Η στρατιωτική αυτονομία της ευρωπαΐκής ένωσης είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία.
Είναι πέρα από αναγκαίο και επιβεβλημένο, η επίτευξη της αυτονομίας της ευρωπαΐκής ένωσης σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο άμυνας και ασφάλειας και πρέπει να γίνει με μεγάλα βήματα. Πρέπει να περάσουμε στην επόμενη φάση της κοινής ασφάλειας και άμυνας. Δεν αρκεί η νομισματική ένωση.
Η δημιουργία ευρωστρατού θεωρείται αναγκαία για την ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της ευρωπαΐκής ένωσης, την προώθηση της ειρήνης και την αντιμετώπιση κρίσεων, όπως η εξάπλωση της ουκρανικής κρίσης. Στόχος είναι η οικοδόμηση μιας κοινής αμυντικής πολιτικής (ΚΕΠΠΑ-ΚΠΑΑ) που θα επιτρέπει στην Ένωση να δρα πιο αυτόνομα και αποτελεσματικά σε θέματα ασφαλείας. Σκοπός είναι η αντιμετώπιση εξωτερικών κινδύνων και γεωπολιτικών προκλήσεων. Θα πρέπει να απαιτήσουμε την δημιουργία Ευρωστρατου στην πράξη για την προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων .
Η παράνομη τουρκική εισβολή στην Κύπρο ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου 1974 (Επιχείρηση «Αττίλας»), πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, με αποτέλεσμα την κατοχή του 37% του νησιού. Η Τουρκία παραβίασε το διεθνές δίκαιο, οδηγώντας σε συνεχιζόμενη στρατιωτική κατοχή, διχοτόμηση και προσφυγιά, παρά τις καταδίκες από τη διεθνή κοινότητα. Το αποτέλεσμα ήταν η Κατάληψη του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκτοπισμός περίπου 200.000 Ελληνοκυπρίων και εγκλωβισμός εκατοντάδων άλλων. Η εισβολή παραμένει παράνομη κατοχή κατά παράβαση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, με την Τουρκία να διατηρεί στρατεύματα στην κατεχόμενη Κύπρο έως σήμερα.
Στις 15 Ιούλη 1974, το καθεστώς των Αθηνών ,με επικεφαλής τον ταξίαρχο Ιωαννίδη, σε αγαστή συνεργασία με την εθνικιστική αντικομουνιστική οργάνωση ΕΟΚΑ Β΄, ανέτρεψε με πραξικόπημα τον πρόεδρο της Κύπρου Μακάριο και διόρισε στη θέση του έναν πρόεδρο με το όνομα Σαμψών. Με την ενέργεια αυτή, που είχε τις “ευλογίες ” του ΝΑΤΟ η κυβέρνηση της Ελλάδας, έστρωνε το χαλί για την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο. Αξιοποιώντας την ευκαιρία που της πρόσφερε η ελλάδα με το πραξικόπημα, η Τουρκία (μαζί με την Ελλάδα και την Αγγλία, ήταν μια από τις 3 εγγυήτριες δυνάμεις της Κύπρου), αντέδρασε δυναμικά.
Τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου 1974, ξεκίνησε στις ακτές της Κερύνειας η τουρκική εισβολή («ΑΤΤΙΛΑΣ 1»), η οποία ολοκληρώθηκε στις 16 Αυγούστου 1974 με την επιχείρηση «ΑΤΤΙΛΑΣ 2». Από τότε η μέχρι σήμερα η Τουρκία κατέχει παράνομα, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, το 37% της Κύπρου και το μεγαλύτερο τμήμα της ακτογραμμής της Μεγαλονήσου. Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ για την Κύπρο, ξεκινώντας από την εισβολή του 1974, καταδικάζουν την παράνομη τουρκική κατοχή, ζητούν την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων και την επιστροφή των προσφύγων, ενώ επαναβεβαιώνουν την κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της ελληνικής Κυπριακής Δημοκρατίας. Σημαντικά ψηφίσματα, όπως το 353 (1974) και το 541/550 (για την αποκήρυξη της «ΤΔΒΚ»), παραμένουν η βάση για λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Το Ψήφισμα του ΟΗΕ 353 (1974): Εγκρίθηκε ομόφωνα, ζητώντας άμεση κατάπαυση του πυρός και αποχώρηση όλων των ξένων στρατιωτικών δυνάμεων από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το Ψήφισμα 360 του ΟΗΕ (1974): Καταγράφει την ανάγκη σεβασμού της κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου. Το Ψήφισμα 541 του ΟΗΕ (1983) και 550 (1984): Καταδικάζουν την ανακήρυξη του ψευδοκράτους ως νομικά άκυρη, καλώντας όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν καμία οντότητα πέραν της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Με το ψήφισμα 2453, 2019: Ο ΟΗΕ επαναβεβαιώνει τη θέση του για εξεύρεση λύσης μέσω διαπραγματεύσεων, με στόχο ένα ομοσπονδιακό κράτος. Η ένταξη της Κύπρου στην ευρωπαΐκή ένωση, την 1η Μαΐου 2004 , αποτέλεσε μια από τις λίγες αλλά σημαδιακές επιτυχίες του Ελληνισμού τις τελευταίες δεκαετίες. Μια επιτυχία που τηρουμένων των αναλογιών υπήρξε και το μεγάλο στρατηγικό ισοδύναμο απέναντι στα τετελεσμένα που έχει επιβάλει η Τουρκία από το 1974 με τη στρατιωτική εισβολή και συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Που πλέον αποτελεί κατοχή τμήματος ευρωπαϊκού εδάφους. Η Κύπρος είναι σήμερα πλήρες κράτος – μέλος της Ενωμένης Ευρώπης, ως ενιαία, εθνικά κυρίαρχη και εδαφικά ακέραιη δημοκρατία, με μία νομική προσωπικότητα. Μια αναντίρρητη διεθνής πραγματικότητα, εχέγγυο ανεξαρτησίας και γεωπολιτικής ασφαλείας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκδίδει τακτικά ψηφίσματα για την Κύπρο, καταδικάζοντας την παράνομη κατοχή του βορρά από την Τουρκία, τις τουρκικές προκλήσεις στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου και τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ζητώντας λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το συντριπτικό ψήφισμα για την «Κράτηση Ευρωπαίων πολιτών στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου», που υπερψηφίστηκε χωρίς ψήφο εναντίον. Ανάμεσα σε άλλα, συμπεριλήφθηκαν δύο αναφορές πολιτικά αξιοσημείωτες:
Το Ευρωκοινοβούλιο:
α) καταδικάζει τις τακτικές εκφοβισμού που ασκεί το κατοχικό καθεστώς με σκοπό τον τερματισμό της διαδικασίας των ποινικών αγωγών από την Κυπριακή Δημοκρατία εναντίον των σφετεριστών κατεχόμενων Ελληνοκυπριακών περιουσιών.
β) Καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του ενδεχομένου επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία. Στο πλαίσιο ψηφίσματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Τουρκική Δημοκρατία, κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να τηρήσει το Διεθνές Δίκαιο, να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία και να τερματίσει αμέσως την κατοχή και να αποσύρει τα στρατεύματά της από το νησί της Κύπρου. Σε ψήφισμα του Ευρωπαΐκού Κοινοβουλίου, που εγκρίθηκε με ψήφους 631 υπέρ, οι ευρωβουλευτές καταδικάζουν τις παράνομες δραστηριότητες της Τουρκίας στα Βαρώσια, στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου και προειδοποιούν ότι το μερικό «άνοιγμά» τους υπονομεύει τις προοπτικές για μια συνολική επίλυση του Κυπριακού, βαθαίνει τη διαίρεση και εδραιώνει τη μόνιμη διχοτόμηση του νησιού. Οι ευρωβουλευτές καλούν την Τουρκία να μεταβιβάσει τα Βαρώσια στους νόμιμους κατοίκους τους υπό την προσωρινή διοίκηση του ΟΗΕ (σύμφωνα με το ψήφισμα 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών) και ζητούν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να διατηρήσει την ενότητά του έναντι των παράνομων ενεργειών της Τουρκίας και να επιβάλει σκληρές κυρώσεις.
