Δεν υπάρχει γενοκτονία δίχως ομαδικούς τάφους. Και τούτη δω που βιώνει εδώ και κάτι χρόνια η ελληνική κοινωνία, δεν θα μπορούσε να μην έχει τους δικούς της.

Μερικές χιλιάδες «αυτόχειρες» που αρνήθηκαν ή δεν γούσταραν -ή έστω δεν μπόρεσαν μωρ΄ αδερφέ- να ζήσουν δίχως αξιοπρέπεια, για να θαφτούν κάτω από το λασπώδες χώμα μιας ιδιότυπης δημοσιογραφικής δεοντολογίας που, καθώς δεν θεωρεί πρέπον να αναφέρει τα ονόματά τους, (για ποιο λόγο τάχα;), τα υποκαθιστά με άλλους προσδιορισμούς:

Ο «45χρονος εργάτης», η «42χρονη μητέρα», ο «50χρονος έμπορος». Εκεί που η ταυτότητα ενός απολύτως συγκεκριμένου υπαρκτού υποκειμένου και -τουλάχιστον ιστορικά- αδιαμφισβήτητου, υποκαθίσταται πρόστυχα από ένα μερικό -κι εν πολλοίς αδιάφορο- χαρακτηριστικό του, μεταφέροντας αμέσως, υποκείμενο και ιστορία, στη σφαίρα του ημιφανταστικού, κάπου ανάμεσα στο γεγονός και στη φημολογία του…

Και ξαφνικά, προς εξυπηρέτηση μιας ακαθόριστης και ασαφούς δημοσιογραφικής (τάχα) ηθικής, χάνεις την υπόσταση της ίδιας σου της ύπαρξης, αφού κάποιος (δημοσιογράφος) κρίνει πως ο θάνατός σου «αξίζει» (;) μεν να αναφερθεί, χωρίς όμως να συνοδεύεται από τη βαρύτητα της ιστορικής σου μοναδικότητας που σημαίνεται -έστω χάριν συντομίας- από το ονοματεπώνυμό σου.

Και ξαφνικά, ο θάνατός σου γίνεται …μη θάνατος, αφού «δεν υπάρχει» καμιά ιστορία να «κλάψει» κάποιος γι’ αυτή. 

Και ξαφνικά, ο θάνατός σου καταντά τεμάχιο και μερίδα είδησης, για να σερβιριστεί σε μικρές κι ανώνυμες δόσεις, και να προσφέρει έτσι τις καλύτερες υπηρεσίες σε μια εξουσία που κυριολεκτικά τρέμει και μόνο στην ιδέα ότι θα μπορούσαν κάποτε οι άνθρωποι αυτοί να εμφανιστούν ως οντότητες, ως υπαρκτά άτομα και όχι ως χυδαία αντωνύμια. Γιατί αν όλοι αυτοί οι ανώνυμοι τελικά …υπήρξαν, τότε προέβησαν και σε μια πράξη που η συλλογική συνείδηση έχει ανάγκη να προσλάβει, να ερμηνεύσει και τέλος να ταξινομήσει. Και δεν θα υπήρχε τίποτε πιο επικίνδυνο αυτή τη στιγμή για την εξουσία από μια τέτοια «ταξινόμηση» καθώς από αυτή θα έλειπαν τα ψευδή στεγανά του τόπου και του χρόνου που συνέβησαν αυτές οι πράξεις και τότε η εικόνα δεν θα διέφερε σε τίποτε από εκείνη στην οποία, μερικές χιλιάδες άνθρωποι δίνουν ένα απολύτως συγκεκριμένο (χρονικά και τοπικά) ραντεβού, για να τινάξουν παρέα τα μυαλά τους στον αέρα.

Κι αλλοίμονο… Αν κάτι τέτοιο μπορούσε να συμβεί, τότε, πολλοί από τους πολιτικούς μας θα ζήλευαν τη μοίρα του Τσαουσέσκου και μπροστά στην «Αθήνα» μιά «Τιμισοάρα» θα έμοιαζε παιδική χαρά…

Σε ένα τέτοιο έγκλημα συντέλεσε κι ο γράφων και δικαιολογία δε τον σώζει καμιά: «69χρονος βρέθηκε απαγχονισμένος στο σπίτι του στη Ρόδο». Τα νύχια μου θα χώσω στο χώμα το οποίο έριξα με «δημοσιογραφική» βιάση πάνω του, και θα τον «ξεθάψω» και τούτο δεν θάναι ύβρις. Ή, κι αν είναι, δεν θάναι πιο ανίερη από την πρώτη μου πράξη.

Είχε όνομα λοιπόν αυτός ο «69χρονος». Κυριάκο Κυριακίδη τον έλεγαν και του άρεσε να ζωγραφίζει. Νατουραλιστής και με αδυναμία στα ξύλινα σκαριά και στην παραδοσιακή μας αρχιτεκτονική.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944, ήταν μαθητής του Α. Πολυκανδριώτη και αργότερα, στη Σχολή Βακαλό, του Π. Μοσχίδη και του Π. Τέτση.

Είχε στο ενεργητικό του μια ατομική έκθεση και αρκετές ομαδικές. Εργάστηκε ως σκηνογράφος, διακοσμητής, μακετίστας, βιομηχανικός σχεδιαστής και εικονογράφησε βιβλία όπως την Παλατιανή Ανθολογία του Αντρέα Λεντάκη.

Τα τελευταία χρόνια η ζωή δεν φάνηκε τόσο στοργική μαζί του. Προσπαθούσε να ζήσει από την Τέχνη, μα η παρακμή στην οποία μας οδήγησαν οι κυβερνήσεις μας, δεν συγχωρεί τέτοια «λάθη».

Ο Κυριάκος Κυριακίδης έμενε σε ένα μικρό καμαράκι στην Παλιά Πόλη της Ρόδου. Τα χρήματα που είχε, λιγότερα κι από τις πιο πρώτες ανάγκες του. Ένας αδερφός, βιοπαλαιστής κι αυτός, που τον βοηθούσε όσο μπορούσε. Και λίγοι φίλοι. Πραγματικοί. Όχι σαν κι αυτούς των κοινωνικών δικτύων.

Πριν μερικά χρόνια ο Κυριάκος σ’ ένα καμβά του άπλωσε την πλατεία Ιπποκράτους. Στην ίδια πλατεία, πριν λίγους μήνες πουλούσε κουλούρια για να βγάλει λίγα κέρματα. Τον είδε τυχαία ο νομάρχης. Του στάθηκε. Του υποσχέθηκε μάλιστα και μια ατομική έκθεση για το φετινό καλοκαίρι. Ήταν ευαίσθητος άνθρωπος ο νομάρχης.

Το ίδιο ευαίσθητη όμως δεν ήταν η κυρά-Πόπη, η σπιτονοικοκυρά του. Για το άθλιο σπίτι που του νοίκιαζε του έπαιρνε ενοίκιο 300 ευρώ. Κι ας ήξερε η εφορία ότι του παίρνει μόνο 150. Ο Κυριάκος της χρωστούσε μόνο ένα ενοίκιο. Μόνο ένα. Μ’ αυτή δεν δίσταζε κάθε μέρα να πηγαίνει έξω από την πόρτα του και να τον ξεφτιλίζει. Σκηνές από Ελλάδα του 50 κι από ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη…

Τη Μεγάλη Τρίτη, προκειμένου να τον εξαναγκάσει να της πληρώσει άμεσα αυτό το ένα ενοίκιο, τελείως παράνομα κι άλλο τόσο απάνθρωπα, παρεμβαίνει στο μετρητή της ΔΕΗ και του κόβει το ρεύμα! Όλη την Μεγάλη Εβδομάδα ο ζωγράφος έζησε με ένα κερί. Και με τις καθημερινές βρισιές της κυρά-Πόπης.

Το επόμενο Σάββατο ο ζωγράφος βρήκε τη δική του λύση στο πρόβλημα. Πήρε λίγο σκοινί και κρεμάστηκε. Απλό δεν είναι τελικά;

Κάπου εκεί τελειώνουν όλα κι άλλο τίποτα για τον Κυριάκο Κυριακίδη δεν γνωρίζω να σας πω. Κι ούτε που θέλω. Κι αν σας ιστόρησα όλα τούτα, ήταν γιατί με βαραίνανε αφόρητα. Ίσως γιατί θαρρώ πως όλοι δικαιούμαστε να είμαστε κάτι παραπάνω από απλοί «69χρονοι» που ζήσαμε και πεθάναμε μέσα σε τρεις γραμμές μιας διαδικτυακής «ειδησεογραφικής» ανάρτησης. (κι αυτές …copy-paste).

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης