Οι λαμπροί καρατερίστες, οι υπέροχοι «δεύτεροι», που έγραψαν τη δική τους ιστορία στο ελληνικό σινεμά

Πρώτη καταχώρηση: Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2020, 11:00
Οι λαμπροί καρατερίστες, οι υπέροχοι «δεύτεροι», που έγραψαν τη δική τους ιστορία στο ελληνικό σινεμά

Ο παλαιός ελληνικός κινηματογράφος αν είχε ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα αυτό είναι οι ηθοποιοί.
Οι πρωταγωνιστές, μπορεί να είχαν το όνομα, τη λάμψη, την αγάπη του κοινού, αλλά δεν είχαν όλοι πάντα την ερμηνευτική ικανότητα. Αυτό την αδυναμία, στην ερμηνεία, αλλά και σε πολλούς άλλους τομείς του ελληνικού σινεμά ήρθαν να καλύψουν οι καρατερίστες, οι δεύτεροι ρόλοι, που έδιναν με την υποκριτική τους ευχέρεια την αθάνατη γοητεία στις ταινίες που συνεχίζουμε να βλέπουμε εδώ και δεκαετίες και πιθανότατα θα συνεχίσουν να βλέπουν και τα παιδιά των παιδιών μας. Είναι αυτοί που έδιναν την εποχή και τις φιγούρες της, τις εκρήξεις λάμψης και κεφιού ή τις απαραίτητες ανάσες όταν το στόρι άρχιζε να μπάζει.

Την ώρα που η Αμερική με την αποτελεσματικότερη - σίγουρα - κινηματογραφική βιομηχανία της κατακτούσε σχεδόν όλον τον κόσμο και κάποιες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας άρχισαν να αναδεικνύουν σπουδαίους δημιουργούς, στη χώρα μας, που μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έβγαινε σημαντικά πληγωμένη, φτιάχθηκε μια κινηματογραφική βιοτεχνία, που είχε μεν ταλέντο και μεράκι, αλλά δεν είχε ούτε την παιδεία, ούτε τα χρήματα, ούτε την ιδιαίτερη αγορά για να στηρίξει επαρκώς την παραγωγή της.

Μπορεί να συνεχίζουμε να αγαπάμε τις ταινίες των δεκαετιών του ‘50 και ‘60, αλλά δεν μπορούν να κρυφτούν οι αδυναμίες τόσο σε τεχνικό επίπεδο, δηλαδή σκηνοθεσία, σκηνικά, ηχοληψία κλπ (αν και αυτό βελτιώθηκε με τις παραγωγές του Φίνου), όσο και στο επίπεδο σεναρίου. Μπορεί οι παλιές ελληνικές ταινίες και ειδικά οι κωμωδίες να έχουν πολλές δυνατές ατάκες και καλούς διαλόγους, αλλά τα σενάριά τους, πέρα από κάποιες εξαιρέσεις, είναι ατελή, προχειρογραμμένα και χωρίς την απαραίτητη δομή.

Αυτές όλες οι αδυναμίες κρύβονταν πίσω από τις ερμηνείες. Και πολλές φορές από τις ερμηνείες των δεύτερων ρόλων, που εμπλούτισαν τις ταινίες ακόμη περισσότερο απ’ όλα τα θετικά τους στοιχεία. Παραδείγματος χάριν, τι θα ήταν το «Ξύλο Βγήκε Από τον Παράδεισο» αν δεν υπήρχαν οι φοβεροί καρατερίστες, όπως ο Χρήστος Τσαγανέας («βεβαίως, βεβαίως»), ο Ορέστης Μακρής, που κρατά ένα ρολάκι, αυτό του γυμναστή και των άλλων καθηγητών του κολεγίου ή τα κοριτσόπουλα που βρίσκονται δίπλα από την Αλίκη Βουγιουκλάκη ή η «Μανταλένα», χωρίς τον Παντελή Ζερβό στον ρόλο του παπά, αλλά και των άλλων δεύτερων ρόλων της ταινίας.

Αυτοί όλοι οι ηθοποιοί, οι χρυσοί καρατερίστες του ελληνικού σινεμά, που δεν τιμήθηκαν ποτέ όσο τους άξιζε όταν βρίσκονταν στην ενεργό δράση, προσέφεραν τα μέγιστα και καλό είναι να τους θυμηθούμε καλύτερα. Οι καλύτεροι δεύτεροι του σινεμά χωρίζονται κυρίως σε τρεις κατηγορίες: Σε αυτούς που είχαν τεράστια θεατρική παιδεία, με πρωταγωνιστικούς ρόλους στο σανίδι, αλλά στο σινεμά περιορίστηκαν εύστοχα σε δεύτερους ρόλους, στους πολλούς που υπηρέτησαν με συνέπεια και αφοσίωση σκηνές και πλατό πάντα δίπλα σε πρωταγωνιστές και σε ορισμένους που έπαιξαν σχεδόν μόνο στον κινηματογράφο, δίνοντας και την ψυχή τους για να τα καταφέρουν.

