Ιδιαίτερα επικίνδυνες για τις γυναίκες που κυοφορούν είναι οι διάφορες μορφές δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς. Η αντιμετώπιση του υποθυρεοειδισμού, του υπερθυρεοειδισμού και της θυρεοειδίτιδας κρίνεται επιβεβλημένη προκειμένου να αποφευχθούν οι δυσάρεστες συνέπειες που μπορούν να προκληθούν από την εμφάνισή τους.
Υποθυρεοειδισμός κατά την εγκυμοσύνη
Η εκδήλωση αυτής της διαταραχής του θυρεοειδούς κρίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη τόσο για το έμβρυο όσο και για την μητέρα καθώς δύναται να προκαλέσει αναιμία, αποκόλληση του πλακούντα ή χαμηλό σωματικό βάρος γέννησης του νεογνού.
Ο υποθυρεοειδισμός, η διάγνωση του οποίου μπορεί να γίνει με εξετάσεις αίματος, μπορεί να κάνει την εμφάνισή του πριν ή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ή πιο συχνά αρκετούς μήνες ύστερα από τον τοκετό. Η συμπτωματολογία της νόσου είναι παρόμοια με τις φυσικές και συναισθηματικές αλλαγές, που παρατηρούνται στην εγκυμοσύνη όπως η αύξηση βάρους, το αίσθημα κούρασης, η εξάντληση, το «πρήξιμο» και η δυσκοιλιότητα. Για την θεραπεία του υποθυρεοειδισμού χορηγείται λεβοθυροξίνη, την οποία μπορεί η γυναίκα να την παίρνει άφοβα σε όλη την εγκυμοσύνη ακόμη και στο θηλασμό.
Υπερθυρεοειδισμός κατά την κύηση
Εξίσου επικίνδυνος για τη μητέρα και το παιδί είναι ο υπερθυρεοειδισμός. Αυτής της μορφής η δυσλειτουργία είναι σπάνια με συνέπειες όμως ιδιαίτερα επικίνδυνες καθώς μπορεί να προκαλέσει αποβολές, καθυστέρηση στην ανάπτυξη του εμβρύου, εμβρυική ταχυκαρδία, πρόωρος τοκετό, υπέρταση, καθώς και θυρεοτοξική κρίση.
Η διάγνωση της νόσου είναι ιδιαιτέρως δύσκολη μιας και το σπινθηρογράφημα αντενδείκνυται στις έγκυες γυναίκες. Έτσι αυτή στηρίζεται στη λήψη ιστορικού, στην κλινική εξέταση και στις αιματολογικές εξετάσεις.
Βασική αιτία εκδήλωσης της είναι η αυτοάνοση νόσος Graves (80-85%) ενώ αν μία γυναίκα είχε τη νόσο πριν την εγκυμοσύνη μπορεί, όταν μείνει έγκυος, ιδιαίτερα στο πρώτο τρίμηνο, να παρουσιάσει έξαρση στη νόσο, ενώ στο τρίτο τρίμηνο μπορεί να υποχωρήσουν τα συμπτώματα και να επανεμφανισθούν πιο έντονα τους τρεις πρώτους μήνες ύστερα από τον τοκετό. Για την αντιμετώπιση της λαμβάνονται τα αντιθυρεοειδικά φάρμακα, μεθιμαζόλη και προπυλθειουρακίλη όμως κατά την εγκυμοσύνης αυτά χορηγούνται σε μικρή δόση. Σε περίπτωση αλλεργίας στα φάρμακα αυτά λύση αλλά ιδιαιτέρως επικίνδυνη είναι η χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδή.
Η θυρεοειδίτιδα
Διαταραχή στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών αντιμετωπίζει μία στις είκοσι γυναίκες κατά τους πρώτους μήνες από τον τοκετό. Τα συμπτώματα τόσο του υπερθυρεοειδισμού όσο και του υποθυρεοειδισμού μπορεί να μην αναγνωρισθούν από τη γυναίκα και μπορεί να αποδοθούν στην αϋπνία, στη νευρικότητα και στην κατάθλιψη της λοχείας.
Η αντιμετώπιση γίνεται με τη λήψη προπανολόλης, ενώ αντιθυρεοειδικά φάρμακα, ραδιενεργό ιώδιο και χειρουργείο δεν προτείνονται. Για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του υποθυρεοειδισμού ίσως χρειαστεί χορήγηση λεβοθυροξίνης για έναν έως έξι μήνες. Μετά τον τοκετό η θυρεοειδίτιδα υποχωρεί από μόνη της σταδιακά μέσα σε έναν έως τέσσερις μήνες.
