Συγκλόνισαν σήμερα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ο πατέρας, η αδερφή και οι δύο συνάδελφοι του αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη, στη δίκη για την εγκληματική οργάνωση των κατηγορούμενων οπαδών του Ολυμπιακών και τα επεισόδια της βραδιάς που στοίχισε τη ζωή στον άτυχο αστυνομικό.
Ο πατέρας του Γιώργου Λυγγερίδη μίλησε για την πορεία του γιου του μέχρι και την ημέρα που πέθανε, για τα όσα έγιναν το μοιραίο βράδυ, αλλά και για τις ευθύνες όλων όσοι επέτρεψαν να δρουν οργανωμένες ομάδες βίας. Η οικογένειά του, όπως είπε, δεν είχε καμία σχέση με ποινικές διαδικασίες.
Εκείνο το βράδυ, όπως περιέγραψε, τον ενημέρωσαν ότι ο Γιώργος είχε τραυματιστεί στο πόδι και δεν γινόταν λόγος για κάτι πιο σοβαρό. Όμως η διαδρομή προς το νοσοκομείο φανέρωνε ότι κάτι συνέβαινε καθώς υπήρχε επικοινωνία από την πολιτική ηγεσία όπως και παρουσία ψυχολόγου.
Στο Νοσοκομείο Νίκαιας, ενημερώθηκε ότι ο γιος του είχε δεχθεί φωτοβολίδα στον μηρό, τραυματισμό που τελικά αποδείχθηκε θανατηφόρος. Υπογράμμισε ότι ο γιος του ήταν σωματικά ακμαίος και γυμνασμένος, γεγονός που – κατά την άποψή του – καταρρίπτει κάθε αφήγημα περί «τυχαίου» ή «ελαφρού» τραυματισμού.
Ο πατέρας του Γιώργου Λυγγερίδη έκανε λόγο για οργανωμένη επίθεση, για ομάδες με δομή, καθοδήγηση και ιεραρχία.
«Δεν επρόκειτο για μεμονωμένη πράξη, αλλά για δράση με σχέδιο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι δράστες φέρονται να πανηγύριζαν για τον θάνατο αστυνομικού. «Δεν σκότωσαν έναν “μπάτσο”. Σκότωσαν την Δημοκρατία», δήλωσε ενώ αναφερόμενος στους κατηγορούμενους, επισήμανε ότι ουδέποτε εξέφρασαν μεταμέλεια ή ζήτησαν συγγνώμη, ενώ ξεκαθάρισε ότι δεν στοχοποιεί συλλογικά ομάδες ή συλλόγους.
«Ο Ολυμπιακός δεν ήξερε; Δεν έχω τίποτα με τον Ολυμπιακό σαν ομάδα. Αυτός έτυχε να είναι. Ξύπνησα εγώ ένα πρωί και τα έβαλα μαζί τους; Όχι. Αυτοί τα έβαλαν με εμένα. Με ρώτησε κανείς αν ζω; Πανηγύριζαν όταν μπήκαν μέσα στο γήπεδο που σκότωσαν μπάτσο. Τους κλείσανε μέσα στο γήπεδο. Γιατί πανικοβλήθηκαν; Γιατί βγάζει ανακοίνωση ο Ολυμπιακός;», σημείωσε.
Ο πατέρας του αστυνομικού, ζήτησε από το δικαστήριο να αποδώσει ευθύνες χωρίς εκπτώσεις. «Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο την οικογένειά μου. Αφορά το αν το κράτος μπορεί να προστατεύσει τη ζωή και τη δημόσια τάξη»
«Ήθελαν να σκοτώσουν αστυνομικό»
Με λόγια καρδιάς μίλησε και η αδερφή του αδικοχαμένου αστυνομικού στην κατάθεσή της και υπήρχαν στιγμές που ξεσπούσε σε δάκρυα:
«Σηκώθηκα να πάω στο Σχολείο που εργαζόμουν στην Κω και δεν ήξερα τίποτα για το συμβάν. Ήρθε ένας αστυνομικός και μου είπε ότι ο Γιώργος έχει χτυπήσει στο πόδι και να πάω στην Αθήνα. Δεν με ενημέρωσαν για τη σοβαρότητα της κατάστασης. Μου είπαν να μη διαβάσω τι έχει γραφτεί. Έτσι έκανα. Όταν όμως προσγειώθηκε το αεροπλάνο μπήκα και διάβασα «αστυνομικός σε κώμα».
Οι ώρες που ακολούθησαν ήταν δραματικές, περιέγραψε: «Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα… χρειάστηκε να του ακρωτηριάσουν το πόδι. Λέγαμε δεν πειράζει, αν είναι για καλό, ας γίνει. Μήπως ελαφρύνει ο οργανισμός του. Αλλά πόσο να αντέξει; Ήταν το θέμα με τον εγκέφαλο. Κάποια στιγμή μας πήραν να πάμε να τον χαιρετίσουμε. Ήταν ήδη κρύος».
Και αυτή η μάρτυρας έκανε λόγο για οργανωμένο σχέδιο εναντίον των αστυνομικών :
«Και όλο αυτό γιατί; Γιατί; Γιατί κάποιοι άνθρωποι θεωρούν το επάγγελμα του αστυνομικού δεν ξέρω… ότι δεν είναι άνθρωποι οι αστυνομικοί; Έτσι κρίνουμε έναν άνθρωπο; Από το επάγγελμα; Οργανωμένα κινήθηκαν. Δεν βρέθηκε ένας και είπε εγώ θα πάρω βενζίνη. Κάπου υπάρχει κάποιο ταμείο. Δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ήταν κάποια παιδιά που απλά βρέθηκαν εκεί, είδαν ότι κάτι θα γίνει και είπαν άντε πάμε και εμείς. Ξέρανε ότι θα υπάρχει Αστυνομία. Ήθελαν να σκοτώσουν αστυνομικό. Φορούσαν τα κατάλληλα ρούχα. Μαύρα για να μην τους ξεχωρίζουν. Μάσκες full face. Πήγαν στο γήπεδο μόνο Ολυμπιακοί. Δεν υπήρχε άλλη ομάδα να πεις ότι ξεκίνησε ένταση μεταξύ οπαδών. Δεν υπήρχε τίποτα, απλά σηκώθηκαν, βγήκαν από το γήπεδο, είπαν πού είναι η διμοιρία και πήγαν. Και έτσι έκαναν, πήγαν εκεί οργανωμένα.».
Η μάρτυρας αναφέρθηκε, στον τότε αστυνομικό Διευθυντή του Πειραιά, επαναλαμβάνοντας πως «μάθαμε μετά ότι ο συγκεκριμένος έβγαλε άτομα. Έχουν ειπωθεί κάποια άτομα που έχει βγάλει στο προηγούμενο δικαστήριο, ο Αντιζάς και ο Χανδρινός». Αυτή η τοποθέτηση της προκάλεσε την ερώτηση του Εισαγγελέα της έδρας που ζήτησε από την μάρτυρα να επαναλάβει. «Ναι, τους έβγαλε ο τότε αστυνομικός Διευθυντής Πειραιά, όπως είπε ο (…) ο διμοιρίτης της ομάδας».
Η αδερφή του Γιώργου Λυγγερίδη αναρωτήθηκε, με ποιο τρόπο κινούνταν όλα αυτά τα πρόσωπα ελεύθερα στα γήπεδα, καταλήγοντας πως «στις θύρες και στις αποθήκες έμπαιναν ελεύθερα και κανένας δεν ήξερε τίποτα; Δεν ήξεραν τι γίνεται μέσα στο Καραϊσκάκη; Ο αδελφός μου έφυγε σε ένα πεζοδρόμιο χτυπημένος να καίγεται και να αιμορραγεί. Γιατί ο αδελφός μου έφυγε στο πεζοδρόμιο σε μια χώρα που έχουμε ειρήνη. Ειρήνη δεν έχουμε;».
«Ήρθαν συντεταγμένα μαζικά»
Αποκαλυπτική ήταν και η κατάθεση του αστυνομικού της διμοιρίας που βρίσκονταν δίπλα στον Γιώργο Λυγγερίδη:
«Πήγαμε στο σημείο γύρω στις 18.30. Αναμέναμε έναρξη του αγώνα μέσα στο όχημα. Λίγο πριν την έναρξη ενημερωθήκαμε ότι εξέρχονται 200 άτομα από το γήπεδο με μολότοφ και μάσκες. Έφτασαν σε πολύ κοντινό σημείο από εμάς. Έριχναν πέτρες, φωτοβολίδες. Ήρθαν μαζικά συντεταγμένα. Από μπροστά και παραπλεύρως. Ήταν συσπειρωμένοι κι όχι τσούρμο. Αφού απωθήσαμε τα άτομα επανήλθαν απειλητικά προς το μέρος μας, ήρθαν πιο κοντά κι έριξαν περισσότερες φωτοβολίδες, περισσότερες πέτρες. Τότε χτυπήθηκε ο συνάδελφός μου άγρια, ο Λυγγερίδης. Αυτοί πανηγύριζαν. Ο Γιώργος γύρισε σε εμάς και μας ζήτησε αν μπορούμε να βγάλουμε τη φωτοβολίδα. Ένα κομμάτι βγήκε. Τα άτομα ήθελαν να χτυπήσουν τον Γιώργο κι εμάς, και έριχναν μολότοφ που μια χτυπάει το δεξί πόδι Γιώργου. Άρχισαν να χαίρονται με τον τραυματισμό του συναδέλφου που καιγόταν και φώναζε να του αφαιρέσουμε τη φωτοβολίδα. Τα άτομα πανηγύριζαν, ήθελαν να αποτελειώσουν τον Γιώργο και να χτυπήσουν κ άλλο από εμάς. Χαίρονταν. Πετούσαν μολότοφ, όλοι καήκαμε στα πρόσωπά μας, είδαμε ότι δεν είχαν σκοπό να σταματήσουν αν δεν μας σκοτώσουν όλους. Τότε πήραμε το Γιώργο και τον μεταφέραμε για να του παρέχουμε τις πρώτες βοήθειες»
«Οι επιθέσεις ήταν ανθρωποκτόνες»
Για οργανωμένη επίθεση μίλησε και ο επικεφαλής της διμοιρίας εκείνης της βραδιάς.
Ο επικεφαλής της διμοιρίας κατέθεσε ότι εκείνο το βράδυ είδε 200 άτομα να κινούνται εναντίον των Αστυνομικών Δυνάμεων έξω από το γήπεδο στο Ρέντη.
Ακούγονταν από το πλήθος υβριστικά και απειλητικά συνθήματα, ενώ πριν ακόμη εκτοξευθεί οποιοδήποτε αντικείμενο, εκτόξευαν απειλές θανάτου. Γύρω στις 21:20, άτομο που είχε ηγετικό ρόλο, όπως είπε, πραγματοποίησε την πρώτη ρίψη.
Ακολούθησε φωτοβολίδα στον αέρα και στη συνέχεια εκρηκτικός μηχανισμός που προκάλεσε ισχυρό κρότο. «Από εκεί ξεκινούν οι επιθέσεις. Οι επιθέσεις ήταν ανθρωποκτόνες, λόγω της μαζικότητας και της ποσότητας των υλικών που εκτοξεύονταν», τόνισε περιγράφοντας στη συνέχεια εικόνα πολέμου με συνεχή ρίψη φωτοβολίδων, μολότοφ, πετρών και σιδερένιων αντικειμένων, με την απόσταση να μειώνεται επικίνδυνα, φτάνοντας ακόμη και τα 30 μέτρα. Κάποια άτομα, όπως είπε, σημάδευαν ευθέως, ενώ άλλοι απομακρύνονταν για να επιστρέψουν με ανεφοδιασμό. Παρά τη χρήση δακρυγόνων και την τακτική αντεπίθεση, οι επιθέσεις συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη ένταση, και από τα πλάγια. «Χάσαμε από την ποσότητα των υλικών, όχι από τον αριθμό τους», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι ο αριθμός των φωτοβολίδων ήταν διψήφιος και ασυνήθιστα μεγάλος.
Κατά τη δεύτερη επίθεση, αστυνομικοί είδαν την τροχιά ναυτικής φωτοβολίδας, η οποία καρφώθηκε στο πόδι του συναδέλφου τους, Γιώργου. «Ήμουν δίπλα του. Εκεί ο χρόνος σταματάει για εμάς, όχι για αυτούς», κατέθεσε. Η φωτοβολίδα δεν είχε προλάβει να εκτονωθεί, με αποτέλεσμα να συνεχίζει να καίει μέσα στο πόδι του τραυματία. Παρά τις εκκλήσεις του ίδιου να αφαιρεθεί, κομμάτι της παρέμεινε εντός του σώματός του, ενώ οι επιθέσεις όχι μόνο δεν σταμάτησαν, αλλά εντάθηκαν.
Την ώρα που οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να προστατεύσουν τον τραυματία στο έδαφος, δέχθηκαν νέες επιθέσεις με μολότοφ. Μία εξ αυτών χτύπησε ξανά το ήδη τραυματισμένο πόδι του, εκτινάσσοντάς τον. «Φουντώσαμε όλοι. Τραυματιστήκαμε, αλλά ποιο ήταν το σημαντικό; Οι μώλωπες ή ο συνάδελφος που καιγόταν;», ανέφερε. Παρά τις συνεχιζόμενες ρίψεις, ελήφθη η απόφαση να μεταφερθεί ο τραυματίας σε ασφαλέστερο σημείο, προς σταθμευμένα οχήματα, ενώ –όπως είπε– οι επιτιθέμενοι πανηγύριζαν θεωρώντας ότι «ο στόχος επετεύχθη».
Με τη συνδρομή δεύτερης διμοιρίας, μέρος του πλήθους εγκλωβίστηκε, ενώ άλλοι διέφυγαν από παρακείμενα στενά. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι αργότερα, σε σύσκεψη στο Υπουργείο με την παρουσία πολιτικής και φυσικής ηγεσίας, διατυπώθηκαν ισχυρισμοί περί μη συνδρομής και φυγάδευσης ατόμων από ανώτατο αξιωματικό της Διεύθυνσης Πειραιά. «Προηγήθηκαν δύο συνάδελφοι, ο ένας επικεφαλής των ΜΑΤ μέσα στο γήπεδο, είπε ότι ζήτησαν από τον Διευθυντή του Πειραιά να συνδράμει και ο Διευθυντής αρνήθηκε. Στη συνέχεια πήρε τον λόγο ο διμοιρίτης Π. και είπε ότι άκουσε πως υπήρχε διαρροή ατόμων και ότι κάποιος αξιωματικός έβγαλε άτομα έξω. Και είπε για να μην γινόμαστε ρεζίλι να γίνει άρση των κινητών μας να δούμε τι γίνεται. Εάν όντως αυτό ισχύει. Μετά μίλησε άλλος διμοιρίτης που είπε ότι δυσκολεύτηκε από αστυνομικούς του Πειραιά και ο Διευθυντής έβγαλε άτομα. Ο Διευθυντής του Πειραιά τότε είναι ο σχισμένος.
Απαντώντας σε ερωτήσεις των δικαστών για το γιατί δεν αποχώρησαν, ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός: «Δεν μπορούσα να φύγω. Θα ήταν παράβαση καθήκοντος. Δεν έφυγα από το σπίτι μου για να πάω εκεί από μόνος μου – διατάχθηκα. Υπερασπίζομαι τη δημόσια υπηρεσία και την ιδιωτική περιουσία». Στο τέλος της κατάθεσής του τόνισε : «Οι βολές ήταν στοχευμένες. Πήγαιναν να σκοτώσουν. Δεν είμαστε άτρωτοι, δεν είμαστε ρόμποκοπ. Είμαστε άνθρωποι. Απλώς πνίγουμε τον πόνο μας».