Στις επόμενες γραμμές θα θυμηθούμε 30 από τους πιο χαρακτηριστικούς καρατερίστες άνδρες ηθοποιούς (οι γυναίκες είναι ένα άλλο ξεχωριστό κεφάλαιο), που ποτέ δεν έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, γιατί υπήρξαν φυσικά και αρκετοί πρωταγωνιστές που ξεκίνησαν ως «δεύτεροι» ρόλοι (Θανάσης Βέγγος, Αυλωνίτης, Γκιωνάκης, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Γιώργος Κωνσταντίνου κα) και έγιναν πρωταγωνιστές στη συνέχεια, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία ή με την ίδια αποτελεσματικότητα, για κάποιους απ’ αυτούς.

 Τάκης Μηλιάδης

Λαμπερός ηθοποιός, γλυκύτατος με έμφυτη ευγένεια και τεράστιες δυνατότητες, που υπηρέτησε όλα τα θεατρικά και κινηματογραφικά είδη, εκτός από την τραγωδία, ενώ στα πρώτα του βήματα συνόδευσε και τις αδελφές Καλουτά και για την επιτυχία του αυτή χαρακτηρίστηκε «ο Έλληνας Μορίς Σεβαλιέ». Στο σινεμά έπαιξε κυρίως σε κωμωδίες, πολλές φορές υποδυόμενος τον θηλυπρεπή ή χαριτωμένο, παρότι ήταν γνωστός λάτρης του γυναικείου φύλου και έκανε τρεις γάμους. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου του 1922 από οικογένεια ηθοποιών, σπούδασε ιατρική, αλλά την άφησε για το θέατρο. Πέθανε το 1985, έπειτα από ένα ελαφρύ τροχαίο ατύχημα.

Δύο από τις εμφανίσεις του που σε κάνουν να σηκωθείς από τον καναπέ και να τον χειροκροτήσεις είναι εκείνη στην ταινία του Θανάση Βέγγου, με τον οποίο συνεργάστηκε στενά, «Θου - Βου Φαλακρός Πράκτωρ, Επιχείρησις: Γης Μαδιάμ» παίζοντας για λίγα λεπτά τον σκηνοθέτη μελοδραματικών ταινιών. Η σκηνή που διαβάζει το σενάριο στην πρωταγωνίστρια (Κία Μπόζου) και τσιμπάει έναν φροντιστή του συνεργείου του, όταν εκνευρίζεται, μοναδική. Επίσης, στην κωμωδία «Η Εύα Δεν Αμάρτησε», παριστάνοντας τον «κουνιστό» κομμωτή και λέγοντας ότι περιμένει μια βαφή από το «Μπάααντεν, Μπάααντεν...».


 
Παντελής Ζερβός

Σπουδαίος ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, που τιμήθηκε με το βραβείο δεύτερου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1960 στην ταινία «Μανταλένα», σε ένα φιλμ που έδωσε τα ρέστα του. Γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1908 στην Περαχώρα Κορινθίας και πέθανε στις 22 Ιανουαρίου του 1982, είχε αποκτήσει τρεις κόρες, η μία είχε σκοτωθεί στο μεγάλο σεισμό της Σαντορίνης το 1956, ενώ αυτός ήταν πάνω στη θεατρική σκηνή.

Έπαιξε σε όλα τα κινηματογραφικά ήδη και σε πάνω από 70 ταινίες, ενώ εξαιρετικές είναι και οι εμφανίσεις του στο δραματικό «Λόλα», κάνοντας τον γερόμαγκα και πατέρα της Τζένης Καρέζη και στις κωμωδίες «Ο Ατσίδας» κρατώντας τον ρόλο του πατέρα του Ντίνου Ηλιόπουλου, «Ζητείται Ψεύτης», στον ρόλο του βουλευτή και «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», στον ρόλο του πονηρού επαρχιώτη και θείου του Ηλιόπουλου. «Και χραατς τον άτιμο...»


 
Κούλης Στολίγκας

Μπριλάντε ηθοποιός, με κωμική φλέβα και χαρακτηριστική φωνή. Σπούδασε φωνητική στη Δράμα όπου γεννήθηκε το 1910 και δούλεψε αρχικά στην οπερέτα. Στο θέατρο έπαιξε με τεράστια επιτυχία και στην επιθεώρηση και όλα τα είδη, ενώ στο σινεμά έπαιξε κυρίως σε κωμωδίες. Πραγματικά ένα διαμάντι που δεν αξιοποιήθηκε όσο θα έπρεπε, αν και έκανε πολλούς καλούς χαρακτήρες. Από απατεωνάκους και αλητάκους, μέχρι εραστές. Πέθανε το 1984, ενώ είχε αποσυρθεί από τα κοινά.

Μερικές από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες του ήταν «Ο Εμίρης και ο Κακομοίρης», «Έξω οι Κλέφτες», «Χαρούμενοι Αλήτες» και «Οι Δοσατζήδες», στον ρόλο του γόη επιχειρηματία και ολίγον τοκογλύφου που τελειώνει τις δουλειές του «..στο τάκα τάκα».


