Τουλάχιστον τα μισά από τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα σε πλούσιες χώρες θα ζήσουν μέχρι και την ηλικία των 100 ετών, εφόσον συνεχιστεί η τάση για επιμήκυνση του προσδόκιμου ζωής, υποστηρίζουν Δανοί ερευνητές.
Ο μεγάλος αριθμός των υπερηλίκων μπορεί να αποτελέσει σημαντική πρόκληση για το σύστημα υγείας, όμως η έρευνα δείχνει ότι το πρόβλημα μπορεί να περιοριστεί γιατί οι άνθρωποι αυτοί όχι μόνο θα ζουν περισσότερο, αλλά θα είναι πιο υγιείς ακόμη και όταν φτάσουν σε μεγάλη ηλικία.
“Η πολύ μακρά ζωή δεν θα είναι το μακρινό προνόμιο των μελλοντικών γενιών -είναι πιθανόν η μοίρα των περισσότερων ανθρώπων που ζουν σήμερα στις αναπτυγμένες χώρες” υποστηρίζει ο Κόρε Κρίστενσεν του Ερευνητικού Κέντρου Τρίτης Ηλικίας της Δανίας σε μελέτη που δημοσιεύεται σήμερα στην ιατρική επιθεώρηση Lancet.
Οι ερευνητές μελέτησαν την περίπτωση της Γερμανίας και διαπίστωσαν ότι το 2050 ο πληθυσμός της θα είναι μικρότερος σε σχέση με σήμερα, και μάλιστα μεγαλύτερης ηλικίας. Η κατάσταση αυτή είναι τυπική στις πλούσιες χώρες.
Αυτό όμως σημαίνει ότι το εργατικό δυναμικό των πλούσιων χωρών θα πρέπει να σηκώνει ένα ολοένα και μεγαλύτερο φορτίο, συντάξεων και περίθαλψης, για τους ηλικιωμένους.
Πολλές κυβερνήσεις στις αναπτυγμένες χώρες στρέφονται σήμερα προς την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, ώστε να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού.
Ο Κρίστενσεν και οι συνάδελφοί του ανέφεραν ότι τον 20ό αιώνα στις περισσότερες πλούσιες χώρες το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε μέχρι και 30 χρόνια. Ο ρυθμός των θανάτων σε χώρες με μεγάλο προσδόκιμο ζωής, όπως η Ιαπωνία, η Σουηδία και η Ισπανία, υποδηλώνει ότι, ακόμη και αν οι συνθήκες υγείας δεν καλυτερεύσουν, τα τρία τέταρτα των σημερινών μωρών θα ζήσουν για να γιορτάσουν τουλάχιστον τα 75α γενέθλιά τους.
“Αν το προσδόκιμο ζωής συνεχίσει να αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό τα περισσότερα μωρά που γεννήθηκαν σε πλούσιες χώρες μετά το 2000 μπορεί να ζήσουν μέχρι τα 100”, σημειώνεται στην έρευνα.
