Όταν η Νεκίμα  Λίβι Άρμστρονγκ μεταφέρθηκε από το ομοσπονδιακό δικαστήριο της Μινεσότα στη φυλακή του Sherburne County με τρία ζευγάρια χειροπέδες στο σώμα της — στους καρπούς, τη μέση και τα πόδια — ήταν η πιο κοντινή εμπειρία, που είχε ποτέ νιώσει στη σκλαβιά.

Ωστόσο, περπατούσε ήρεμα, με αποφασιστική έκφραση στο πρόσωπο και το κεφάλι ψηλά. Αλλά αν δείτε τη φωτογραφία που δημοσίευσε ο Λευκός Οίκος με την Νεκίμα, η οποία συνελήφθη για διαμαρτυρία σε εκκλησιαστική λειτουργία, θα είχατε μία εντελώς διαφορετική άποψη γι’ αυτήν.

Ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε μια παραποιημένη φωτογραφία της σύλληψής της στον επίσημο λογαριασμό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία η Άρμστρονγκ, δικηγόρος και ακτιβίστρια για τα πολιτικά δικαιώματα, εμφανίζεται σε κατάσταση υστερίας — με δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό της, τα μαλλιά της ανακατεμένα, και να φωνάζει από απόγνωση. Η λέξη «ΣΥΝΕΛΗΦΘΗ» ήταν γραμμένη με μεγάλα γράμματα πάνω στη φωτογραφία, μαζί με μια παραπλανητική περιγραφή της Νεκίμα ως «ακραία αριστερή ταραχοποιός» που «οργάνωνε ταραχές σε εκκλησίες στη Μινεσότα».

Η παραπάνω ιστορία δημοσιεύθηκε  στην ηλεκτρονική έκδοση των New York Times ως πρωτοσέλιδη ανάρτηση την Τρίτη αργά το πρωί. Εξηγείται βήμα- βήμα το πώς ο Λευκός Οίκος επιχείρησε να εξαπατήσει την κοινή γνώμη  «πειράζοντας» την πραγματική φωτογραφία, ώστε να παρουσιάσει αυτήν την γυναίκα με εξαιρετικά αντιπαθητικά χαρακτηριστικά, φοβισμένη και σε κατάσταση ανεξέλεγκτη. Μία υστερική και εγκληματική φυσιογνωμία.

Δείτε την πραγματική και την «πειραγμένη» από τους «ειδικούς» του Λευκού Οίκου φωτογραφία:

«Ο Λευκός Οίκος υποτίθεται ότι συμβολίζει τη μεγαλύτερη υπερδύναμη του κόσμου, αλλά αντ’ αυτού ενήργησαν σαν ένα ταμπλόιντ των δύο δολαρίων»

Οι ICE την μετέφεραν στην φυλακή με χειροπέδες στα χέρια και στα πόδια λες και πρόκειται για κάποιον κατά συρροή δολοφόνο. Ωστόσο, η Νεκίμα είναι μια δικηγόρος, ακτιβίστρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μητέρα τεσσάρων παιδιών.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια θρασύτατη εκστρατεία παραπληροφόρησης από την κυβέρνηση, για σπίλωση και εξευτελισμό μιας πολίτη με σκοπό τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης.

Παράλληλα, ο Τραμπ με αυτή την ανάρτηση στέλνει προειδοποιητικό μήνυμα σε άλλους επικριτές του. Σαν να τους λέει «αυτό γίνεται σε όποιον είναι αντίθετος».

Η 49χρονη μητέρα, τεσσάρων παιδιών, δήλωσε ότι έμαθε για τη φωτογραφία, ενώ βρισκόταν στη φυλακή, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας με τον σύζυγό της. Όταν την είδε η ίδια, μετά την αποφυλάκισή της την επόμενη ημέρα, είπε ότι ένιωσε «αηδία».

«Δεν μπόρεσαν να με λυγίσουν με τη σύλληψη», είπε η κα Λίβι Άρμστρονγκ, «οπότε παραποίησαν μια εικόνα για να δείξουν στον κόσμο μια ψευδή εκδοχή εκείνης της στιγμής, ώστε να με κάνουν να φαίνομαι αδύναμη».

«Το να μειώνουν την εικόνα μου σε μια φοβισμένη γυναίκα που κλαίει ήταν απλώς εξευτελιστικό», δήλωσε. «Η προεδρία, ο Λευκός Οίκος, υποτίθεται ότι συμβολίζει τη μεγαλύτερη υπερδύναμη του κόσμου, αλλά αντ’ αυτού ενήργησαν σαν ένα ταμπλόιντ των δύο δολαρίων».

H δικηγόρος και ακτιβίστρια Νεκίμα Λίβι Άρμστρονγκ

H δικηγόρος και ακτιβίστρια Νεκίμα Λίβι Άρμστρονγκ

«Δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα ψευδές αφήγημα»

Η διαμαρτυρία διήρκεσε περίπου 20 λεπτά, σύμφωνα με την Άρμστρονγκ.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 22 Ιανουαρίου, ομοσπονδιακοί Πράκτορες συνέλαβαν την δικηγόρο σε ξενοδοχείο στο κέντρο της Μινεάπολης. Ενώ ο σύζυγός της κατέγραφε το περιστατικό, εκείνη ζήτησε από τους Πράκτορες να τη μεταχειριστούν με «αξιοπρέπεια και σεβασμό».

Ρώτησε έναν από τους Πράκτορες γιατί κατέγραφε τη σύλληψη. «Δεν θα ανέβει στο Twitter», τη διαβεβαίωσε εκείνος.

«Δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα ψευδές αφήγημα», πρόσθεσε. Εκείνη είπε ότι απάντησε πως δεν ήθελε να γίνει «ένα τρόπαιο για το MAGA».

Παρά τα λόγια του Πράκτορα της ΙCE, λίγες ώρες αργότερα η αλλοιωμένη εικόνα της ακτιβίστριας εμφανίστηκε στο Twitter.

Η εικόνα της είχε κάνει το γύρο του διαδικτύου και είχε προβληθεί περισσότερες από έξι εκατομμύρια φορές.

 «Δεν ξέρουμε πια τι να πιστέψουμε»

Ο Χάνι Φαρίντ, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ, που ερευνά την ψηφιακή εγκληματολογία, τις εικόνες deep fake και την παραπληροφόρηση, δήλωσε ότι η αντίδραση του Λευκού Οίκου συνιστά μια ανησυχητική κλιμάκωση στη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης.

«Νομίζω ότι λογικοί άνθρωποι μπορούν να πουν ότι αυτή η περίπτωση ήταν πραγματικά διαφορετική, επειδή η φωτογραφία ήταν αυθεντική και τροποποιήθηκε με Τεχνητή Νοημοσύνη ώστε να αλλοιωθεί η έκφρασή της, χωρίς να επισημανθεί ως τέτοια, και χωρίς να είναι καθόλου προφανές από το πλαίσιο ότι επρόκειτο για meme, όπως ήθελε να ισχυριστεί ο Λευκός Οίκος», είπε.

Ο κ. Φαρίντ προσέθεσε ότι η ανάρτηση ψεύτικου περιεχομένου δίπλα σε επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσεις όχι μόνο διαβρώνει την εμπιστοσύνη του κοινού, αλλά μπορεί και να γυρίσει μπούμερανγκ.

«Αν αναμειγνύετε τόσο άψογα το πραγματικό με το ψεύτικο, γιατί να πιστέψω οτιδήποτε κάνετε;» αναρωτήθηκε. «Πού βρισκόμαστε ως εκλογικό σώμα, όταν δεν ξέρουμε πια τι να πιστέψουμε;»

Ορισμένοι Ακαδημαϊκοί δήλωσαν ότι η παραποιημένη φωτογραφία αποτελεί το πιο πρόσφατο παράδειγμα μιας μακράς ιστορίας φυλετικοποιημένης προπαγάνδας που έχει χρησιμοποιηθεί ως όπλο κατά των Μαύρων Αμερικανών, ιδίως σε περιόδους όπου αμφισβητούν την εξουσία.

«Ανάγεται στις εικόνες της δουλείας, αλλά και στις καταχρήσεις της επιβολής του νόμου την εποχή των νόμων Τζιμ Κρόου — καταχρήσεις που γίνονταν ατιμώρητα για να σταλεί ένα μήνυμα στη Μαύρη κοινότητα στο σύνολό της: ότι δεν θα επιτεθούμε απλώς, αλλά θα εξευτελίσουμε τους Μαύρους ανθρώπους που συμμετέχουν σε διαμαρτυρίες σε όλη τη χώρα», δήλωσε η Γκλόρια Τζ. Μπράουν-Μάρσαλ, Καθηγήτρια Νομικής στο John Jay College of Criminal Justice στη Νέα Υόρκη.

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης