Τοποθετήθηκε το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο κέντρο της Αθήνας

Τοποθετήθηκε το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο κέντρο της Αθήνας

Επιμέλεια: Σωτήρης Σκουλούδης

Φωτορεπορτάζ: Νίκος Χριστοφάκης

Ο Μέγας Αλέξανδρος μπήκε σήμερα στο βάθρο του και πλέον το άγαλμά του στέκει σε ένα από τα κεντρικότερα σημεία της Αθήνας, στη συμβολή των λεωφόρων Αμαλίας και Βασιλίσσης Ολγας, κοντά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

Το πρωί της Τετάρτης συνεργεία του Δήμου Αθηναίων εργάστηκαν για την τοποθέτηση του αγάλματος που φιλοτέχνησε ο Γιάννης Παππάς στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο.

 

 

 

Το zougla.gr το καλοκαίρι του 2016 είχε πραγματοποιήσει ρεπορτάζ στον εκθεσιακό χώρο του Μουσείου Μπενάκη-Εργαστήριο Γιάννη Παππά στην οδό Ανακρέοντος 38 στου Ζωγράφου και σας παρουσιάζει το άγαλμα.

Ο Γιάννης Παππάς φιλοτεχνούσε το συγκεκριμένο άγαλμα επί 32 χρόνια, όμως τελικά δεν πρόλαβε να δει το όραμά του να παίρνει σάρκα και οστά. Όπως γράφαμε, οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και οι στενόμυαλες αντιδράσεις προκάλεσαν μια απίστευτη πολυετή κωλυσιεργία, με αποτέλεσμα αυτό να παραμένει μουσειακό έκθεμα στο εργαστήριο του αποθανόντος από το 2005 δημιουργού. 

Το zougla.gr βρέθηκε στον χώρο φιλοξενίας του αγάλματος και σας το παρουσιάζει, μαζί με το γύψινο πρωτότυπο που πήρε την τελική του μορφή το μακρινό... 1973.

Δείτε το βίντεο:



Το άγαλμα στον κήπο του εργαστηρίου

Το πρωτότυπο γύψινο:

Το πρωτότυπο γύψινο έργο

Διαβάστε αναλυτικά την ιστορία του:

Ο Γιάννης Παππάς άρχισε να μελετά το θέμα από το 1941 όταν ήταν 28 ετών, μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, πεζή, από τη γραμμή των πρόσω στο Μέτωπο. Η συγκεκριμένη εργασία τού προσέφερε αμοιβή πνευματικής διεξόδου από την ατμόσφαιρα της Κατοχής. Από τότε χρονολογούνται οι πρώτες μελέτες και η απαρχή της έρευνας γύρω απ’ τον έφιππο. Για τον Παππά, «έρευνα» σήμαινε μία μακρόχρονη και συστηματική προσέγγιση του θέματος: για τη μορφή του αλόγου έγιναν σπουδές της τυπολογίας, του σκελετού και του μυϊκού συστήματος, μελέτες από την αρχαιότητα, τον Μεσαίωνα, την Αναγέννηση, τους Animalier, τα σπουδαία έφιππα γλυπτά της Ευρώπης, ζωγραφικά και σχεδιαστικά έργα.







Πραγματοποιήθηκαν επίμονες επισκέψεις σε ιπποφορβεία, σε ιππικούς ομίλους και στον ιππόδρομο. Εξετάστηκαν το μικρό Αττικό άλογο από τα ανάγλυφα και τον Παρθενώνα, το μεγάλο Θεσσαλικό, το μεγάλο πεδινό πόνι της Βορείου Ελλάδος, το Αγγλικό περιπάτου, το ιππικής δεξιοτεχνίας, το κούρσας. Κανένα από τα γνωστά καθαρόαιμα δεν επελέγη, διότι αφενός θεωρήθηκαν ράτσες εξευγενισμένες που δεν ταίριαζαν με τον Βουκεφάλα, αφετέρου πολυδουλεμένες στην Τέχνη. Τελικά χρησιμοποιήθηκε ιδιόρρυθμο άλογο που βρέθηκε στον τότε Ελληνικό Ιππικό Όμιλο Παράδεισου Αμαρουσίου. Είχε αρμόζοντα χαρακτηριστικά και αρμονικό μέγεθος για αναβάτη ύψους 1,67 μ. : ο «Αργεντίνος», ήρεμος και ήμερος, ήταν πολύτιμος συνεργάτης κατά τη διάρκεια των πολύωρων μελετών εκ του φυσικού με αναβάτη.

Για τη μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου αναζητήθηκαν τα αρχαία τεκμήρια, με ταξίδια στα απανταχού μουσεία όπου βρίσκονταν τα γνωστά αρχαία κεφάλια του, κατασκευή καλουπιών των πρωτοτύπων, μελέτες και χυτεύσεις. Η κεφαλή που, κατά τον γλύπτη, θεωρήθηκε πιο κοντά στο πνεύμα του Αλεξάνδρου ήταν η της Περγάμου που αποδίδεται στον Λύσιππο και φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης. Έπειτα από εκατοντάδες σχέδια και πληθώρα γλυπτικών σκίτσων, προσδιορίστηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύνθεσης και προχώρησαν οι έρευνες για τη στολή του αναβάτη.



Ο Παππάς ταξίδεψε, με τον ενδυματολόγο του Εθνικού Θεάτρου Αντώνη Φωκά, στο Μουσείο της Νάπολης, με σκοπό να μελετήσουν το εκεί φυλασσόμενο πρωτότυπο ψηφιδωτό της Μάχης της Ισσού από την οικία του Φαύνου στην Πομπηία. Ο Φωκάς έφτιαξε το ένδυμα στο εργαστήρι του Εθνικού Θεάτρου κι αυτό χρησιμοποιήθηκε στο μοντέλο. Εν τω μεταξύ προκηρύχτηκε ο διαγωνισμός για τον έφιππο ανδριάντα της Θεσσαλονίκης στον οποίο συμμετείχε με δύο υπερμεγέθεις μελέτες, μία της κεφαλής του Βουκεφάλα και μία της κεφαλής του Αλεξάνδρου. Η περί ου ο λόγος κεφαλή του Αλεξάνδρου είναι πλέον τοποθετημένη, από το 2003, στον προαύλιο χώρο της κεντρικής εισόδου της Νέας Βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Αν και δεν κέρδισε τον διαγωνισμό, ξεκίνησε, πάλι αυστηρά για λογαριασμό του, την κατασκευή του τελικού προπλάσματος στον γύψο. Η τελική μορφή της σύνθεσης ήταν πολύ κοντά σε αυτήν της πρώτης μελέτης του ’41 με τον Μέγα Αλέξανδρο νεότατο -σχεδόν έφηβο- χωρίς να κρατά όπλα, οραματιστή κι όχι πολέμαρχο. Βοηθοί και συνεργάτες του στην περιπέτεια ήταν οι μαθητές του και μετέπειτα καθηγητές της ΑΣΚΤ γλύπτες Θόδωρος Βασιλόπουλος και Θόδωρος Παπαγιάννης. Για μοντέλο πόζαρε ο μαθητής του, γλύπτης Κώστας Οικονόμου. Έπειτα από συστηματική εργασία 32 ετών, το έργο ολοκληρώθηκε στον μπρούτζο το 1973 κι έμεινε στην κατοχή του, στο εργαστήριό του.

Τη χύτευση είχε αναλάβει το χυτήριο των Θόδωρου και Ηλία Παπαδόπουλου. Επρόκειτο για τολμηρό εγχείρημα, καθότι ήταν το πρώτο, μεγάλο σε διαστάσεις, γλυπτό που χυτεύθηκε στην Ελλάδα – τα μέχρι τότε μεγάλου μεγέθους έργα φτιάχνονταν σε υλικό αποκλειστικά στο εξωτερικό λόγω έλλειψης τεχνογνωσίας και εξοπλισμού. Το 1992 εξετέθη για πρώτη φορά δημοσίως στην Εθνική Πινακοθήκη κατά τη διάρκεια της αναδρομικής του έκθεσης, την οποία μελέτησε και επιμελήθηκε ο αρχιτέκτων Παντελής Νικολακόπουλος, με βοηθό την επίσης αρχιτέκτονα, σκηνογράφο και μετέπειτα καθηγήτρια της ΑΣΚΤ, Λίλη Πεζανού.




Το 1993 αγοράστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, επί υπουργίας Ντ. Μπακογιάννη, και στη συνέχεια παραχωρήθηκε ως δωρεά στον Δήμο Αθηναίων. Έκτοτε άρχισαν οι ταλαιπωρίες περί της δημόσιας τοποθέτησης του έργου, οι οποίες καταπόνησαν τον Γιάννη Παππά κυριολεκτικά μέχρι και την ημέρα του θανάτου του, την 18η Ιανουαρίου του 2005. Σήμερα, γίνεται μια ύστατη προσπάθεια τοποθέτησης σε συνεργασία με την παρούσα αρχή του δήμου. Έχουν περάσει 43 χρόνια από τότε που ο γλύπτης ολοκλήρωσε το έργο, 23 χρόνια που ανήκει στο κράτος και 14 χρόνια από τον θάνατό του.

Το γλυπτό έχει μήκος 3,8 και ύψος 3,45 μέτρα. Βρίσκεται εκτεθειμένο στον κήπο του εργαστηρίου του στον Δήμο Ζωγράφου. Άπαν το έργο του Γιάννη Παππά που του ανήκε, ο εκθεσιακός χώρος, το εργαστήριο και ο κήπος του έγιναν δωρεά στο Μουσείο Μπενάκη και είναι επισκέψιμα από το κοινό. 



Διαβάστε ακόμα:

 

 

 

 

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019, 01:26