Όλο και περισσότερα στοιχεία έρχονται στο «φως» της δημοσιότητας για την υπόθεση κατασκοπείας με πρωταγωνιστή τον 54χρονο σμήναρχο της Πολεμικής Αεροπορίας.
Η υπόθεση όπως είναι φυσικό, έχει ήδη προκαλέσει πολιτικό και θεσμικό «σεισμό», καθώς εκτός από τις ποινικές ευθύνες, ανοίγει για πρώτη φορά στην Ελλάδα την προοπτική αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας από Έλληνα σε χρόνο ειρήνης για πράξη κατασκοπίας.
Η ΕΥΠ και το ΓΕΕΘΑ έχουν θέσει επίσης υπό καθοριστικό έλεγχο πρόσωπα που ενδέχεται να έχουν συνεργαστεί ή να έχουν στρατολογηθεί από τον ίδιο.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, στο μικροσκόπιο βρίσκονται δύο απόστρατοι, οι οποίοι φέρονται να έχουν ανοικτά κανάλια επικοινωνίας με την Κίνα και με αντίστοιχα «δίκτυα επαφών», παρόμοια με εκείνα που χρησιμοποιούσε ο αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας.
Για τον έναν μάλιστα αναφέρεται ότι διατηρεί επαγγελματική συνεργασία με την κινεζική αεροπορία.
Οι αρμόδιες αρχές χειρίζονται την υπόθεση με ιδιαίτερη προσοχή και χαμηλούς τόνους, έως ότου συγκεντρωθούν όλα τα δεδομένα και σχηματιστεί πλήρης εικόνα, όπως είχε συμβεί και στην περίπτωση του σμηνάρχου.
Ο κατηγορούμενος παραμένει κρατούμενος και αναμένεται να απολογηθεί ενώπιον της ανακρίτριας του αεροδικείου την ερχόμενη Τρίτη, καθώς του έχουν απαγγελθεί βαριές κακουργηματικές κατηγορίες για συλλογή και μετάδοση απόρρητων στρατιωτικών πληροφοριών υπέρ της Κίνας.
Τι «πρόδωσε» τον σμήναρχο
Οι ελληνικές αρχές, και ειδικότερα η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) σε συνεργασία με το ΓΕΕΘΑ, άρχισαν να «ξετυλίγουν το κουβάρι» της υπόθεσης από τον Οκτώβριο του 2025, όταν υπήρξε πληροφορία από ξένη υπηρεσία, με κύρια πηγή την CIA, ότι ευαίσθητα νατοϊκά αρχεία με ελληνικά στοιχεία διέρρεαν στο Πεκίνο.
Οι έρευνες εστίασαν γρήγορα στα ψηφιακά ίχνη, ανάμεσα σε αυτά και ένα κρυπτογραφημένο λογισμικό στο κινητό του, που τελικά τον κατέδειξαν ως τον ύποπτο, παρά το γεγονός ότι μέχρι πρότινος ήταν ένα πρόσωπο υπεράνω πάσης υποψίας, με πολυετή θητεία σε κρίσιμες θέσεις επικοινωνιών και τηλεπικοινωνιών.
Ο ίδιος φέρεται να έχει ομολογήσει ότι χρησιμοποίησε κρυπτογραφημένα μηνύματα και ειδικό λογισμικό για να στέλνει ευαίσθητες πληροφορίες στην Κίνα και μάλιστα ανέφερε στον ανακριτή τον Κινέζο «χειριστή» του, που βρίσκεται στην Κίνα.
Τι μπορεί να έχει διαρρεύσει
Οι πληροφορίες που φέρεται να μετέδιδε ο 54χρονος αφορούν μεταξύ άλλων διαβαθμισμένα συστήματα επικοινωνιών, ραντάρ, τηλεπικοινωνιακά πρωτόκολλα, κώδικες κρυπτογράφησης και μεθόδους διασύνδεσης σε επιχειρησιακά κέντρα, στοιχεία δηλαδή που για τρίτη χώρα αποτελούν «χρυσό» για την αποκρυπτογράφηση της λειτουργίας των συστημάτων μας και του ΝΑΤΟ.
Το Υπουργείο Άμυνας, ο νέος νόμος Δένδια και η ιθαγένεια
Κεντρικό στοιχείο στην υπόθεση που τώρα απασχολεί την ΕΥΠ και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, είναι η νομική διάσταση που ανοίγει η περίπτωση αυτή.
Με πρόσφατο νόμο (ν. 5265/2026), γνωστό ως «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή», που προώθησε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας και υπερψήφισε η κυβέρνηση, η κατασκοπία έχει ενσωματωθεί στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας ως λόγος έκπτωσης της ελληνικής ιθαγένειας (άρθρο 298 σε συνδυασμό με άρθρο 17 του Κώδικα).
Με βάση την τροποποίηση αυτή, αν ο κατηγορούμενος καταδικαστεί αμετάκλητα για παραβίαση μυστικών της Πολιτείας ή για μετάδοση στρατιωτικών μυστικών, ενδέχεται να κηρυχθεί έκπτωτος της ιθαγένειας του. Ένα σενάριο που αν εφαρμοστεί για πρώτη φορά θα έχει ευρύτερες νομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον και ίσως λιγότερο τυχαίο, είναι ότι η συζήτηση για την αναμόρφωση των λόγων απώλειας ιθαγένειας είχε προκαλέσει αντιπαραθέσεις στη Βουλή, με αρκετούς να σχολιάζουν ότι οι σχετικές αναφορές του κ. Δένδια δεν ήταν απλά γενικόλογες, αλλά ενδεχομένως να βασίζονταν σε γνώση εκ των έσω για υποθέσεις που το υπουργείο και οι υπηρεσίες πληροφοριών παρακολουθούσαν από καιρό.
Παρασκηνιακός αντίκτυπος και επόμενες κινήσεις
Η υπόθεση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, αλλά έχει ήδη ρίξει βαριά σκιά εντός των Ενόπλων Δυνάμεων και των υπηρεσιών πληροφοριών.
Από τη μία πλευρά, αναζωπυρώνει την κριτική για τις διαδικασίες αντικατασκοπίας και την αξιοποίηση πληροφοριών από ξένες υπηρεσίες. Από την άλλη, φέρνει στο προσκήνιο ζητήματα που αφορούν τη διασύνδεση νομοθετικού πλαισίου, εθνικής ασφάλειας και πολιτικών επιλογών.
Ενώ η έρευνα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη-με την ΕΥΠ να ελέγχει και να αξιολογεί στοιχεία για πιθανή εμπλοκή συνεργών- και η δικαστική διαδικασία να συνεχίζεται, η συζήτηση για το αν η αφαίρεση της ιθαγένειας θα ενεργοποιηθεί είναι μόλις στην αρχή, με νομικούς κύκλους να επισημαίνουν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελέσει νομικό προηγούμενο χωρίς αντιστοιχία στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