 
Σταύρος Ξενίδης

Ηθοποιός με εξαιρετική παιδεία, που μπορούσε να ανταπεξέλθει σε οποιοδήποτε ρόλο και χαρακτήρα. Από το αγαθό γεροντάκι ή τον καλοκάγαθο νεαρό μέχρι τον αδίστακτο πανούργο που προκαλεί την απέχθεια. Έπαιξε σε πολλές ταινίες, πάνω από 80, διορθώνοντας πάντα με την υποκριτική του ευχέρεια τις υπερβολές ή τις αδυναμίες των πρωταγωνιστών. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 8 Μαρτίου 1923, σπούδασε υποκριτική στο Θέατρο Τέχνης του Κουν και έπειτα από μια ιδιαιτέρως μακρά πορεία (και στην τηλεόραση) πέθανε στο Γηροκομείο Αθηνών στις 2 Νοεμβρίου του 2008. Είχε παντρευτεί την ηθοποιό Μαργαρίτα Λαμπρινού.

Από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους του στην κωμωδία «Η Βουλευτίνα» ως ο υποψήφιος βουλευτής Περικλής Αράπης, στο κλασικό «Η Δε Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα» ως ο απόστρατος αξιωματικός που τα λέει «τσεκουράτα», ενώ πραγματικά ξεχωριστή είναι και μία από τις τελευταίες του εμφανίσεις στο «Λούφα και Παραλλαγή», στον ρόλο του διοικητή της «ΤΕΔ».


 
Βαγγέλης Πρωτοπαππάς

Από τους δυνατότερους καρατερίστες, που ευτύχισε να παίξει δίπλα σε όλες τις ταινίες του Βασίλη Λογοθετίδη, άρα και πολύ προσεγμένων παραγωγών. Με ιδιαίτερη ευκολία έμπαινε σε διαφορετικούς, ακόμη και κόντρα, ρόλους, καθώς είχε τεράστια θεατρική εμπειρία. Γεννήθηκε στην Τήνο το 1917, αν και η καταγωγή του ήταν από το Μεσολόγγι και γόνος ανώτερου δικαστικού, που τον ήθελε δικηγόρο. Μπήκε στη Νομική αλλά τον πρώτο χρόνο την εγκατάλειψε για να μπει στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Πέθανε το 1995.
Εκτός από τις ταινίες με τον Λογοθετίδη, δύο κωμωδίες στις οποίες «έγραψε» ήταν «Ο Ατσίδας», στον ρόλο του αγριεμένου αδελφού και στον «Σκληρό Άνδρα», με τον Χατζηχρήστο, υποδυόμενος έναν υποκριτή συνταξιούχο ιεροψάλτη.


 
Γιώργος Τσιτσόπουλος

Έπαιξε σε πολλές, μα πάρα πολλές ταινίες, όλους τους χαρακτήρες που μπορεί κάποιος να σκεφτεί. Όπως έλεγε και ο ίδιος, πάντα με την ευχάριστη διάθεσή που εξέπεμπε, «είμαι ο μεγάλος δεύτερος», καθώς ποτέ δεν διεκδίκησε την πρωτιά ή να κλέψει τη λάμψη από τους πρωταγωνιστές.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1929, ήταν κι αυτός του Θεάτρου Τέχνης, απέκτησε μία κόρη και πέθανε το 2006, ενώ είχε πολλές εμφανίσεις και στην τηλεόραση.

Πρωτόπαιξε σε μία από τις καλύτερες αν όχι την καλύτερη ταινία του ελληνικού σινεμά «Το Αμαξάκι» το 1957 του Ντίνου Δημόπουλου, δίπλα στον αξεπέραστο Ορέστη Μακρή. Ξεχωριστές ήταν οι ερμηνείες του στις κωμωδίες «Ο Κύριος Πτέραρχος» στον ρόλο του σμηνίτη που χάνει την αγάπη του και κάνει άνω κάτω ένα χωριό και στους «Γαμπρούς της Ευτυχίας», που θέλει να παντρευτεί τη Βασιλειάδου, για την περιουσία της, χωρίς ωστόσο να την έχει γνωρίσει ποτέ («Μα την αγαπώ κύριε»).


 
Περικλής Χριστοφορίδης

Σημαντικός καρατερίστας, που μάλλον κατέχει το ρεκόρ συμμετοχής σε ταινίες, με περισσότερες από 200. Ενδεικτικό της τεράστιας καριέρας του ότι ξεκίνησε το 1929 στην ταινία «Μπόρα» του Γαζιάδη και ολοκλήρωσε τις εμφανίσεις του στο «Ταξίδι του Μέλιτος» το 1979  του Πανουσόπουλου. Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα από καλλιτεχνική οικογένεια του Πόντου το 1907 και πέθανε το 1983.

Εντυπωσιακός ήταν στην αγαπημένη δραματική κομεντί «Η Καφετζού» στον ρόλο του δίγαμου και αδίστακτου μέλλοντος πεθερού του Μίμη Φωτόπουλου και στο «Τύφλα να χει ο Μάρλον Μπράντο», κάνοντας τον διευθυντή του ξενοδοχείου που υποδέχεται, ξετρελαίνεται με τον Βέγγο, νομίζοντας ότι είναι ένας φημισμένος ποιητής.


