Η επιδημία ιλαράς βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο σε Αμερική, Καναδά, Ευρώπη και Αφρική, παρά το γεγονός ότι υπάρχει ασφαλές και αποτελεσματικό εμβόλιο εδώ και δεκαετίες. Η ασθένεια, μία από τις πιο μεταδοτικές στον κόσμο, εμφανίζει ταχεία αναζωπύρωση τα τελευταία δύο χρόνια, προκαλώντας έντονη ανησυχία στις υγειονομικές αρχές.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που είχαν εξαλείψει την ιλαρά το 2000, καταγράφουν πλέον ένα από τα μεγαλύτερα ξεσπάσματα των τελευταίων δεκαετιών. Το 2025 καταγράφηκαν πάνω από 2.200 κρούσματα σε περισσότερες από 40 πολιτείες, με τουλάχιστον τρεις θανάτους. Ιδιαίτερα πληγείσες είναι πολιτείες με χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε καθεστώς ενδημικής κυκλοφορίας του ιού.
Ανάλογη είναι η εικόνα στον Καναδά, όπου την τελευταία χρονιά καταγράφηκαν περίπου 5.000 κρούσματα και δύο θάνατοι. Η επιδημία ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2024 και συνεχίζει να εξαπλώνεται σε πολλές περιφέρειες.
Στην Ευρώπη, το 2024 αναφέρθηκαν πάνω από 127.000 κρούσματα σε 53 χώρες, ο υψηλότερος αριθμός από το 1997, με περαιτέρω αύξηση και το 2025. Τον Ιανουάριο του 2026 έξι χώρες –Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Αυστρία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν και Ουζμπεκιστάν– έχασαν το καθεστώς εξάλειψης της ιλαράς.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, η ανοσία αγέλης απαιτεί εμβολιαστική κάλυψη 95%, ωστόσο σε ορισμένες περιοχές τα ποσοστά παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά. Ο οργανισμός υπενθυμίζει ότι ο εμβολιασμός έχει αποτρέψει 56 εκατομμύρια θανάτους από το 2000 έως το 2021, ενώ το 2021 η ιλαρά προκάλεσε περίπου 128.000 θανάτους παγκοσμίως, κυρίως σε ανεμβολίαστα παιδιά.
