Περίπου το 50% του προσδόκιμου ζωής μπορεί να καθορίζεται από γενετικούς παράγοντες, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Science, ανατρέποντας την έως σήμερα υποεκτίμηση της κληρονομικότητας στη μακροζωία.
Ερευνητές επισημαίνουν ότι προηγούμενες μελέτες δεν είχαν λάβει επαρκώς υπόψη την «εξωγενή θνησιμότητα» – θανάτους από ατυχήματα, λοιμώξεις ή άλλους μη βιολογικούς παράγοντες. Αυτοί αυξάνονται με την ηλικία και «καλύπτουν» το πραγματικό γενετικό σήμα της γήρανσης.
Η ομάδα του καθηγητή Ούρι Αλον στο Ινστιτούτο Weizmann ανέπτυξε μαθηματικό μοντέλο που διαχωρίζει την επίδραση της βιολογικής γήρανσης από τους εξωγενείς κινδύνους. Το μοντέλο βασίστηκε σε δεδομένα από χιλιάδες δίδυμους στη Δανία και τη Σουηδία.
Αφαιρώντας την επίδραση της εξωγενούς θνησιμότητας, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι περίπου το 50% της διακύμανσης στη διάρκεια ζωής οφείλεται στη γενετική – ποσοστό αντίστοιχο με αυτό που παρατηρείται σε πειραματόζωα. Το υπόλοιπο 50% σχετίζεται με περιβαλλοντικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες, όπως η διατροφή, η άσκηση, οι κοινωνικές σχέσεις και το περιβάλλον.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι η γενετική συμβολή διαφέρει ανάλογα με την αιτία θανάτου, όπως ο καρκίνος ή η άνοια. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι οι μηχανισμοί γήρανσης στον άνθρωπο μοιάζουν με εκείνους άλλων ειδών, ενισχύοντας την προοπτική μελλοντικών παρεμβάσεων για την επιβράδυνση της γήρανσης και των σχετιζόμενων ασθενειών.
