Η ταινία, συμπαραγωγή Κροατίας, Σλοβενίας και Ιταλίας «Fiume o Morte!» σε σκηνοθεσία του Κροάτη σκηνοθέτη, Ίγκορ Μπεζίνοβιτς βραβεύτηκε με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Κινηματογράφου στην κατηγορία Καλύτερου Ευρωπαϊκού Ντοκιμαντέρ, στο Βερολίνο.
Παραλαμβάνοντας το βραβείο στην τελετή απονομής των Ευρωπαϊκών Βραβείων Κινηματογράφου (European Film Awards 2026) μαζί με τον παραγωγό Βάνια Γιαμπρόβιτς, ο σκηνοθέτης το αφιέρωσε στους κατοίκους της Ριέκα, της πόλης που βρίσκεται στην καρδιά της ιστορίας της ταινίας, σύμφωνα με το Κροατικό Οπτικοακουστικό Κέντρο.
Στην ταινία προσεγγίζεται ένα επεισόδιο από την ιστορία της πόλης της Ριέκα, με τους κατοίκους της περιοχής να αφηγούνται και να επανερμηνεύουν την ιστορία της 16μηνης κατοχής της το 1919, με επικεφαλής τον Ιταλό ποιητή, δανδή και προπαγανδιστή του πολέμου, Γκαμπριέλε Ντ’Ανούντσιο.
Ο Ίγκορ Μπεζίνοβιτς αφηγείται την ιστορία αυτής της ταραχώδους περιόδου μέσω αρχείου και αναπαραστάσεων με κατοίκους και διάφορους ερασιτέχνες ηθοποιούς να υποδύονται τον Ντ’Ανούντσιο. «Για να αντιμετωπίσεις την τρέλα του Ντ’Ανούντσιο, πρέπει να είσαι τόσο παθιασμένος με αυτήν [την ιστορία] όσο και εκείνος», δήλωσε ο Μπεζίνοβιτς σε συνέντευξή του το 2025.
Η ταινία είναι παραγωγής της Restart, με παραγωγούς τους Βάνια Γιάμπροβιτς και Τίμπορ Κέσερ σε συνεργασία με τη σλοβενική Nosorogi και την ιταλική Videomante.
Το ντοκιμαντέρ «Fiume o morte!» έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ, όπου κατέγραψε αξιοσημείωτη επιτυχία, κερδίζοντας τόσο το κεντρικό βραβείο του, όσο και το βραβείο FIPRESCI από διεθνείς κριτικούς κινηματογράφου.
Από τότε, η ταινία προβλήθηκε σε Φεστιβάλ στην Αυστραλία, τον Καναδά, τις ΗΠΑ, την Ταϊβάν και το Μεξικό. Προβλήθηκε επίσης στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (MoMA) της Νέας Υόρκης και επιλέχθηκε για περισσότερα από 50 διεθνή Φεστιβάλ Κινηματογράφου, στα οποία απέσπασε πολυάριθμες διακρίσεις.
Στην Κροατία, η ταινία σημείωσε ιστορική επιτυχία. Μόνο το 2025, παρακολούθησαν το «Fiume o morte!» 38.948 θεατές και έγινε το ντοκιμαντέρ με τις περισσότερες προβολές στη χώρα, από την ανεξαρτησία της.
Η ταινία διαγωνίστηκε με τέσσερις άλλες υποψηφιότητες στην κατηγορία Καλύτερου Ευρωπαϊκού Ντοκιμαντέρ και ήταν επίσης στη βραχεία λίστα για Καλύτερη Ευρωπαϊκή Ταινία, ανάμεσα σε 15 υποψήφιες.