Όταν οι παραβιάσεις του Διεθνούς δικαίου παραμένουν χωρίς αντιμετώπιση, διακυβεύεται η ίδια η αξιοπιστία του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ. Η Ελλάδα διαχρονικά απαιτεί σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, του Χάρτη του ΟΗΕ και του Δικαίου της Θάλασσας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει ένας εκνευρισμός στην Τουρκία, ο οποίος οφείλεται ακριβώς στη συνεργασία Ελλάδος, Κύπρου, Ισραήλ. Η συνεργασία Ελλάδος, Κύπρου, Ισραήλ δεν στρέφεται εναντίον κανενός. Η Ελλάδα άλλωστε έχει βάλει στο τραπέζι των συζητήσεων και την ιδέα της πενταμερούς, μεταξύ των γειτονικών κρατών της Ανατολικής Μεσόγειου, με το σκεπτικό ότι παρά τα προβλήματα και τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις των δυνάμει συμμετεχόντων κυρίως στο ζητήματος των θαλάσσιων ζωνών, μπορούμε να πετύχουμε συγκλίσεις προς όφελος της περιφερειακής σταθερότητας και της οικονομίας των κρατών.
Τα μαθήματα από την κρίση των Ιμίων: Κρίση των Ιμίων ονομάζεται συμβατικά η ένοπλη αμφισβήτηση της Ελληνικής θαλάσσιας κυριαρχίας που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 1996 από την Τουρκία , με αφορμή την προσάραξη πλοίου στις βραχονησίδες των Ιμίων. Η κρίση έλαβε τέλος, μετά από παρέμβαση των Ηνωμένων πολιτειών Αμερικής και του ΝΑΤΟ.
Από την κρίση των Ιμίων του 1996, αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε ουσιαστικό σχέδιο ως προς τα εξοπλιστικά, ως προς την εξωτερική πολιτική και τις απαραίτητες συμμαχίες της χώρας μας. Μέχρι την κρίση των Ιμίων του 1996, ο όρος “πατριώτης” ήταν παρεξηγημένος, αλλά στην πραγματικότητα αφορά το εδαφικό στοιχείο, την αγάπη -αφοσίωση στην πατρίδα και όχι την κομματική προέλευση.
Ο πατριωτισμός είναι το αίσθημα αγάπης και αφοσίωσης του ατόμου στην πατρίδα και η συμπόρευση με άλλους πολίτες που έχουν το ίδιο συναίσθημα. Αυτή η σύνδεση αφορά έναν συνδυασμό διαφορετικών παραγόντων, όπως η ομιλούμενη γλώσσα και εθνοτικών, πολιτιστικών,θρησκευτικών πολιτικών ή ιστορικών πτυχών. Τονίζεται το «εδαφικο» στοιχείο. Η αγάπη για την πατρίδα αναπτύσσεται χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης ή περιφρόνησης άλλου έθνους. Μετά την κρίση των Ιμίων, επιτεύχθηκε η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Κύπρος επικύρωσε τη Συνθήκη Προσχώρησης στις 14 Ιουλίου 2003 και μέχρι την ένταξή της συμμετείχε στις εργασίες και στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ενεργός παρατηρητής. Την 1η Μαΐου 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε πλήρες Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με τις άλλες εννέα υποψήφιες χώρες – την Τσεχία, Εσθονία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβακία και Σλοβενία.
Με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 η κυβέρνηση της Δημοκρατίας ανέλαβε την υποχρέωση να ενταχθεί στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση και να υιοθετήσει το ευρώ μόλις πληρωθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Αυτό επιτεύχθηκε την 1η Ιανουαρίου 2008, ημερομηνία κατά την οποία η Κύπρος εντάχθηκε στη ζώνη του ευρώ και υιοθέτησε το ευρώ ως το εθνικό της νόμισμα.
Μεταξύ 1ης Ιουλίου και 31 Δεκεμβρίου 2012 η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για πρώτη φορά στη ιστορία της.
Επιπλέον, εχει πια περάσει στην κουλτούρα των διπλωματών και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, η αντίληψη ότι πρέπει να ζυγίζεται η κάθε κίνηση πριν αποφασιστεί. Εχει, για παράδειγμα, τεράστια σημασία αν σε ένα περιστατικό εμπλέκεται το Λιμενικό ή το Πολεμικό Ναυτικό. Η κουλτούρα της αποφυγής μιας μη σχεδιασμένης κλιμάκωσης έχει φτάσει στο σημείο να τοποθετούνται νεότεροι αξιωματικοί (με τον κωδικό «σηματοπαγίδες») οι οποίοι λειτουργούν σαν φίλτρο για κάθε θερμόαιμο πολιτικό ή αξιωματικό που μπορεί να θελήσει μόνος του να κλιμακώσει την ελληνική αντίδραση σε μια τουρκική κίνηση.
Ενα ακόμα μάθημα είναι η ανάγκη να γνωρίζουν όλοι οι βασικοί παίκτες που θα κληθούν να πάρουν αποφάσεις τι ακριβώς έχουν να αντιμετωπίσουν, τι σημαίνουν κανόνες εμπλοκής, ποιες είναι οι δυνατότητες της χώρας. Σε μια σοβαρή χώρα θα κάθονταν σε ένα τραπέζι και θα έκαναν μια σχετική προσομοίωση σε τακτική βάση. Μην ξεχνάμε πόσο κρίσιμο είναι να μιλούν την ίδια γλώσσα και να μην υπάρχουν προσωπικές ή θεσμικές αντιπαλότητες, οι οποίες να θολώνουν την κρίση και να υπονομεύουν το κλίμα εμπιστοσύνης που απαιτεί η λήψη ιστορικών αποφάσεων. Είδαμε τι συνέβη στα Ιμια όταν εκδηλώθηκε το μεγάλο έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους βασικούς χειριστές και δεν τηρήθηκαν οι βασικοί κανόνες χειρισμού μιας εθνικής κρίσης.
Εχουμε σίγουρα ωριμάσει από τότε. Μπορεί οι θεσμοί μας να συνεχίζουν να είναι αδύναμοι και να μην έχουμε καταφέρει να συστήσουμε το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας που χρειάζεται μια χώρα σαν την Ελλάδα. Μάθαμε όμως πολλά.
Και το κυριότερο, μάθαμε τη σημασία τού να προλαβαίνεις μια κρίση πριν κλιμακωθεί, πριν φτάσει στο σημείο τής μη επιστροφής. Μετά την κρίση των Ιμίων, η Ελλάδα κατέστησε σαφές στην Ευρωπαϊκή Ένωση(με διαχρονική και διακομματική επιμονή) και στους συμμάχους μας, ότι η Τουρκία υποχρεούται στην εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάνης. Ο σεβασμός στη Συνθήκη της Λωζάνης ,αποτελεί τον αποκλειστικό και αδιαπραγμάτευτο θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο μπορεί να οικοδομηθεί η ειλικρινής συνεργασία Ελλάδας – Τουρκίας. Η πιο σημαντική πρόβλεψη της Συνθήκης ήταν η απόφαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών, αλλά και οι ρυθμίσεις για την προστασία της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη και αντίστοιχα της μουσουλμανικής -και όχι τουρκικής- μειονότητας της Δυτικής Θράκης. Με την συνθήκη της Λωζάνης, η Τουρκία εγγυάται την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ελληνικών μειονοτήτων στην Τουρκία. Μετά την κρίση των Ιμίων, απαιτήσαμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το αυτονόητο: τα εθνικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι και ευρωπαϊκά σύνορα.
Η κατάσταση στα σύνορά μας δεν είναι ένα ζήτημα αποκλειστικά της Ελλάδας να διαχειριστεί. Είναι ευθύνη της Ευρώπης στο σύνολό της.
