Την αποχώρηση της Αυστρίας από τη σύμβαση για την αγορά των μαχητικών Eurofighter ζητεί η αντιπολίτευση

Πρώτη καταχώρηση: Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020, 19:52
Την αποχώρηση της Αυστρίας από τη σύμβαση για την αγορά των μαχητικών Eurofighter ζητεί η αντιπολίτευση

Την άμεση αποχώρηση της Αυστρίας από τη σύμβαση αγοράς των μαχητικών αεροσκαφών Eurofighter, έπειτα από την πρόσφατη παραδοχή της κατασκευάστριας εταιρείας Airbus ότι προέβη σε δωροδοκίες, ζήτησε από την αυστριακή κυβέρνηση συνασπισμού του Λαϊκού Κόμματος του καγκελάριου Σεμπάστιαν Κουρτς και των Πρασίνων, το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης, το Σοσιαλδημοκρατικό.

Καλώντας τον καγκελάριο Σεμπάστιαν Κουρτς και την προερχόμενη επίσης από το Λαϊκό Κόμμα, υπουργό Άμυνας Κλαούντια Τάνερ, να ενεργήσουν άμεσα σε αυτή την κατεύθυνση, ο αρμόδιος των Σοσιαλδημοκρατών για θέματα Άμυνας, Ρόμπερτ Λάιμερ, επισήμανε πως με την παραδοχή ενοχής από την Airbus, θα ήταν πλέον εφικτή η καταγγελία της σύμβασης και η αποχώρηση της Αυστρίας από αυτήν. Σύμφωνα με τον ίδιο, η σχετική ρήτρα στη σύμβαση παραπέμπει στους κανόνες συμπεριφοράς που προβλέπουν, τόσο την καταγγελία της, όσο και την απαίτηση καταβολής αποζημίωσης στην περίπτωση δωροδοκίας, στο πλαίσιο της αγοράς.

Η κατασκευάστρια εταιρεία Airbus είχε προχωρήσει στα τέλη Ιανουαρίου, σε συμφωνίες με την γαλλική, την βρετανική και την αμερικανική Δικαιοσύνη, για την καταβολή προστίμων ύψους σχεδόν 3,6 δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς στο πλαίσιο των σχετικών ερευνών παραδέχθηκε ότι είχε προβεί σε δωροδοκίες κατά τις συναλλαγές για τις πωλήσεις των αεροσκαφών της. Στα έγγραφα που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την αμερικανική Δικαιοσύνη, η Airbus παραδέχεται και τις πληρωμές 55,1 εκατομμυρίων ευρώ σε μίζες, κατά την πώληση των αεροσκαφών Eurofighter στην Αυστρία το 2003. Η Δικαιοσύνη των ΗΠΑ είχε ενδιαφερθεί για την υπόθεση της πώλησης στην Αυστρία, καθώς αυτή έπρεπε να έχει δηλωθεί στη βάση των κανονισμών για εξαγωγή εξοπλιστικού υλικού.

Η νυν Αυστριακή υπουργός Άμυνας, είχε θέσει το Σαββατοκύριακο θέμα αποζημιώσεων από την Airbus, χωρίς να κατονομάσει το ύψος τους, ενώ ήδη το 2017, ο τότε Αυστριακός υπουργός Άμυνας, Χανς Πέτερ Ντόσκοτσιλ, είχε καταθέσει μήνυση για απάτη εναντίον της Airbus, απαιτώντας αποζημίωση ύψους 183,4 εκατομμυρίων ευρώ.

Τον Σεπτέμβριο 2017 και σε επίσημη τοποθέτησή της απέναντι στην εισαγγελία Βιέννης, η εταιρεία είχε απορρίψει τις κατηγορίες για απάτη που της είχε προσάψει η Αυστριακή Δημοκρατία, σε σχετική μήνυση που είχε υποβάλει εναντίον της εταιρείας τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς ο υπουργός Άμυνας Ντόσκοτσιλ.

Η παραγγελία - αρχικά 24 Eurofighter - είχε γίνει το 2002 από την τότε κυβέρνηση συνασπισμού του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος του καγκελάριου Βόλφγκανγκ Σιούσελ και του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων του Γεργκ Χάιντερ, και ένα χρόνο αργότερα η παραγγελία μειώθηκε σε 18 αεροσκάφη, με την αξία τους να φθάνει τα δύο δισεκατομμύρια ευρώ. 

Το 2012, ο νέος συνασπισμός Σοσιαλδημοκρατών και Λαϊκού Κόμματος που είχε αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας τον Ιανουάριο του 2007, είχε ζητήσει αναθεώρηση της παραγγελίας υπό το φως των κατηγοριών για δωροδοκίες επί δεξιάς-ακροδεξιάς κυβέρνησης συνασπισμού, ενώ επιτροπή της αυστριακής Βουλής ανέλαβε τότε τη διερεύνηση της υπόθεσης, χωρίς να καταλήξει σε αποτέλεσμα.

Τον Φεβρουάριο του 2017, παράλληλα με την έναρξη του έργου νέας εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, ο Σοσιαλδημοκράτης υπουργός Άμυνας Χανς Πέτερ Ντόσκοτσιλ κατηγόρησε τον ευρωπαϊκό αμυντικό κολοσσό Airbus, κατασκευαστή των Eurofighter, για εσκεμμένη παραπλάνηση και απάτη σε σχέση με την αρχική παραγγελία, καταθέτοντας μήνυση εναντίον του στην Εισαγγελία της Βιέννης.

Η παραπλάνηση και απάτη φέρεται να προξένησε ζημία ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων ευρώ στο αυστριακό κράτος, επειδή τα αεροσκάφη είναι πολύ δαπανηρά στη διάρκεια των επιχειρήσεων, κοστίζοντας στη χώρα ετησίως για την λειτουργία τους, πάνω από 80 εκατομμύρια ευρώ.

Εκτός αυτού, και σύμφωνα με την τότε έρευνα από το αυστριακό υπουργείο Άμυνας, η Airbus και ο συνεργαζόμενος όμιλος εταιρειών, είχαν χρεώσει ένα επιπλέον 10% επί της τιμής της αγοράς για τις λεγόμενες «αντισταθμιστικές συμφωνίες», που περιλαμβάνουν αναθέσεις έργων που γίνονται σε τοπικές επιχειρήσεις και είναι μέρος της αρχικής συμφωνίας, αλλά το κόστος πρέπει να αναφέρεται ξεχωριστά – κάτι που δεν συνέβη με την τότε παραγγελία. 

Με την αλλαγή στην ηγεσία του τότε συγκυβερνώντος, με τους Σοσιαλδημοκράτες, Λαϊκού Κόμματος και την ανάληψη της αρχηγίας του από τον τότε υπουργό Εξωτερικών - και νυν ομοσπονδιακό καγκελάριο - Σεμπάστιαν Κουρτς τον Μάιο 2017, ο τότε πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, πρώην βουλευτής των Πράσινων, Πέτερ Πιλτς, είχε προειδοποιήσει σαφέστατα το Λαϊκό Κόμμα και τον νέο αρχηγό του, να μην επιδιώξουν, να «πνίξουν» την εξεταστική επιτροπή για το «σκάνδαλο των αεροσκαφών Eurofighter, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση θα δημοσιοποιούσε ο ίδιος, προσωπικά, όλα τα έγγραφα.

Ο Πέτερ Πιλτς υπονοούσε προφανώς πως στο σκάνδαλο φερόταν να ενέχεται το Λαϊκό Κόμμα και ο τότε αρχηγός του, ο Βόλφγκανγκ Σιούσελ, καθώς βέβαια και το ίδιο το Κόμμα των Ελευθέρων που συγκυβερνούσε μαζί του.

Ο Πέτερ Πιλτς ισχυριζόταν επιπλέον, ότι είχε στη διάθεση του υπερβολικά πολλά έγγραφα, τα οποία αφορούσαν και άλλες αγορές στρατιωτικού υλικού, ήδη από την εποχή που ο Βόλφγκανγκ Σιούσελ διατελούσε υπουργός Οικονομικών, και όλα αυτά θα τα έθετε στο τραπέζι.

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020, 20:03