«Φαίνεται ότι οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο συνδέονται αυτή τη στιγμή με την αναταραχή, την αμφιβολία και τον φόβο περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Το γεγονός ότι το Fiume o Morte! αμφισβητεί αυτά τα συναισθήματα – το ότι στον αγώνα ενάντια στις ολοένα και πιο εμφανείς δυνάμεις του φασισμού, του ιμπεριαλισμού και του μιλιταρισμού, ενώνει την κοινότητα, την οργανώνει ενεργά, διαβάζει την ιστορία μέσα από το πρίσμα του παρόντος και κάνει όλα αυτά παιχνιδιάρικα και χιουμοριστικά – είναι ένα επίτευγμα που υπερβαίνει την απλή κινηματογραφική παραγωγή», δήλωσε η Μαρίνα Γκούμζι, παραγωγός του ντοκιμαντέρ από το σλοβενικό στούντιο Nosorogi σε δήλωση που εξέδωσε το Σλοβενικό Κέντρο Κινηματογράφου.
Η Ιταλική Αντιβασιλεία του Καρνάρο
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, τόσο η Ιταλία όσο και το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, το οποίο αργότερα έγινε η Γιουγκοσλαβία, διεκδίκησαν την πόλη Φιούμε, γνωστή σήμερα ως Ριέκα στην Κροατία.
Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού πρότεινε την παράδοση της πόλης σε αυτό που αργότερα θα γινόταν η Γιουγκοσλαβία. Αλλά οι διαπραγματεύσεις για το μέλλον της πόλης το 1919, διακόπηκαν όταν στις 12 Σεπτεμβρίου μια δύναμη Ιταλών εθνικιστών με επικεφαλής τον Ιταλό ποιητή, αριστοκράτη και αξιωματικό του στρατού Γκαμπριέλε Ντ’Ανούντσιο κατέληξε να την καταλάβει για 16 μήνες.
Επειδή η ιταλική Κυβέρνηση δεν ήθελε να προσαρτήσει την πόλη Φιούμε και να παραβιάσει τις διεθνείς υποχρεώσεις, ο Ντ’Ανούντσιο και οι πιστοί του τελικά εγκαθίδρυσαν αυτό που ονόμασαν Ιταλική Αντιβασιλεία του Καρνάρο.
Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Ιγκόρ Μπεζίνοβιτς μεγάλωσε στην πόλη και επανεξετάζει το τοπικό πείραμα που έλαβε χώρα σε μια εποχή αναδυόμενου φασισμού στην ταινία του μέσω συνδυασμού δραματικών αναπαραστάσεων και αναπαραστάσεων με τη βοήθεια πολιτών της Ριέκα, ιστορικών φωτογραφιών και πλάνων, καθώς και στοιχείων ντοκιμαντέρ.
Ο Ντ’Ανούντσιο μπορεί να μην είναι γνωστό όνομα σε όλο τον κόσμο, αλλά άφησε μεγάλο σημάδι στην πόλη και η κηδεία του έγινε με κρατική επισημότητα από τον Ιταλό ηγέτη του φασιστικού κόμματος Μπενίτο Μουσολίνι.
Σε συνέντευξή του, πέρσι τον Φεβρουάριο στο THR, ο Μπεζίνοβιτς διευκρίνισε ότι στόχος του δεν ήταν να γυρίσει μία ταινία για έναν τρελό δικτάτορα. «Αυτό που ήθελα να κάνω είναι να αφηγηθώ μια ιστορία για τη Ριέκα που κάποιοι άνθρωποι στην πόλη μου θα μπορούν να μεταφέρουν στις επόμενες γενιές. Κάποιο παιδί στο Λύκειο θα μπορέσει επιτέλους να μάθει αυτή την ιστορία για την πόλη μας, που εγώ δεν είχα την ευκαιρία να μάθω. Και ίσως κάποιοι Καθηγητές Κοινωνιολογίας ή Ιστορίας απλώς να προβάλουν αυτήν την ταινία και να πουν: “Ω, αυτή είναι μια ταινία που έκανε κάποιος για την πόλη μας πριν από πολλά χρόνια. Δεν είναι πια μαζί μας, αλλά ας δούμε την ταινία. Αυτή θα ήταν η μεγαλύτερη ανταμοιβή”», τόνισε.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
