Οι γυναίκες που κατάφεραν να συλλάβουν με κάποια μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είναι πιο πιθανό να βιώσουν μια ενδεχόμενη αποβολή ως πιο τραυματικό γεγονός, σε σύγκριση με τις γυναίκες που συνέλαβαν φυσιολογικά, σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη.

Η αποβολή είναι η πιο συχνή επιπλοκή της κύησης που επηρεάζει περίπου το 20% των κλινικά αναγνωρισμένων κυήσεων. Η ερευνητική ομάδα από το Hong Kong διεξήγαγε μια μελέτη στο νοσοκομείο Queen Mary, με σκοπό την ψυχολογική επίπτωση που έχει στη γυναίκα μια αποβολή στο πρώτο τρίμηνο της κύησης. Οι ερευνητές σύγκριναν τα επίπεδα στρες, άγχους και κατάθλιψης μεταξύ 75 γυναικών που συνέλαβαν φυσιολογικά και 75 γυναικών που χρειάστηκαν μια μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Εκτός όμως από τον τρόπο σύλληψης υπήρχαν και κάποιοι δημογραφικοί παράγοντες που διέφεραν ανάμεσα στις δύο ομάδες. Η μέση ηλικία κατά τη σύλληψη ήταν τα 37 έτη για την ομάδα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και τα 31 για την ομάδα της φυσιολογικής σύλληψης. Παράλληλα, η διάρκεια της κύησης κατά τη διάγνωση της αποβολής ήταν κατά μέσο όρο 6 ημέρες μικρότερη στην ομάδα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν συνεντεύξεις και ειδικά ερωτηματολόγια για την αξιολόγηση της ψυχολογικής επίπτωσης της αποβολής στη μία, στις 4 και στις 12 εβδομάδες μετά τη διάγνωση της.

Παρά τις διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες, τα επίπεδα στρες άγχους και κατάθλιψης ήταν σημαντικά υψηλότερα και στις δύο κατά την πρώτη εβδομάδα μετά την αποβολή. Ενώ όμως τα επίπεδα άρχισαν σε γενικές γραμμές να μειώνονται, οι τιμές στην ομάδα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής παρέμεναν σημαντικά υψηλότερες από αυτές της ομάδας της φυσιολογικής σύλληψης κατά την επαναξιολόγηση της 4ης και της 12ης εβδομάδας.

Παράλληλα, οι γυναίκες στην ομάδα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είχαν σχεδόν διπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν κάποιο σοβαρό ψυχικό νόσημα μετά την αποβολή, σε σύγκριση με τις γυναίκες που συνέλαβαν χωρίς βοήθεια.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα υψηλοτέρα επίπεδα στρες, άγχους και κατάθλιψης μέχρι και 12 εβδομάδες μετά την αποβολή οδηγούν στο συμπέρασμα ότι για τις γυναίκες που συνέλαβαν μέσω της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής η αποβολή αποτέλεσε μεγαλύτερο ψυχικό τραύμα. Η αύξηση του στρες μετά την αποβολή μάλιστα, θα μπορούσε να συσχετισθεί με τη διάρκεια της υπογόνιμης περιόδου της γυναίκας και το χρόνο αναζήτησης των μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η μελλοντική έρευνα είναι σημαντικό να αναζητήσει τον κατάλληλο χαρακτήρα της συστηματικής υποστήριξης των γυναικών αυτών, καθώς και την αποτελεσματική παρέμβαση στη σωστή χρονική στιγμή, ώστε οι γυναίκες να προστατευτούν από τις μακροπρόθεσμες ψυχικές συνέπειες του τραυματικού γεγονότος της αποβολής.

Οι ειδικοί μάλιστα υπενθυμίζουν πως αν και η αποβολή είναι αρκετά συχνή επιπλοκή, οι γυναίκες πολλές φορές είναι απροετοίμαστες για την απώλεια και υποφέρουν από ένα μεγάλο εύρος ψυχικών αντιδράσεων που κυμαίνονται από το πένθος μέχρι το άγχος και την κατάθλιψη.

Τα ευρήματα δίνουν έμφαση στη σημασία της πρώιμης αναγνώρισης των γυναικών που δυσκολεύονται να διαχειριστούν το τραύμα της αποβολής και στην υποστήριξη τους με τρόπο που θα βελτιώσει την ψυχική τους υγεία κι ευεξία. Οι γυναίκες μπορούν να ζητήσουν καθοδήγηση από τον ειδικό που εμπιστεύονται, σχετικά με τις διαθέσιμες εναλλακτικές που θα παρέχουν την κατάλληλη υποστήριξη μετά από μία αποβολή.

Πηγή: medicalnewstoday

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Π. Δρέττας,
Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος,
Δ/ντής του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών,
www.andrologia.gr

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης