Της Ιωάννας Καβανόζη
Πώς γίνεται η ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης να νιώθει ανασφάλεια; Η Γερμανία καταρρέει οικονομικά ή καταρρέει μόνο η αίσθηση ασφάλειας του λαού της; Και ίσως πιο επικίνδυνο, η δεύτερη περίπτωση φαίνεται να ισχύει περισσότερο.
Δεν μιλάμε μόνο για μια παραδοσιακή κρίση, αλλά για κάτι πιο ύπουλο. Η εικόνα μιας Γερμανίας σε ελεύθερη πτώση δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Η χώρα δεν έχει χρεοκοπήσει. Παρ’ όλα αυτά, η ανασφάλεια ανάμεσα στους πολίτες είναι μεγάλη. Το κόστος διαβίωσης έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ το υψηλό κόστος ενέργειας μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία έφερε την απώλεια του φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου.
Παράλληλα, οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν σε μεγάλο αριθμό μεταναστών έχουν δημιουργήσει αισθήματα αδικίας και δυσαρέσκειας σε μέρος του πληθυσμού. Όλα αυτά έχουν αφήσει χώρο στα ακραία κόμματα να ανεβαίνουν στις δημοσκοπήσεις.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πλήττονται όχι μόνο από τη βαριά φορολογία, αλλά και από τη μείωση της ζήτησης λόγω της αύξησης του κόστους ζωής και των τιμών ενέργειας. Τα περιθώρια κέρδους συρρικνώνονται, οι επενδύσεις αναβάλλονται και πολλές επιχειρήσεις αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στα αυξανόμενα λειτουργικά έξοδα. Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: λιγότερες επιχειρήσεις σημαίνει λιγότερες θέσεις εργασίας, χαμηλότερη κατανάλωση και μεγαλύτερη πίεση στα νοικοκυριά, που με τη σειρά τους μειώνουν ακόμα περισσότερο τη ζήτηση, επηρεάζοντας την οικονομική σταθερότητα της χώρας συνολικά. Τα τελευταία στατιστικά δείχνουν ότι περίπου το 65% αυτών κινδυνεύουν με πτώχευση.
Στον βιομηχανικό τομέα, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία αντιμετωπίζει κρίση: πολλά εργοστάσια μειώνουν προσωπικό για να μειώσουν το κόστος, ενώ η Bosch και η Mercedes έχουν ήδη μεταφέρει σημαντικές δραστηριότητες στην Ουγγαρία. Η μείωση του προσωπικού και η μεταφορά εργοστασίων στο εξωτερικό δεν επηρεάζει μόνο τα συγκεκριμένα εργοστάσια, αλλά έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομία. Η μείωση της απασχόλησης μειώνει την εγχώρια κατανάλωση, ενώ η απώλεια παραγωγικών μονάδων οδηγεί σε χαμηλότερα φορολογικά έσοδα και μειωμένη προστιθέμενη αξία για τη χώρα. Παράλληλα, η απομάκρυνση επενδύσεων σε χώρες με φθηνότερο κόστος εργασίας αυξάνει τον κίνδυνο διαρροής τεχνογνωσίας και υπονομεύει τη θέση της Γερμανίας ως ηγέτη στον παγκόσμιο βιομηχανικό ανταγωνισμό. Με άλλα λόγια, οι βραχυπρόθεσμες εξοικονομήσεις κόστους μπορεί να δημιουργούν μακροπρόθεσμα προβλήματα για την οικονομική σταθερότητα και την καινοτομία.
Όπως δήλωσε ο υπουργός εξωτερικών της Ουγγαρίας:
«Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση υποφέρει από τις οικονομικές συνέπειες των πολιτικών των Βρυξελλών, η Ουγγαρία είναι από τους μεγαλύτερους νικητές μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής εποχής.»
Οι εξαγωγές, άλλο ένα ισχυρό «στήριγμα» της γερμανικής οικονομίας, δεν τραβούν πια όπως παλιά. Η Γερμανία έχτισε την ισχύ της πάνω στις εξαγωγές. Όμως όταν η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνει και η Κίνα — ο μεγαλύτερος πελάτης της — αγοράζει λιγότερα γερμανικά προϊόντα (είτε επειδή επιβραδύνει η ίδια είτε επειδή ενισχύει τη δική της παραγωγή), το μοντέλο που λειτούργησε άριστα στο παρελθόν δοκιμάζεται σήμερα.
Αυτό θυμίζει, σε κάποιο βαθμό, την παλιά κρίση της Ελλάδας πριν από περίπου μια δεκαετία. Τότε, η ελληνική οικονομία κατέρρευσε οικονομικά, με μαζικές περικοπές και ανεργία, προκαλώντας δραματικές αλλαγές στη ζωή των πολιτών. Στη Γερμανία, η οικονομία δεν καταρρέει πλήρως, αλλά η ανασφάλεια που κυριαρχεί στα νοικοκυριά έχει παρόμοιες ψυχολογικές συνέπειες, περιορίζοντας τις ανάγκες των πολιτών και σφίγγοντας την καθημερινότητά τους. Όταν οι πολίτες βιώνουν ανασφάλεια για την εργασία και το εισόδημά τους, μειώνεται η κατανάλωση, αυξάνεται η αποταμίευση «ασφαλείας» και περιορίζονται οι επενδύσεις σε αγαθά μακράς διάρκειας, όπως κατοικίες ή οχήματα. Με άλλα λόγια, η ψυχολογία του καταναλωτή και η συμπεριφορά του στην αγορά μεταβάλλεται σημαντικά, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο μειωμένης ζήτησης, που με τη σειρά του εντείνει την οικονομική πίεση τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις.
Η ανάγκη για άμεση ρύθμιση του μεταναστευτικού και για σταθερότητα στο εργασιακό περιβάλλον αφήνει κενά που εκμεταλλεύονται τα ακραία κόμματα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν συνεχόμενη άνοδο, ενώ η κυβέρνηση βλέπει την εμπιστοσύνη της να κλονίζεται και οι συζητήσεις για πρόωρες εκλογές να επιστρέφουν στο πολιτικό προσκήνιο.
Όπως έχει δηλώσει ο Φρίντριχ Μερτς: «Η Γερμανία είναι χώρα της μετανάστευσης, αλλά η πολιτική πρέπει να είναι ξεκάθαρη, δίκαιη και προς όφελος της χώρας — με περισσότερους ελέγχους και προϋποθέσεις για ενσωμάτωση.»
Χωρίς άμεσες λύσεις στο μεταναστευτικό και σταθερότητα στις δουλειές, η Γερμανία δεν κινδυνεύει μόνο οικονομικά — κινδυνεύει η εμπιστοσύνη του λαού και η ίδια η πολιτική της σταθερότητα. Σε αυτή την αβεβαιότητα, κάθε καθυστέρηση μπορεί να γίνει η σπίθα που θα ανάψει νέες εντάσεις και πρόωρες εκλογές.
