Μία παράφραση γνωστού όρου από τον Αμερικανό πρόεδρο, αμέσως μετά την σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο έδωσε την πιο πειστική εξήγηση για την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα. Ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε στο «Δόγμα Ντον-ρόε» – από την πρώτη συλλαβή του βαφτιστικού του ονόματος, παραφράζοντας ουσιαστικά το «δόγμα Μονρόε».
Πριν από περίπου δύο αιώνες, το 1823 ο τότε Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε διακήρυξε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να μείνουν μακριά από την αμερικανική ήπειρο καθώς μόνο οι ΗΠΑ είχαν δικαίωμα να ελέγχουν την περιοχή.
Το 2013 ο Υποργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι διακήρυξε επίσημα τον τερματισμό του δόγματος Μονρόε, λέγοντας πως η διεθνής πολιτική ισορροπία επιτάσει άλλες πολιτικές. ‘Όμως η διακυβέρνηση Τραμπ το επανέφερε, με την νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας που ανακοινώθηκε. Μάλιστα, ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι ενέργειες του Μαδούρο παραβίαζαν τις μακροχρόνιες αρχές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που έχουν τις ρίζες τους στο Δόγμα Μονρόε. Είπε ότι η κυριαρχία των ΗΠΑ στο Δυτικό Ημισφαίριο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και κατηγόρησε τους προκατόχους του ότι συμμάχησαν με ξένους εχθρούς και έθεσαν σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Η Βενεζουέλα με τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου υπέγραψε τα τελευταία χρόνια συμφωνίες συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας με την Κίνα, το Ιράν και τη Ρωσία. Συμφωνίες που οι ΗΠΑ θεωρούν ως εν δυνάμει απειλητικές για την κυριαρχία τους στο Δυτικό ημισφαίριο, που οι ΗΠΑ θεωρούν «πίσω αυλή» τους και άρα χώρο που θα ήθελαν ιδανικά να ελέγχουν απόλυτα.
Διεθνής συζήτηση για τη νομιμότητα
Η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ και η σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, έχει προκαλέσει διεθνείς συζητήσεις και δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη νομιμότητα της δράσης. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι εάν μια τέτοια στρατιωτική επιχείρηση, εναντίον ηγέτη ξένης χώρας, μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη τόσο σύμφωνα με το αμερικανικό όσο και με το διεθνές δίκαιο.
Η ένταση της συζήτησης διεθνώς αναδεικνύει τα όρια που τίθενται στην άσκηση στρατιωτικής δράσης σε ξένες χώρες και τις νομικές προκλήσεις που προκύπτουν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, η υπόθεση Μαδούρο συνδυάζει ποινικές διώξεις, στρατηγική ασφάλειας και διεθνείς νομικές προκλήσεις, ανοίγοντας συζήτηση για τα όρια των επιχειρήσεων των ΗΠΑ στο εξωτερικό.
Νομική βάση και διεθνείς αμφιβολίες
Η αμερικανική κυβέρνηση υποστήριξε από τις πρώτες ώρες ότι η σύλληψη βασίστηκε σε ποινικές κατηγορίες, καθώς ο Μαδούρο είχε ήδη κατηγορηθεί στις ΗΠΑ για εγκλήματα που σχετίζονται με τρομοκρατία, ναρκωτικά και όπλα. Η υπουργός Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, Παμ Μπόντι, δήλωσε ότι οι κατηγορούμενοι «θα αντιμετωπίσουν τη δικαιοσύνη των ΗΠΑ σε αμερικανικά δικαστήρια».
Ωστόσο, η ανάλυση του Reuters σημειώνει ότι η ταυτόχρονη παρουσίαση της επιχείρησης ως ποινικής δίωξης και ως πιθανής προετοιμασίας για μακροχρόνιο έλεγχο της χώρας δημιουργεί νομική ασάφεια.
Το διεθνές δίκαιο περιορίζει αυστηρά τη χρήση στρατιωτικής δύναμης, επιτρέποντάς την μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως αυτοάμυνα ή έγκριση από τον ΟΗΕ, και μια ποινική δίωξη δεν θεωρείται επαρκής αιτία για στρατιωτική επέμβαση σε ξένη κυβέρνηση.
Διεθνές δίκαιο και νομικά προηγούμενα
Οι ΗΠΑ δεν έχουν αναγνωρίσει κάποιον νόμιμο ηγέτη της Βενεζουέλας που θα μπορούσε να εγκρίνει τη σύλληψη, γεγονός που διαφοροποιεί την κατάσταση από άλλα ιστορικά παραδείγματα. Υπάρχουν όμως συγκρίσιμες περιπτώσεις:
Το 1989, οι ΗΠΑ συνέλαβαν τον στρατηγό Μανουέλ Νοριέγκα ηγέτη του Παναμά, κατηγορούμενο για διακίνηση ναρκωτικών. Η σύλληψή του πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγούμενη έγκριση, αλλά μετά από παραβιάσεις κατά Αμερικανών πολιτών και στρατιωτικών, ενώ οι ΗΠΑ αναγνώρισαν ως νόμιμο ηγέτη τον πολιτικό αντίπαλό του.
Το 2022, ο πρώην πρόεδρος της Ονδούρας, Χουάν Ορλάντο Ερνάντες, εκδόθηκε στις ΗΠΑ, δικάστηκε για ναρκωτικά και καταδικάστηκε σε 45 χρόνια φυλάκισης, πριν λάβει χάρη από τον Τραμπ τον περασμένο Δεκέμβριο.
Γενικότερα, οι ΗΠΑ έχουν πραγματοποιήσει συλλήψεις υπόπτων σε ξένες χώρες, όπως στη Λιβύη, αλλά συνήθως με τη συναίνεση των τοπικών αρχών. Στην περίπτωση Μαδούρο, αυτή η συναίνεση δεν υπήρχε, γεγονός που καθιστά την επιχείρηση πιο αμφιλεγόμενη νομικά, σύμφωνα με το Reuters.
Αυτά τα διεθνή προηγούμενα δείχνουν ότι οι ΗΠΑ έχουν ένα ιστορικό δράσης κατά ξένων ηγετών που θεωρούνται παράνομοι ή απειλητικοί, αλλά οι ενέργειες σπάνια επιφέρουν πρακτικά διεθνείς συνέπειες, παρά τις αμφιβολίες για τη νομιμότητά τους.
Νομικοί, όπως αναφέρει το Reuters, θεωρούν δύσκολο να υπάρξουν πρακτικές συνέπειες για τις ΗΠΑ, δεδομένης της στρατηγικής τους θέσης και ισχύος. Η υπόθεση Μαδούρο προσφέρει παράλληλα ένα παράδειγμα του πώς η στρατηγική ασφάλειας και η καταπολέμηση των ναρκωτικών μπορεί να συγκρουστούν με τους διεθνείς κανόνες.
Οι προκλήσεις της στρατηγικής των ΗΠΑ
Η σύλληψη Μαδούρο αναδεικνύει τις προκλήσεις της αμερικανικής στρατηγικής όταν εμπλέκονται ποινικές διώξεις, διεθνές δίκαιο και πολιτικοί στόχοι.
Σύμφωνα με το Reuters, ενώ η νομιμότητα της επιχείρησης παραμένει αμφιλεγόμενη, η δράση των ΗΠΑ δημιουργεί προηγούμενα για το πώς η χώρα μπορεί να αντιμετωπίζει ηγέτες που θεωρούνται παράνομοι ή απειλητικοί για τα αμερικανικά συμφέροντα, ανοίγοντας τη συζήτηση για τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στο εξωτερικό.
