναρτηθεί στη «Διαύγεια».

Σε διαγωνιστικές διαδικασίες διαπιστώθηκε ότι οι ίδιες εταιρείες συμμετείχαν εναλλάξ για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, ενώ επιλέγονταν ως ανάδοχοι από επιτροπές στις οποίες προήδρευε ο ίδιος ο συνδικαλιστής. Μάλιστα, διαπιστώθηκε ότι ορισμένες από τις εταιρείες δεν διέθεταν πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα, ούτε την απαιτούμενη υλικοτεχνική υποδομή και προσωπικό, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι λειτουργούσαν ως εταιρείες-οχήματα.

Μέρος των κονδυλίων φέρεται να αναλαμβανόταν σε μετρητά, ενώ διαπιστώθηκαν εκτεταμένες μεταφορές χρηματικών ποσών προς ατομικούς λογαριασμούς συνδεδεμένων φυσικών προσώπων χωρίς νόμιμη αιτιολόγηση, καθώς και επανειλημμένες αναλήψεις μετρητών που υπερβαίνουν το 1,5 εκατομμύριο ευρώ. Κατά την Αρχή, τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν μεθοδευμένη προσπάθεια απόκρυψης της προέλευσης και της τελικής ιδιοποίησης των κεφαλαίων.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων, η υπόθεση έχει πλέον εισέλθει στη φάση της ποινικής διερεύνησης. Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης αναμένεται να κληθούν τα ελεγχόμενα πρόσωπα για παροχή εξηγήσεων.