Προειδοποίηση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, έστειλε ο Αρχηγός του ιρανικού στρατού, Αμίρ Χαταμί, τονίζοντας ότι οποιαδήποτε επίθεση προς τη χώρα θα θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο την ασφάλεια των ίδιων των επιτιθέμενων, αλλά και τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής.

Συγκεκριμένα, σε δηλώσεις που μετέδωσε το επίσημο Ιρανικό Πρακτορείο Ειδήσεων Irna, ο Χαταμί ανέφερε ότι «οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις βρίσκονται σε κατάσταση υψίστης επιφυλακής, μετά την ανάπτυξη σημαντικών αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο τις τελευταίες ημέρες».

«Αν ο εχθρός κάνει λάθος, αυτό θα θέσει αναμφίβολα σε κίνδυνο τη δική του ασφάλεια, την ασφάλεια της περιοχής και εκείνη του σιωνιστικού καθεστώτος», είπε ακόμα.

Παράλληλα ο Ιρανός στρατιωτικός ηγέτης, αναφέρθηκε και στο πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας του, τονίζοντας ότι η τεχνογνωσία που έχει αποκτήσει το Ιράν δεν μπορεί να εξαλειφθεί, ακόμη και αν δεχθεί στρατιωτικά πλήγματα.

Οι δηλώσεις του έρχονται σε μια περίοδο αυξημένων πιέσεων από την Ουάσιγκτον, καθώς ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ζητά από την Τεχεράνη να καταλήξει σε νέα συμφωνία για το πυρηνικό της πρόγραμμα.

«Η πυρηνική γνώση και τεχνολογία της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν δεν μπορούν να εξαλειφθούν, ακόμη κι αν οι επιστήμονες και τα παιδιά του έθνους γίνουν μάρτυρες», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Χαταμί, αναφερόμενος στους βομβαρδισμούς ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου με το Ισραήλ, τον περασμένο Ιούνιο.

Οι δηλώσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο της αυξανόμενης έντασης στον Κόλπο, με την Τεχεράνη να επιχειρεί να στείλει μήνυμα ετοιμότητας και αποτροπής, ενώ ταυτόχρονα αφήνει ανοιχτό το πολιτικό μέτωπο γύρω από το μέλλον του πυρηνικού της προγράμματος.

Οι απαιτήσεις του Τραμπ για το Ιράν

Σύμφωνα με τους New York Times που επικαλούνται Αμερικανούς και Ευρωπαίους αξιωματούχους, έχουν ήδη τεθεί προς την Τεχεράνη τρεις συγκεκριμένες απαιτήσεις και συγκεκριμένα:

Να μπει μόνιμο τέλος σε κάθε προσπάθεια εμπλουτισμού ουρανίου και να απορριφθούν τα υφιστάμενα αποθέματα.
Να περιοριστεί η εμβέλεια του αριθμού των βαλλιστικών πυραύλων.
Να σταματήσει κάθε υποστήριξη προς τις ομάδες που ενεργούν ως «δορυφόροι» του Ιράν στη Μέση Ανατολή, ανάμεσά τους η Χαμάς, η Χεζμπολά και οι Χούθι.

Στρατιωτικοί και γεωπολιτικοί αναλυτές εκτιμούν πως το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει πλήρως το Ιράν τον εμπλουτισμό ουρανίου, θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να ελεγχθεί στην πράξη. Παρότι οι βασικές πυρηνικές εγκαταστάσεις στη Νατάνζ και το Φορντό φέρεται να υπέστησαν σοβαρά πλήγματα, η διαδικασία εμπλουτισμού δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη μεγάλης κλίμακας υποδομές. Μικρές και διάσπαρτες εγκαταστάσεις μπορούν να λειτουργήσουν διακριτικά και να παραμείνουν εκτός διεθνούς ελέγχου, γεγονός που περιπλέκει σημαντικά, κάθε προσπάθεια επιτήρησης.

Κομβικό ζήτημα παραμένει το ήδη εμπλουτισμένο ουράνιο που διαθέτει η Τεχεράνη. Εάν το Ιράν αποκτούσε πρόσβαση σε αυτά τα αποθέματα, θα μπορούσε, τουλάχιστον θεωρητικά, να παράγει επαρκές καύσιμο για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι έχει καταφέρει να το πράξει. Σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, το υλικό αυτό φέρεται να έχει θαφτεί σε μεγάλο βάθος, ως μέτρο ασφαλείας και προστασίας από επιθέσεις.

Η δεύτερη βασική απαίτηση που τίθεται στο τραπέζι αφορά ουσιαστικά το Ισραήλ. Ο περιορισμός ή η εγκατάλειψη του ιρανικού βαλλιστικού προγράμματος θα περιόριζε δραστικά τη δυνατότητα της Τεχεράνης να πλήξει ισραηλινό έδαφος. Την ίδια στιγμή, όμως, οι βαλλιστικοί πύραυλοι αποτελούν το τελευταίο ουσιαστικό αποτρεπτικό μέσο του Ιράν απέναντι σε μια ενδεχόμενη επίθεση από το Τελ Αβίβ. Για την ιρανική ηγεσία, η παραχώρηση αυτή ισοδυναμεί με στρατηγικό αφοπλισμό.

Αντίθετα, πιο εφικτή φαίνεται –τουλάχιστον σε οικονομικό επίπεδο– η τρίτη απαίτηση, που αφορά τη διακοπή της στήριξης σε οργανώσεις και συμμάχους του Ιράν στη Μέση Ανατολή. Η ιρανική οικονομία βρίσκεται υπό έντονη πίεση και τα διαθέσιμα κονδύλια είναι περιορισμένα, την ώρα που οι σύμμαχοί της στην περιοχή δέχονται ισχυρά πλήγματα από το Ισραήλ. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Τεχεράνη ενδέχεται να αναγκαστεί να επανεξετάσει τον ρόλο και το κόστος της περιφερειακής της στρατηγικής.

Oι δυνάμεις των ΗΠΑ στην περιοχή

Αιχμή του δόρατος της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή αποτελεί το αεροπλανοφόρο «Αβραάμ Λίνκολν», που βρίσκεται στα ανοικτά του Ομάν. Το πλοίο μεταφέρει 84 μαχητικά αεροσκάφη και συνοδεύεται από τρία αντιτορπιλικά.

Στο πλαίσιο της ευρύτερης ανάπτυξης δυνάμεων στην περιοχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναπτύξει ακόμη πέντε αντιτορπιλικά σε στρατηγικά σημεία της Μέσης Ανατολής. Ένα βρίσκεται στην Ερυθρά Θάλασσα, κοντά στο ύψος της Εϊλάτ, δύο στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ τα υπόλοιπα δύο παραμένουν στον Περσικό Κόλπο, ανοικτά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Αυτά τα πλοία έχουν ως αποστολή την προστασία αμερικανικών βάσεων σε Μπαχρέιν και Κατάρ.

Η κίνηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο ενίσχυσης της στρατιωτικής ετοιμότητας των ΗΠΑ στην περιοχή, εν μέσω αυξημένων εντάσεων και γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Τα πιθανά σενάρια ενός ενδεχόμενου αμερικανικού πλήγματος στο Ιράν

Ο Αμερικανός Πρόεδρος δήλωσε ότι ελπίζει να μην χρειαστεί να χρησιμοποιήσει τη δύναμη αυτή, εντούτοις έχει θέσει «κόκκινες γραμμές» προς την Τεχεράνη, απαιτώντας περιορισμό στο πυρηνικό πρόγραμμα, στις βαλλιστικές δυνατότητες και στη δράση του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης» (Χούθι – Χεζμπολάχ).

Αναλυτές εκτιμούν ότι ο Τραμπ μπορεί να επιλέξει στρατιωτική λύση, είτε με πλήγματα ακριβείας, είτε με περιορισμένο πόλεμο, στοχεύοντας συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, ράμπες πυραύλων και θέσεις των Φρουρών της Επανάστασης και της παραστρατιωτικής πολιτοφυλακής Μπασίτζ.

Στο πιο ακραίο σενάριο, πλήγματα θα μπορούσαν να στοχεύσουν τους κορυφαίους αξιωματούχους του ιρανικού καθεστώτος, τον ανώτατο ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, τις κύριες στρατιωτικές βάσεις και το πυραυλικό πρόγραμμα, στοχεύοντας στην παράλυση της στρατιωτικής και διοικητικής ικανότητας του Ιράν.

Οι αναλυτές προειδοποιούν, όμως, ότι η επιχείρηση αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς το καθεστώς παραμένει σταθερό και οι Φρουροί της Επανάστασης είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε στρατιωτικό πλήγμα.

Το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει 1.500-2.000 βαλλιστικούς πυραύλους μέσου βεληνεκούς, βραχέος βεληνεκούς, πυραύλους κρουζ, αντιπλοϊκούς και ταχύπλοα για επιχειρήσεις στον Κόλπο. Επιπλέον, τα συντάγματα έχουν εξοπλιστεί με drones. Η Τεχεράνη θα αποφασίσει πώς και πότε θα απαντήσει, ανάλογα με το είδος και την ένταση τυχόν αμερικανικού πλήγματος.

Η ένταση στον Κόλπο παραμένει υψηλή, με τις κινήσεις των ΗΠΑ να σηματοδοτούν πιθανή κλιμάκωση και την περιοχή να παρακολουθείται στενά από διεθνείς αναλυτές.