 
Λαυρέντης Διανέλλος

Αγαπημένη μορφή του ελληνικού σινεμά, με τεράστια γκάμα ρόλων, καθώς αποτελεί έναν από τους ρέκορντμαν εμφανίσεων στον κινηματογράφο, που πλησιάζουν τις 200, ενώ υπήρχαν χρονιές που ξεπερνούσε τις 20 συμμετοχές! Από πολύ νωρίς έπαιξε τον ηλικιωμένο και κυρίως τον πατέρα, τον θείο ή τον μοναχικό γέρο. Η πρώτη του ταινία είναι το κλασικό «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται» το 1948, ενώ οι ερμηνείες του είχαν πάντα το κάτι ξεχωριστό και ιδιαιτέρως ποιοτικό. Γεννήθηκε το 1911 στον Άγιο Λαυρέντιο, στο Πήλιο, παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Φρόσω Κοκκόλα και πέθανε στις ΗΠΑ το 1978.

Δύσκολο να διαλέξεις τις ταινίες στις οποίες διέπρεψε, αλλά σίγουρα στη «Μανταλένα» η φυσιογνωμία του αγγίζει την αγιότητα, ενώ ίσως η ερμηνεία της ζωής του να ήταν στο αντιπολεμικό δράμα «Με τη Λάμψη Στα Μάτια» στον ρόλο του πατέρα που πρέπει να διαλέξει ποιος από τους τρεις γιους του θα σωθεί από την εκτέλεση των Γερμανών στην κατοχή.


 
Κώστας Δούκας

Πληθωρικός ηθοποιός, που έφτιαξε με κέφι τον χαρακτήρα του «βαρυκόκκαλου» που μεγαλοδείχνει. Ο Κώστας Ασλανίδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1895 και σπούδασε στην Εμπορική Σχολή και εργάστηκε στην Τράπεζα Αθηνών, την οποία εγκατέλειψε για να γίνει ηθοποιός, ενώ έγραψε σενάρια και σκηνοθέτησε μερικές ταινίες. Πέθανε τον Ιούλιο του 1967. Έπαιξε στην καλύτερη κωμωδία του ελληνικού σινεμά «Της Κακομοίρας», που γύρισε ο έξοχος Ντίνος Κατσουρίδης, με τον Κώστα Χατζηχρήστο να παραδίδει μαθήματα κορυφαίας υποκριτικής και αυτοσχεδιασμού. Δίπλα στον περίφημο πια «Ζήκο» στον ρόλο του ερωτοχτυπημένου μεγαλομπακάλη, θα μας χαρίσει έναν αξιομνημόνευτο ρόλο (στο θέατρο τον είχε ο Αυλωνίτης!), καθώς με μεγάλη μαεστρία θα διατηρήσει κοντά στη γη τον Χατζηχρήστο, ο οποίος ήταν έτοιμος να απογειωθεί.


 
Δημήτρης Καλλιβωκάς

Από τους ελάχιστους της μεγάλης παρέας που βρίσκονται ακόμη εν ζωή. Ο 90χρονος πια ηθοποιός, που έπαιξε σε περίπου 40 ταινίες, κυρίως ρόλους κωμικούς, τον αντίζηλο των ζεν πρεμιέ. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και προσελήφθη αμέσως στο Εθνικό Θέατρο, ενώ το 1958 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο σινεμά στον «Μιμίκο και τη Μαίρη».

Στην κωμωδία «Μια Τρελή Τρελή Οικογένεια», κάνοντας τον αρραβωνιαστικό της Καρέζη και ανταγωνιστή του Αλεξανδράκη, θα κάνει τη μεγαλύτερη επιτυχία του, ως γόνος εφοπλιστών, που έχει το μυαλό του πάνω από το καπέλο, κοντράροντας στα ίσα ακόμη και τη Μαίρη Αρώνη, που είχε κάνει τον ρόλο της ζωής της στο σινεμά.
 

Αλέκος Τζανετάκος

Ο πιο γνωστός καρπαζοεισπράκτορας του ελληνικού σινεμά, που έφτιαξε τον χαρακτήρα του τρελόπαιδου, του πλέι μπόι, του αθεράπευτου γλετζέ, του ραλίστα, όπως ήταν περίπου και στη ζωή του. Άλλωστε ήταν γνωστός γυναικοκατακτητής με 17 αρραβώνες (ανάμεσά τους και πολλές ηθοποιοί) αλλά ούτε έναν γάμο. Τις περισσότερες καρπαζιές πρέπει να τις έφαγε από τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, αλλά και από τον Νίκο Σταυρίδη, ενώ την καλύτερη εμφάνισή του την έκανε στον «Εξυπνάκια» δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, κάνοντας έναν χαζούλη.


 
Αθηνόδωρος Προύσαλης

Ένας από τους καλύτερους ανάλαφρους μάγκες του ελληνικού σινεμά. Ακόμη και σε ρόλους που είχαν άλλα χαρακτηριστικά του έβγαινε πάντα η έμφυτη μαγκιά. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 15 Δεκεμβρίου του 1926, ήρθε στην Ελλάδα το 1932 και εγκαταστάθηκε αρχικά στην Κοκκινιά, για να πάρει πολλά από τις συνήθειές τους. Πέθανε στις 5 Ιουνίου του 2012.

