Σαν σήμερα, η «Γκόλφω» πέρασε από τη θεατρική σκηνή στο πανί και άνοιξε έναν καινούργιο δρόμο για τον ελληνικό κινηματογράφο. Ήταν η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους που γυρίστηκε ποτέ στη χώρα μας και ταυτόχρονα η απαρχή του κινηματογραφικού είδους της «φουστανέλας», που έμελλε να γνωρίσει μεγάλη άνθηση αρκετές δεκαετίες αργότερα.
Η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Σπυρίδωνος Περεσιάδη πραγματοποιήθηκε το 1914 στην Αθήνα, στα στούντιο της οδού Χαλκοκονδύλη, από τον Σμυρνιό Κώστα Μπαχατώρη. Στην ταινία συμμετείχαν ηθοποιοί των περιπλανώμενων «μπουλουκιών», καλλιτέχνες που γύριζαν την ελληνική επαρχία και κρατούσαν ζωντανό το έργο του Περεσιάδη σε χωριά και κωμοπόλεις. Τη Γκόλφω ενσάρκωσε η Βιργινία Διαμάντη, πλαισιωμένη από την Ολυμπία Δαμάσκου, τον Ζάχο Θάνο και τον Γεώργιο Πλουτή.
Για την εποχή, η παραγωγή ήταν τολμηρή και δαπανηρή. Ο Μπαχατώρης ξόδεψε 100.000 δραχμές, ένα ποσό εξαιρετικά υψηλό, χωρίς όμως να δικαιωθεί εμπορικά. Η απογοήτευση αυτή τον οδήγησε να αποσυρθεί από τον κινηματογράφο, αφήνοντας πίσω του, ωστόσο, μια ταινία-ορόσημο και το αποτύπωμα ενός πρωτοπόρου.
Η πρεμιέρα της βουβής, ασπρόμαυρης «Γκόλφως» πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1915 στον κινηματογράφο «Πάνθεον» της Ομόνοιας. Παρά τις τεχνικές αδυναμίες, που δεν πέρασαν απαρατήρητες, η ταινία αντιμετωπίστηκε με επιείκεια και σεβασμό από την κριτική.

«Γκόλφω» (1915)
Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται η Γκόλφω, μια φτωχή και ορφανή βοσκοπούλα που ερωτεύεται τον Τάσο. Η αγάπη τους δοκιμάζεται όταν ο Τάσος υποκύπτει στον πειρασμό της προίκας και την εγκαταλείπει για τη Σταυρούλα. Η Γκόλφω, πληγωμένη και χαμένη μέσα στην απόγνωση, τον καταριέται, για να τον συγχωρήσει λίγο αργότερα. Η συγχώρεση αυτή γίνεται η σπίθα της μετάνοιας του Τάσου, όμως η λύτρωση έρχεται πολύ αργά: η Γκόλφω πεθαίνει δηλητηριασμένη και ο Τάσος την ακολουθεί στον θάνατο.

«Γκόλφω» με την Αντιγόνη Βαλάκου (1955)
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, στις 28 Μαρτίου 1955, η «Γκόλφω» ξαναζωντάνεψε στον κινηματογράφο, αυτή τη φορά από τον Ορέστη Λάσκο, με την Αντιγόνη Βαλάκου και τον Νίκο Καζή. Η δεύτερη αυτή εκδοχή γνώρισε μεγάλη επιτυχία, κόβοντας πάνω από 115.000 εισιτήρια και καταλαμβάνοντας μία από τις πρώτες θέσεις στις εμπορικότερες ταινίες της χρονιάς.
Η μοίρα της Γκόλφως και του Τάσου, όπως αποτυπώνεται διαχρονικά στη σκηνή, συνθέτει μια εμβληματική εικόνα του άτυχου έρωτα. Η σύγκρουση της αγνής αγάπης με τον φθόνο του περιβάλλοντος και η τελική θυσία των δύο εραστών, προσδίδουν στο έργο μια συγκλονιστική απήχηση που παραμένει αλώβητη στον χρόνο.

«Γκόλφω» από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου

