Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που εύχεσαι να υπήρχε ένας απλός τρόπος για να κάνεις τους ανθρώπους πιο προσεκτικούς, πιο ευγενικούς, πιο ικανούς να δουν τον άλλον πραγματικά. Να μπορούσες να τους κάνεις λίγο πιο συμπονετικούς, να αναγνωρίσουν ότι ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος μόνο από τη δική τους οπτική. Αλλά όλοι ξέρουμε ότι δεν υπάρχει τέτοια συνταγή. Δεν μπορείς να μεταμορφώσεις τη συμπεριφορά κάποιου που δεν θέλει να δει πέρα από τον εαυτό του. Κι αυτή είναι ίσως μια από τις πιο δύσκολες αλήθειες της ενήλικης ζωής.
Όταν ζεις στο εξωτερικό, όταν είσαι η μειονότητα, κουβαλάς μια ιστορία, μια κουλτούρα, ένα υπόβαθρο που δεν μοιάζει με το κυρίαρχο αφήγημα. Έχω αμέτρητα παραδείγματα ανθρώπων που δεν είχαν ιδέα – και δεν φάνηκε να θέλουν να αποκτήσουν – τι σημαίνει να είσαι από άλλη χώρα, από άλλη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, από ένα μέρος όπου πρέπει πάντα να παλεύεις για τα αυτονόητα. Κι αυτό, όσο κι αν προσπαθείς να το δικαιολογήσεις, έχει στιγμές που γίνεται βαθιά μοναχικό.
Με τον καιρό κατάλαβα κάτι θεμελιώδες: ίσως το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να προσφέρουμε σε έναν άνθρωπο είναι η ικανότητα να τον δούμε. Να αναγνωρίσουμε την ανθρώπινη υπόστασή του, την αξία του, την ιστορία του, τον τρόπο που η ζωή τον έχει πλάσει. Κι αν το σκεφτείς, θα δεις ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε βιώσει ακριβώς το αντίθετο: σχέσεις παντός τύπου, συνεργασίες, αλληλεπιδράσεις όπου κάποιος απλώς αρνήθηκε να μας αναγνωρίσει ως ισότιμους συνομιλητές.
Στα πρώτα χρόνια της ακαδημαϊκής μου ζωής στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυτό το «δεν σε βλέπω» το έζησα στο πετσί μου. Προσπαθούσα να εξηγήσω στους συναδέλφους μου πως τόσο η δική μου, όσο και η εμπειρία ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας, είναι ριζικά διαφορετική από αυτήν ενός αγγλοσαξονικού, αμιγώς δυτικού περιβάλλοντος. Εξηγούσα πως πράγματα για τα οποία εκείνοι δεν χρειάστηκε ποτέ να δώσουν μάχη – ούτε καν να τα σκεφτούν – για εμάς αποτελούν καθημερινό αγώνα. Ότι εμείς μεγαλώνουμε σε ένα κράτος όπου οι άνθρωποι βγαίνουν στον δρόμο για αξίες που αλλού θεωρούνται δεδομένες. Ότι οι κοινωνικές και πολιτικές μας εμπειρίες έχουν βάθος, βάρος και ιστορικό αποτύπωμα. Κι όμως, συχνά ένιωθα πως μιλούσα σε έναν τοίχο. Η ρητορική τους, ο τρόπος που τοποθετούνταν, η αδιαφορία τους για το πλαίσιο μέσα στο οποίο εγώ είχα μεγαλώσει ως Ελληνίδα, ήταν εκτός (της δικής μου τουλάχιστον) πραγματικότητας.
Έφτασα σε ένα σημείο όπου άρχισα κι εγώ να λειτουργώ με τη λογική Αν δεν πρόκειται να ανταποκριθείτε στη δική μου καλή πίστη, τότε θα σταθώ απέναντί σας με θάρρος. Είμαι μια Ελληνίδα γυναίκα που φέρει αυτή την ιστορία, αυτές τις αξίες, αυτές τις εμπειρίες. Και θα τις λάβετε υπόψη. Δεν θα εξαφανιστώ για να χωρέσω στο αφήγημά σας. Με τον τρόπο μου, λοιπόν, διεκδίκησα σεβασμό, αναγνώριση, χώρο.
Δεν ήταν εύκολο. Ήταν κουραστικό, καμιά φορά τρομακτικό. Η ευθύτητα, άλλωστε, ποτέ δεν είναι εύκολη. Αλλά ήταν λυτρωτικό. Γιατί ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι δεν μπορείς πάντα να κάνεις τους άλλους να είναι κατανοητικοί, πολλώ δε μάλλον, συμπονετικοί. Η καλοσύνη δεν σημαίνει να αφήνεις χώρο σε όσους σε μικραίνουν. Σημαίνει να κρατάς χώρο για τον εαυτό σου.
Και ίσως αυτό είναι το μήνυμα που θέλω να αφήσω σήμερα σε όποιον νιώθει πως προσπαθεί μάταια να γίνει ορατός: Δεν μπορείς να διδάξεις σε όλους τη συμπόνια. Μπορείς όμως να σταθείς στο κέντρο της δικής σου αλήθειας και να διεκδικήσεις (να απαιτήσεις σχεδόν) σεβασμό. Γιατί υπάρχεις, και δεν πρέπει πάντα να σιωπάς.
Ιουλία Καζάνα-McCarthy
Δρ. Κοινωνιολογίας (University of Surrey, UK)
MSc Psychology (c.) (Brunel University of London)
Πιστοποιημένη Life Coach (International Coaching Federation, ICF)
Solution Focused Θεραπεύτρια (BRIEF)