Τα δύο λεπτά που εμφανίζεται στην κωμωδία «Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη» στον ρόλο του μάγκα ιδιοκτήτη του μπουζουκομάγαζου «Τα Παλουκάκια» και πάει να πάρει τα σπασμένα από την αδελφή του Αλεξανδράκη, Κατερίνα Γιουλάκη, είναι αρκετή για να καταλάβει κάποιος την υποκριτική του ικανότητα. «Εσύ πάψε θα σου ρίξω φλιτ...»


 
Ζαννίνο

Ο μπρουτάλ του ελληνικού σινεμά, ο οποίος καθιερώθηκε σε κωμωδίες κάνοντας τον «κακό», που δεν μπορεί να φοβίσει ούτε παιδάκι. Ο κατά κόσμον Γιάννης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου 1923 στον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης και πέθανε στις 27 Μαΐου του 1995 στη Νέα Ερυθραία. Η κόρη του Σόφη έγινε και αυτή ηθοποιός και μάλιστα έπαιξαν σε αρκετές ταινίες μαζί. Συνεργάστηκε σε πολλές ταινίες με τον Θανάση Βέγγο, τον Κώστα Χατζηχρήστο και άλλους πρωταγωνιστές, ενώ έπαιξε και στη γνωστή αμερικανική περιπέτεια «Το Εξπρές του Μεσονυχτίου».


 
Σπύρος Καλογήρου

Ακόμη ένας ηθοποιός, από τους πιο γνωστούς «δεύτερους» του ελληνικού σινεμά, που καθιερώθηκε ως «κακός», σε κοινωνικά δράματα, περιπέτειες, «ελληνικά γουέστερν» ή αστυνομικές ταινίες. Γεννήθηκε στις 3 Νοεμβρίου του 1922 στην Κυψέλη, ενώ με το θέατρο ασχολήθηκε αρχικώς ερασιτεχνικά, μέχρι που μπήκε στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου.

Με τη σύζυγό του, ηθοποιό, Ευαγγελία Σαμιωτάκη έζησαν μαζί για περισσότερα από 50 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του. Η σκηνή που τον στιγμάτισε ήταν αυτή της μονομαχίας με τον Κούρκουλο στη «Λόλα» και η ατάκα του «Είναι πολλά τα λεφτά Άρη».


 
Γιάννης Βογιατζής

Ακόμη ένας από τους ελάχιστους που ζουν ακόμη και σήμερα και μάλιστα παραμένει ενεργός ηθοποιός αν και έχει φτάσει στα 93. Τεράστια καριέρα, τόσο στο θέατρο όσο και στο σινεμά, όπου έκανε δεκάδες ρόλους, κυρίως αυτού του χαριτωμένου μπούλη, με αρτσούμπαλο περπάτημα και ύφος χαζοχαρούμενο. Γεννήθηκε στο Αιτωλικό το 1927 και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου.

Ίσως η καλύτερη ερμηνεία του να ήταν αυτή που έκανε τον ψυχίατρο στην ταινία «Η Γυναίκα μου Τρελάθηκε», δίνοντας συμβουλές στον Κωνσταντάρα για τα τρελά κόλπα της Μαίρης Αρώνη, εμπιστευόμενος τον «καθηγητή Μίιιλερ».

Νικήτας Πλατής
 
Πραγματικό πολυεργαλείο, με μεγάλο ταλέντο, που τον βοήθησε να παίξει πολλούς ρόλους αν και περισσότερο τυποποιήθηκε σε αυτούς του νευρικού αλλά καλόκαρδου μεσήλικα. Γεννήθηκε στην Αμοργό το 1912 και πέθανε το 1984. Μάλιστα, πρωταγωνίστησε με επιτυχία και στην ταινία «Τέντι Μπόι Αγάπη Μου», στο ρόλο του απόμαχου πατέρα που θέλει να ξαναρχίσει τη ζωή του, κόντρα σε όλα τα παιδιά του. Έπαιξε, πάντα με επιτυχία, σε πάνω από 100 ταινίες, ενώ η καλύτερη ερμηνεία του ήταν σίγουρα στο «Φωνάζει ο Κλέφτης», στον ρόλο του αστυνομικού διοικητή, που ανακρίνει τον Ντίνο Ηλιόπουλο, ο οποίος κατηγορείται ως αναρχικός. Η ευκολία με την οποία με ένα βλέμμα περνούσε από τον χαρακτήρα του σκληρού αστυνομικού σε αυτόν του καλόκαρδου συμπονετικού υπηρέτη του νόμου πραγματικά εκπληκτική.


 
 Δημήτρης Νικολαΐδης
 
Κατά βάση μια ευχάριστη παρουσία σε κάθε ταινία που εμφανίστηκε, καθώς έβγαζε μια πνευματώδη και λαμπερή παρουσία. Γεννήθηκε το 1922 στη Μικρά Ασία και πέθανε στις 21 Ιανουαρίου του 1993 στην Αθήνα, ενώ είχε παντρευτεί από το 1955 την ηθοποιό και τραγουδίστρια Σούλι Σαμπάχ. Γύρισε συνολικά περισσότερες από 80 ταινίες, με πρώτη το δραματικό «Το Κορίτσι της Γειτονιάς» του 1954, δίπλα στην Σμαρούλα Γιούλη και τον Ορέστη Μακρή. Σκηνοθέτησε μία ταινία, ιδιαιτέρως πετυχημένη, την κωμωδία «Η Γυναίκα μου Τρελάθηκε», με την Αρώνη και τον Κωνσταντάρα, ενώ η καλύτερη ερμηνεία του, που κοντράρει στα ίσα ακόμη και τον Τάκη Μηλιάδη, είναι αυτή στον ρόλο ενός μόδιστρου στην κωμωδία «Το Δόλωμα», με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. «Χρυσό μου, εσύ θέλεις 40 χρόνια για να γίνεις ζώο...»


