Μέσα της δεκαετίας του 1990 ήταν που με παρέα συναδέλφων από ΤΑ ΝΕΑ κατεβήκαμε τα σκαλάκια του μικρού κέντρου διασκέδασης «Στράτος» της οδού Φιλελλήνων, για να ακούσουμε τον Μανώλη Μητσιά.
Έναν καταξιωμένο από χρόνια στο ποιοτικό τραγούδι, δίκαια βέβαια, αφού η φωνή του, μελωδική, πεντακάθαρη με ήχο πότε από κρύσταλο και πότε από χρώματα που αρωματίζουν τις ψυχές , ήταν σίγουρο πως θα μας ταξιδέψει σε εικόνες μαγικές με την ερμηνεία του, επιλέγοντας τα «παντοτινά διαμάντια» της τεράστιας παρακαταθήκης του. Αυτήν που του είχαν δωρίσει, οι σπουδαιότεροι δημιουργοί της περιπέτειας που ονομάζεται ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Η βραδιά κύλησε όπως την περιμέναμε, φύγαμε με γλύκα στις ψυχές μας και -θυμάμαι- την επομένη στη εφημερίδα, στην τακτική του στήλη, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος (θαμώνας και αυτός παρέα με τον Κώστα Μητρόπουλο), έξοχος κριτικός θεάτρου, στιχουργός, λόγιος και άξιο μέλος της εκπαίδευσης, έγραψε για τον Μητσιά και το πρόγραμμά του στο μικρό συμπαθητικό «Στράτο»:
«Επιτέλους, ζήσαμε μια βραδιά Πολιτισμού. Χίλια μπράβο στους συντελεστές».
Θυμήθηκα το περιστατικό, την στιγμή που έκλεινε την χθεσινή του, ζόρικη (δύο ώρες μόνος του στην σκηνή) συναυλία ο Μανώλης, την δεύτερη από τις δύο στο Μέγαρο Μουσικής, για να τιμήσει αποκλειστικά τον Νίκο Γκάτσο, δηλαδή τον μεγάλο αυτόν ΄Ελληνα, που γράφοντας «το μισό ελληνικό τραγούδι» δίδαξε ήθος, ειλικρίνεια, πρόβλεψη, και κυρίως γνώση της ελληνικής γλώσσας και ΙΣΤΟΡΙΑΣ.
Η βραδιά κύλησε μαγικά, με έναν Μητσιά να δίνει την εντύπωση ότι η φωνή του ήταν το ίδιο συναρπαστική, γοητευτική και δυναμική, όσο και τότε στο υπόγειο του «Στράτου», αλλά και πριν και μετά στις δεκάδες φορές που ήμουν παρών όταν χάριζε τα δώρα της φαρέτρας του σε χώρους ιερούς, για παράδειγμα κατ’ επανάληψη Δεκαπενταύγουστο στο προαύλιο του σχολείου της Ασέας, πλάϊ στο πατρικό του Γκάτσου, ή στο «Χάραμα» της Καισαριανής, εκεί όπου κάθε βράδυ το φινάλε της παράστασης έκλεινε -από τον ερμηνευτή και τους θαμώνες- (αντί για «δι’ ευχών») με την ‘Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τρικαλινού βάρδου.
Ο Μανώλης Μητσιάς με την τεράστια σε μέγεθος Πολιτισμού πορεία στο τραγούδι, αξίζει συγχαρητήρια κυρίως για την επιμονή του να θέλει να διατηρήσει ζωντανό το έργο του Γκάτσου με τον Χατζιδάκι, ως βασικός -και του λόγου του- συντελεστής του. Και το κάνει γιατί πιστεύει πως αξίζει να διατηρηθεί για την ποιότητα και την αλήθεια του, σε μια εποχή που η μουσική μετριότητα (για να μην πως ασημαντότητα) πολιορκεί την σύγχρονη ελληνική κοινωνία.
Στο σημείο αυτό, οφείλω να καταθέσω ότι με πιάνει συχνά το παράπονο ακούγοντας τα δύο-τρία μουσικά ραδιόφωνα τα οποία πιστεύουν -και το φωνάζουν- ότι υπηρετούν το καλό ελληνικό τραγούδι (μεταξύ μας, το χαρακτηρίζουν «έντεχνο»…αλλά δεν είναι λίγα τα άτεχνα που ακούγονται στον αέρα!). Και ερωτώ: πότε ακούσατε τελευταία φορά από τον «Μελωδία FM», ή την «Μέντα», τον «Γιάννη τον φονιά» ‘η την «Αθανασία»; Τι γνωρίζουν οι μοντέρνοι μουσικοί παραγωγοί (!) ραδιοφώνου, για το «Τραγούδι του παλιού καιρού», ή το «Πως να κρατήσω το φώς που βασιλεύει;» αυτό το αριστούργημα από το έργο «Χειμωνιάτικος ήλιος»;
Συχνά, αυτό το παράπονο για την ροή της καθημερινής μουσικής μας τροφής, γίνεται θυμός, βγαλμένος μέσα από τα σχόλια του Μάνου Ελευθερίου, που είχε κηρύξει τον πόλεμο σε όσους γύριζαν τις πλάτες τους στο ΠΑΛΙΟ αλλά σπουδαίο τραγούδι, γράφοντας ότι «οι ηλίθιοι θεωρούν την άποψή τους σωστή, λες και τα τραγούδια είναι φρέσκα ψάρια»!!
Τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Γκάτσου για τον δίσκο «Θαλασσινά φεγγάρια», αποτέλεσαν το πρώτο μέρος της χθεσινής μυσταγωγίας που πρόσφερε ο Μητσιάς με τους πολύ καλούς μουσικούς της ορχήστρας, ήταν όλα τους υπέροχα και αδικημένα από την ζόρικη εποχή που ετοιμάζονταν να κυκλοφορήσουν σε δίσκο, με τις θεϊκές φωνές της Φαραντούρη, του Μπιθικώτση και της Μοσχολιού. ‘Όπως ακούστηκε χθες από τον Μανώλη, ημέρα της κυκλοφορίας του έργου είχε οριστεί η 21η Απριλίου του ’67. Με συνέπεια να απαγορευτούν από τους πραξικοπηματίες και ο Μίκης να φύγει στο εξωτερικό. Τα σχεδόν άγνωστα αυτά τραγούδια ακούστηκαν χθες από τον Μητσιά με υπέροχο τρόπο και την Μαρία Φαραντούρη, παρούσα στην πλατεία , να συγκινείται πιθανότατα, ακούγοντας «Θα ρίξω πέτρα», «Κοιμήσου παλικάρι μου», «Φέρτε τη θάλασσα να την προσκυνήσω», «Σήμερα βράδιασε νωρίς», «Στου κόσμου την ανηφοριά»…
Μανώλη Μητσιά βάστα γερά. Οι «Θερμοπύλες» σε έχουν ανάγκη!

