Σε ολομέτωπη σύγκρουση οδηγούνται οι σχέσεις Δικαιοσύνης και εξεταστικής επιτροπής της Βουλής για την υπόθεση της Siemens μετά τις επιστολές που εστάλησαν από τον πρόεδρο της επιτροπής Σήφη Βαλυράκη με έμμεσες αλλά σαφείς βολές κατά των δικαστικών λειτουργών για τον τρόπο που διενεργούν την έρευνα. Αποκορύφωμα ήταν η τελευταία επιστολή του κ. Βαλυράκης, στην οποία αποδίδει καθυστέρηση στη δικαστική έρευνα, με αποτέλεσμα να παρέμβει ο ίδιος ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ι. Τέντες, που κάνει λόγο για προσπάθεια εκ μέρους του προέδρου της εξεταστικής επιτροπής να ασκήσει έλεγχο στο έργο της Δικαιοσύνης, παραβιάζοντας το νόμο και το Σύνταγμα.

Ο κ. Βαλυράκης στην επιστολή που έστειλε, αμέσως μετά την αποκάλυψη ότι διέφυγε από την Ελλάδα το πρώην διευθυντικό στέλεχος της Siemens Φόλκερ Γιουνγκ, αφήνει αιχμές για ευθύνες της Δικαιοσύνης, αναφέροντας ότι η υπόθεση παραμένει ακόμη στο στάδιο της ανάκρισης «χωρίς μάλιστα να έχουν κληθεί προς απολογία οι κατηγορούμενοι για την ασκηθείσα συμπληρωματική ποινική δίωξη». Επίσης σημειώνει πως η «άμεση, χωρίς καμία άλλη καθυστέρηση και κωλυσιεργία διαλεύκανση της υπόθεσης, αποτελεί πρωταρχικό καθήκον της ελληνικής Δικαιοσύνης, ώστε να διαφυλαχθεί και το ίδιο το κύρος και η αξιοπιστία της». Την επιστολή είχε απευθύνει προς τον υπουργό Δικαιοσύνης, Χαρ. Καστανίδη, τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ι. Τέντε, τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών, Ι. Σακελλάκο, τους τρεις εφέτες ανακριτές που χειρίζονται την υπόθεση, κοινοποιώντας την ακόμη και στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Χρ. Παπουτσή. Σε παλαιότερη επιστολή του , ο κ. Βαλυράκης είχε ζητήσει την άσκηση συμπληρωματικής δίωξης κατά των δικαστικών λειτουργών που είχαν χειριστεί την υπόθεση στο παρελθόν αλλά και τη διερεύνηση του ρόλου στελεχών της μητρικής Siemens στην υπόθεση των ύποπτες εκροές χρημάτων στην Ελλάδα.

Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ι. Τέντες, σε έγγραφό του προς τους εφέτες ανακριτές χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα ιδιαίτερα για την τελευταία επιστολή του κ. Βαλυράκη απ’ την οποία, όπως τονίζει « προκύπτει προσπάθεια να ασκηθεί έλεγχος και εποπτεία επί των δικαστικών αρχών μη επιτρεπόμενη όμως από το νόμο και το Σύνταγμα», παραβιάζοντας την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Για το λόγο αυτό, ζητεί απ’ τους εφέτες ανακριτές να μην τη λάβουν υπ’ όψιν τους τονίζοντας εξάλλου πως η επιστολή αυτή «περιέχει υποδείξεις από αναρμόδιο όμως πρόσωπο και μάλιστα για αυτονόητες ενέργειες που ανάγονται στα καθήκοντα των ανακριτών».