 
 Νίκος Φέρμας
 
Καθιερώθηκε ως βαρύμαγκας, ντόμπρος, αλλά καλόκαρδος χαρακτήρας του ελληνικού σινεμά, στο οποίο εμφανίστηκε πάντα σε δεύτερους ρόλους σε δεκάδες ταινίες μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘60. Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1905 και το πραγματικό του όνομα ήταν Νίκος Χατζηανδρέου. Πέθανε στις 14 Αυγούστου του 1972 στην Αθήνα. Οι ερμηνείες του που έχουν χαραχτεί στη μνήμη πολλές. Από τη «Λόλα» και το «Ένας Ήρωας με Παντόφλες», μέχρι το ντελιριακό «Της Κακομοίρας». Ωστόσο, η ερμηνευτική του δεινότητα κάνει «μπαμ» στην ταινία «Η Καφετζού», όπου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κλέβει τις εντυπώσεις ακόμη και από τους πρωταγωνιστές. Υποδύεται τον μικροπωλητή ξηρών καρπών σε μικρά κεντράκια, αλλά παίζει και μονά ζυγά…


 
 Γιώργος Γαβριηλίδης
 
Σχεδόν πάντα άψογα ντυμένος, ευγενικός, αρχοντικός, ένας από τους αγαπημένους αθηναϊκούς χαρακτήρες του ελληνικού σινεμά. Γεννήθηκε το 1908 στην Νίκαια, παντρεύτηκε την επίσης εξαιρετική κωμική καρατερίστα Μαρίκα Κρεβατά και πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1982 στην Αθήνα. Έπαιξε σε δεκάδες κωμωδίες, κυρίως ρόλους του ευκατάστατου αστού, με μεγάλη επιτυχία.

Ξεχωρίζουν οι εμφανίσεις του στις κωμωδίες «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», στον ρόλο ενός πρώην διπλωμάτη και κυρίως στην κλασική κωμωδία «Ο Ηλίας του 16ου» κάνοντας τον σύζυγο μιας επιπόλαιας γυναίκας που τον κάνει ότι θέλει και τον βάζει σε περιπέτειες με τη μανία της στην χαρτοπαιξία. Η σκηνή που σηκώνει το χέρι του και δεν τολμά να ρίξει ένα χαστούκι στη γυναίκα του αλησμόνητη.


 
 Αρτέμης Μάτσας
 
Αν και στα παιδικά του χρόνια πραγματικά υπέφερε από τους Γερμανούς στην κατοχή, καθώς έχασε τον πατέρα του τον οποίο συνέλαβαν οι ναζί και τον έστειλαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης απ’ όπου δεν επέστρεψε ποτέ και ο ίδιος παραλίγο να πεθάνει από τις κακουχίες, έγινε σχεδόν συνώνυμο του καταδότη, του δωσίλογου, από τις εξαιρετικές ερμηνείες του σε ταινίες με κατοχικά θέματα και την πασίγνωστη πια ατάκα «οι Γερμανοί μας αγαπούν, είναι φίλοι μας». Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1930 και πέθανε στις 7 Σεπτεμβρίου του 2003. Επίσης, υπήρξε κριτικός και σκηνοθέτης, ενώ ο αδελφός του Νέστορας Μάτσας ήταν σκηνοθέτης και συγγραφέας. Έπαιξε σε δεκάδες ταινίες, κυρίως δράματα, πολλές φορές στον ρόλο του κακού και του σπιούνου, εν αντιθέσει με τον ευγενή και καλόκαρδο χαρακτήρα του.


 
 Ανέστης Βλάχος
 
Από τους κορυφαίους «σκληρούς» και «άγριους» του ελληνικού σινεμά, που πέρασε πολλά για να καθιερωθεί στο σινεμά. Στο ξεκίνημά του είχε πολλά οικονομικά προβλήματα και εργαζόταν και στην οικοδομή. Σε ένα μεροκάματο τραυματίστηκε στο δεξί του μάτι σοβαρά. Στα γυρίσματα της ταινίας «Το κορίτσι με τα μαύρα», ο Ανέστης Βλάχος γνωρίστηκε με την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν. Οι δύο ηθοποιοί κάλυψαν όλα τα έξοδα του νοσοκομείου και της επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε. Γεννήθηκε στην Προσοτσάνη Δράμας στις 7 Φεβρουαρίου 1934 και σήμερα ζει επιτέλους ήρεμα, με τα παιδιά και τα εγγόνια του. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία για τις ερμηνείες του και την προσφορά του στο ελληνικό σινεμά. Πιθανότατα η καλύτερη εμφάνισή του ήταν στο ιδιαιτέρως καλογυρισμένο αγροτικό κοινωνικό δράμα «Ο Φόβος», κλέβοντας τη δόξα από τους Αλέξη Δαμιανό, Μαίρη Χρονοπούλου και Έλλη Φωτίου.

Χρήστος Τσαγανέας
 
Βιβλική μορφή, που έλαμψε με την πρώτη εμφάνισή του στο κλασικό «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται». Καθιερώθηκε σε ρόλους στρυφνού ή πλούσιου που περιφρονεί τον φτωχό, πλην τίμιο υποψήφιο γαμπρό, παρότι έπαιξε σε πολλούς και διαφορετικούς ρόλους. Τεράστιας παιδείας, με αριστοκρατική καταγωγή, γεννήθηκε στη Βράιλα της Ρουμανίας, στις 2 Ιουλίου του 1906 και ήρθε στην Αθήνα για να φοιτήσει στην Ιατρική, την οποία παράτησε για τη Νομική, απ’ την οποία δεν πήρε ποτέ πτυχίο, για να ακολουθήσει την ηθοποιία. Υπήρξε σύζυγος της εξαίρετης ηθοποιού Νίτσας Τσαγανέα, ενώ συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Πέθανε στην Αθήνα το 1976, ακριβώς την ίδια ημέρα των γενεθλίων του. Εκτός από το «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται» και την κωμωδία «Το Ξύλο Βγήκε Από τον Παράδεισο», στον ρόλο του Λυκειάρχη, ήταν αξεπέραστος και στην κομεντί «Μια Ζωή την Έχουμε» ως αφεντικό του Χορν. «Είμαι τράπεζα εγώ...»


 
 Στέφανος Στρατηγός
 
Εκμεταλλευόμενος την αρρενωπή γοητεία του, αλλά και τη σκληράδα που εξέπεμπε, έπαιξε σε πολλές ταινίες ρόλους του αδίστακτου ή του «παλιάνθρωπου», που εξέπληττε το κοινό όταν έπαιζε θετικούς χαρακτήρες. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1923 και ήταν γιος των ηθοποιών Βασιλείου και Αμαλίας Στρατηγού, ενώ και οι αδελφές του Αλέκα και Στέλλα έγιναν ηθοποιοί. Ξεκίνησε από τον θίασο του πατέρα του και έπαιξε και στον θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη, αλλά και σε κάποιες ταινίες του αξέχαστου πρωταγωνιστή.

Επίσης, συνεργάστηκε σε πολλές ταινίες με τον Νίκο Ξανθόπουλο τη δεκαετία του ‘60. Πέθανε στις 6 Απριλίου του 2006 στον «Ερυθρό Σταυρό». Ξεχωριστή ήταν η εμφάνισή του στην ταινία «Το Αμαξάκι» δίπλα στον Ορέστη Μακρή, στον απαιτητικό ρόλο του άσωτου υιού, ενώ θα μείνει ως Ιμπραήμ Πασάς που κρεμάει τον Παπαφλέσσα στην ομώνυμη ταινία.


 
 Γιώργος Μούτσιος
 
Ηθοποιός που τραγουδούσε. Ακόμη ένας ηθοποιός σημαντικής παιδείας, που είχε το τεράστιο πλεονέκτημα, αυτό του τραγουδιού, καθώς έκανε ανώτερες σπουδές φωνητικής στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Ωδείου, ενώ είχε και σημαντική συνεργασία με τη Λυρική. Έπαιξε πολλούς χαρακτήρες στο σινεμά, αλλά οι σκηνοθέτες τον προτιμούσαν ως «ιντριγκαδόρο» ή «κακό». Γεννήθηκε στην Καλαμάτα στις 31 Ιανουαρίου του 1932 και πέθανε στις 17 Ιουλίου του 2012. Στην ανόητη κωμωδία «Ο Άνθρωπος που Γύρισε από τη Ζέστη» αποδεικνύει τον επαγγελματισμό του, καθώς εμφανίζεται δίπλα στον Κωνσταντάρα, κάνοντας τον Αφρικανό και μάλιστα βαμμένος μαύρος!


 
 Νίκος Τσαχιρίδης
 
Ο κασκαντέρ του ελληνικού σινεμά για πολλά χρόνια, ο βιοπαλαιστής στην οθόνη και στην πραγματική ζωή. Παιδί του ποντιακού ξεριζωμού, γεννήθηκε το 1933 στην Αθήνα και αναγκάστηκε να δουλέψει σκληρά για να επιβιώσει, μέχρι να τον ανακαλύψει το 1954 ο Νίκος Κούνδουρος και να του δώσει ένα ρολάκι στη «Μαγική Πόλη». Υπήρξε και ποδοσφαιριστής και αθλητικός τύπος, κυκλοφορούσε με ποδήλατο μέχρι τα γεράματά του, ενώ την τελευταία του εμφάνιση στο σινεμά την έκανε το 2003. Στις πάμπολλες εμφανίσεις του έπαιξε κυρίως ρόλους του σκληρού και του παράνομου. Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο σπίτι του στα Μελίσσια και στο τέλος έπασχε από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Πέθανε το 2015.


 
 Γιώργος Μοσχίδης
 
Σημαντικός ηθοποιός, θεατρικής παιδείας, που στο λεγόμενο εμπορικό σινεμά περιορίστηκε σε χαρακτήρες δεύτερων ρόλων. Έπαιξε και στο νέο ελληνικό σινεμά («Happy Day», «Ελευθέριος Βενιζέλος» κα) αλλά έκανε και πολύ τηλεόραση. Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1931, βγήκε στο σανίδι σε ηλικία 15 χρόνων, ενώ από το 1952 ήταν στον θίασο της Μαίρης Αρώνη. Στη συνέχεια εργάστηκε σε πολλούς θιάσους και στο Εθνικό και ταυτόχρονα γύρισε και αρκετές ταινίες, κυρίως για βιοποριστικούς λόγους. Έπαιξε πολλές φορές δίπλα στον Κωνσταντάρα, ενώ χαρακτηριστικός ήταν ο ρόλος του στην χαζοκωμωδία «Τι 30, τι 40, τι 50...» κάνοντας έναν γεροξεκούτη που νεανίζει...


 
 Λυκούργος Καλλέργης

 
Εξαιρετικός ηθοποιός, του θεάτρου, με τεράστια παιδεία, καθώς υπήρξε και θεατρικός σκηνοθέτης, μεταφραστής, συγγραφέας. Έντονα πολιτικοποιημένος, ήταν στέλεχος και βουλευτής του ΚΚΕ.
Γεννήθηκε στις 7 Μαρτίου του 1914 στην Κρήτη. Ο πατέρας του Σταύρος Καλλέργης ήταν πρωτοπόρος σοσιαλιστής και οργανωτής της πρώτης εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα. Ξεκίνησε τις θεατρικές σπουδές στη «Λαϊκή Σκηνή» του Κάρολου Κουν και ανέβηκε στη σκηνή της το 1934. Πέθανε στις 27 Αυγούστου του 2011 στην Αθήνα. Στο σινεμά έπαιξε κυρίως τον ρόλο του πατέρα, όπως στη χαριτωμένη κομεντί «Ραντεβού στην Κέρκυρα», με «κόρη» την Τζένη Καρέζη, ενώ θα μείνει για πάντα στη μνήμη στον ρόλο του παπά-Γρηγόρη, στην τηλεοπτική σειρά «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται».


 
 Βάσος Ανδρονίδης
 
Ακόμη ένας σημαντικός ηθοποιός, τέκνο και αυτός του Θεάτρου Τέχνης, που ερμήνευσε μεγάλη γκάμα χαρακτήρων στο ελληνικό σινεμά. Γεννήθηκε στο Κάιρο το 1930 και πέθανε στην Αθήνα στις 22 Αυγούστου του 2008. Η ερμηνεία του στο θεατρικό «Δάφνες και Πικροδάφνες» στο ιστορικό υπόγειο του Κουν αξιομνημόνευτη. Όπως και η κινηματογραφική εμφάνισή του στη δραματική κωμωδία «Θανάση Πάρε το Όπλο σου», που γύρισε μέσα στη χούντα, το 1972, ο Ντίνος Κατσουρίδης, στον ρόλο ενός άκαρδου, κακορίζικου και «της καταστάσεως», που φτάνει στα όριά του τον Βέγγο.
 


 Νάσος Κεδράκας
 
Ερμήνευσε λαϊκούς τύπους, τον μικροπωλητή, τον καφετζή, τον θυρωρό, τον επαρχιώτη κλπ, καταφέρνοντας να δώσει την εποχή, το κλίμα και το ύφος της ταινίας, με τα λίγα λεπτά που έπαιζε. Γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1915, σπούδασε στη Νομική Αθηνών και στη Σχολή του Εθνικού και έπαιξε στο θέατρο και στο σινεμά σε αμέτρητες ταινίες, ενώ έκανε και πολύ τηλεόραση. Ο πιο σημαντικός του ρόλος στο σινεμά ήταν στην κλασική κωμωδία «Η Δε Γυνή Να Φοβείται τον Άνδρα», στον ρόλο του φίλου του Γιώργου Κωνσταντίνου. Του φαρμακοτρίφτη...


 
 Ανδρέας Φιλιππίδης
 
Αρχοντικός όπως και στη ζωή, υπήρξε ένας από τους αγαπημένους του ελληνικού κοινού τόσο με τις εμφανίσεις του στο θέατρο και το σινεμά, όσο και στην τηλεόραση. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919, σπούδασε στη Σχολή του Εθνικού και ήταν απόφοιτος της Νομικής Αθηνών, ενώ έκανε δύο γάμους με γνωστές ηθοποιούς, τη Δέσπω Διαμαντίδου και τη Λίλη Παπαγιάννη, με την οποία έζησε μαζί της μέχρι τον θάνατό του. Πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 1989. Στο σινεμά η καλύτερη ερμηνεία του ήταν στην κωμωδία «Λούφα και Παραλλαγή», στον ρόλο του συνταγματάρχη υποδιοικητή της ΤΕΔ. «Εκάμαμεν επανάσταση...»
 
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ

 

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2020, 11:00