Ανίκανοι να θαυμάσουν, είναι οι ανίκανοι να θαυμαστούν

Πρώτη καταχώρηση: Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2021, 21:13
Ανίκανοι να θαυμάσουν, είναι οι ανίκανοι να θαυμαστούν

Δοκίμιο περί Θαυμασμού, ως «Μνήμης Ένεκεν» στον Τζον Λένον.

Η Ζωή. Αυτό το Θαύμα. Το θαύμα που κάθε πλάσμα σφραγίζει τη στιγμή τής γέννησής του.

 

Η Ζωή. Η Ύψιστη Συμπαντικότητα.

Μία αδιανόητη, μία ασύλληπτη σύμπτωση·

για την ακρίβεια, μία ασύλληπτη αλληλουχία συμπτώσεων που οδηγεί στην ύπαρξή μας.

 

Κάθε φορά που η σκέψη μου παραμερίζει απαράγγελτα τις ματαιότητες τής Καθημερινότητας

και στέκεται στο Θαύμα τής Ζωής,

μένω ενεός και πλημμυρίζω ευγνωμοσύνη

μέσω τής συνειδητοποίησης ότι κάθε πλάσμα αξίζει τον θαυμασμό,

μόνο και μόνο επειδή έφτασε να κατορθώσει τη γέννησή του.

Όμως, από εκείνην την ιερή στιγμή και μετά, αναλαμβάνει δράση το «Εγώ».

 

Σύμφυτο το «Εγώ» με την ύπαρξή μας. Ενστικτώδες. Αλληλένδετο.
Αναπόσπαστο κομμάτι τού εαυτού μας και διαρκής τροφοδότης τής απληστίας μας.

Το «Εγώ». Η Αναζήτηση τής Επιβεβαίωσης.

 

Όταν δε, ετούτη η ντιενεϊκή και αγωνιώδης αναζήτηση συνοδεύεται από το Ταλέντο,

τότε καθίσταται αναπόφευκτο

ότι η Επιβεβαίωση θα έχει ως συνοδό πολυτελείας τον Θαυμασμό.

Και ποιος άνθρωπος δεν θέλει να τον θαυμάζουν...

 

Λες και είναι εγγεγραμμένη στο «είναι» μας

η προκαταβολή θαυμασμού που ελαμβάναμε εν όσω διηρκούσε η κυοφορία τής μητέρας μας,

επιζητούμε να αναπαράγουμε -όσο το δυνατόν συχνότερα-

αυτήν την εξόχως ηδονική αίσθηση που μάς αναγάγει στη Θέωση.

Ο Μικελάντζελο Μπουοναρότι, ο Μιχαήλ-Άγγελος τής Αναγέννησης,

είχε περιγράψει με έξοχον τρόπο

το συγκλονιστικά απαιτητικό ψυχολογικό πλαίσιο που αποτελεί το «Αντίτιμο τού Θαυμασμού»:

«Η εσωτερική μου γαλήνη, επέθανε μέσα μου την ημέρα τής γέννησής μου…»!

 

Όλοι θέλουμε να μάς θαυμάζουν, όλοι το γουστάρουμε όταν συμβαίνει,

όλοι ερεθιζόμαστε, όλοι καυλώνουμε, όλοι το απολαμβάνουμε.

Όμως, ο Θαυμασμός έχει και τούς -ενίοτε απάνθρωπους- διαχωρισμούς του..:

Υπάρχουν οι άνθρωποι που θαυμάζουν.

Υπάρχουν οι άνθρωποι που θαυμάζονται.

Υπάρχουν οι άνθρωποι που δεν θαυμάζουν.

Υπάρχουν οι άνθρωποι που δεν θαυμάζονται.

 

Αυτές είναι οι τέσσερις υπεραπλουστευτικές κατηγορίες,

οι οποίες, όμως, γίνονται αναρίθμητες,

όταν μπαίνουν στην κουβέντα κομβικές παράμετροι

όπως ο Χαρακτήρας, η Αισθητική και οι ατομικές προσλαμβάνουσες παραστάσεις·

εν κατακλείδι, ο Θαυμασμός εξαρτάται (και) από το Προσωπικό Κριτήριο.

 

Εκεί ακριβώς είναι που το πράγμα αρχίζει να μπλέκεται

και να δημιουργούνται συχνά καταστάσεις που εμπίπτουν στην Ψυχοπαθολογία·

οι ισορροπίες καθίστανται εξαιρετικά λεπτές,

τα συναισθήματα και οι έννοιες χάνουν το νόημά τους,

η μέγιστη αλήθεια που κάποτε τραγουδούσαν οι Κατσιμιχαίοι κάνει κι εδώ την εμφάνισή της..:

«Έτσι κι αλλιώς όλα είναι προσωπικές οπτασίες…»!

 

Ο Θαυμασμός.

Το απολύτως  ακραίο δίπολο,

όπου -τι αντιφατικότης- και οι δύο πόλοι φαινομενικώς βρίσκονται στην ίδια πλευρά.

Το Θαύμα και ο Θαυμάζων. Ο Θαυμαζόμενος και ο Θαυμαστής.

Μία σχέση που έχει τούς δικούς της άγραφους κανόνες

και φτάνει εν τέλει να επιφυλάσσει ανατροπές που κάποτε γίνονται μοιραίες.

 

Ιδίως σε περιπτώσεις μαζικών φαινομένων,

αναπτύσσονται κάθε είδους θεμιτοί και αθέμιτοι ανταγωνισμοί·

οι θαυμαστές διαγκωνίζονται ποιος είναι ο πιο ένθερμος εξ αυτών,

οι θαυμαστές προσπαθούν -έκαστος με τον τρόπο του- να γίνει κομμάτι τής ζωής τού Θαυμαζομένου

(εξ ου και χρησιμοποιούνται όλες οι μορφές και οι δηλώσεις υποτέλειας·

τρανό παράδειγμα αποτελεί το Σεξ,

το οποίο σε τέτοιες περιπτώσεις μετατρέπεται σε απόλυτη έκφραση θαυμασμού

και προσφέρεται από το θαυμάζον άτομο προς το θαυμαζόμενο άτομο

χωρίς την παραμικρή αναστολή,

χωρίς την ελάχιστη διερευνητική διαδικασία που λέγεται «Φλερτ»,

χωρίς όρους και χωρίς όρια).

 

Σύντομα ο Θαυμαζόμενος αντιλαμβάνεται και συνειδητοποιεί

ότι η προνομιακή θέση του έχει και δυσβάσταχτες υποχρεώσεις·

όμως, ακριβώς επειδή ο Θαυμασμός προσφέρει αναντάλλαχτα εθιστική απόλαυση,

σπανίως βρίσκει κάποιος τη δύναμη να απαρνηθεί μία τέτοια «πρέζα».

Ναι, ο Θαυμασμός είναι ένα ακαταμάχητα διεγερτικό «ναρκωτικό»,

που σε οδηγεί -προκειμένου να ανταπεξέλθεις στην αφόρητη πίεσή του- 

στα πιστοποιημένα ναρκωτικά·

παλαιότερα ήταν η ηρωΐνη, τώρα είναι η κοκαΐνη (και πάει λέγοντας).

 

Επικίνδυνη κατάσταση ο Θαυμασμός·  

όποιος άνθρωπος έχει θαυμαστεί έστω και μια φορά στη ζωή του,

ξέρει ότι δεν μιλάμε για ειδυλλιακή συνθήκη.

Έτσι,

άλλα «θαύματα» -ων ουκ έστιν αριθμός- φεύγουν από «πρέζα»

και άλλα «θαύματα» φεύγουν από… σφαίρα.

Όπως έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα, 41 χρόνια πριν,

ο άνθρωπος που ηγήθηκε στην πιο επιδραστική μπάντα όλων των εποχών

και αποτελεί εμβληματική μορφή στην Παγκόσμια Ιστορία

λόγω τής κοινωνικής-πολιτικής ευαισθητοποίησής του..: 

Ο Τζον Λένον.

 

Ο Τζον Λένον, ο «Θαυμάσιος τής Ωδικής Τέχνης»,

ο μέγιστος δημιουργός που μάς έχει κληροδοτήσει το «Imagine»

ώστε να μπορούμε να αντεπεξερχόμαστε στην άκρως επιδερμική εποχή

όπου όλα ξεκινούν και καταλήγουν στο «Image»,

έπεσε νεκρός από τις τέσσερις σφαίρες

που τού έριξε πισώπλατα ένας ψυχασθενής «θαυμαστής» του

(χρησιμοποιώ εισαγωγικά

και αρνούμαι να αναφέρω στο παρόν πόνημα το ονοματεπώνυμο τού δράστη, 

για λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια).

 

Νωρίς εκείνην τη μέρα, στις 8 Δεκεμβρίου 1980,

ο «θαυμαστής» είχε στηθεί έξω από το σπίτι τού αξεπέραστου καλλιτέχνη

και -όταν εκείνος βγήκε για να επήγαινε στο στούντιο ηχογράφησης-

τού είχε ζητήσει να υπογράψει ένα αντίτυπο τού δίσκου «Double Fantasy»·

όπερ και εγένετο.

Όμως, άμα τη επιστροφή του στην οικία του,

ο Λένον έμελλε να συναντήσει τον θάνατο από τα πυρά τού ψυχασθενούς,

ο οποίος -κατά τη διάρκεια τής διερεύνησης των αιτίων

που τον οδήγησαν στην αποτρόπαια ενέργειά του-

είχε προβεί στη σοκαριστική ομολογία ότι διέπραξε τη δολοφονία

με σκοπό να ξεφύγει από τη ρουτίνα τής απελπισμένης καθημερινότητάς του

και να αποκτήσει δημοσιότητα επειδή έως τότε αισθανόταν ασήμαντος.

Συνελόντι ειπείν,

είναι απολύτως υγιές να θαυμάζεις,

αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ότι κάθε θαυμαστής είναι ψυχικώς υγιής.

 

Ως εκ τούτων,

προκύπτουν οξύτατοι προβληματισμοί και αμείλικτα ερωτήματα..:

Διαθέτεις την εσωτερική περιχαράκωση για να αντέξεις τον Θαυμασμό;

Σού αρκεί να σε θαυμάζουν;

Παίζει ρόλο ποιοι σε θαυμάζουν ή σε νοιάζει μόνο να σε θαυμάζουν;

Ποιες θυσίες διατίθεσαι να κάνεις για να σε θαυμάζουν;

Αυτοί που ισχυρίζονται ότι σε θαυμάζουν,

σε θαυμάζουν πραγματικά

ή σε χρησιμοποιούν ως «αντανάκλαση πολυτελείας» τού «εγώ» τους;

Αυτοί που ισχυρίζονται ότι σε θαυμάζουν, σού προκαλούν -εν τέλει- όφελος ή ζημία;

Και επίσης,

λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι -συχνά- ο Θαυμασμός είναι Μεταμφιεσμένος Φθόνος,

αυτοί που ισχυρίζονται ότι σε θαυμάζουν,

μήπως έχουν βρει απλώς έναν εύσχημο και αθωωμένο τρόπο να σε φθονούν

(και μάλιστα εκ τού σύνεγγυς);

 

Επιμύθιο:

Επικίνδυνη κατάσταση ο Θαυμασμός·

όσο κι αν είμαι υπέρ του,

όσο κι αν στο παρελθόν έχω μεμφθεί δριμύτατα τούς στρυφνούς ανθρώπους

μέσω τού αποφθέγματός μου «Ανίκανοι να θαυμάσουν, είναι οι ανίκανοι να θαυμαστούν.»,

η δολοφονία τού Τζον Λένον από «θαυμαστή» του

ανήκει στην κατηγορία των εκκωφαντικών συναγερμών

που δεν μάς επιτρέπουν να αντιμετωπίζουμε τον Θαυμασμό με ρομαντική αφέλεια.

 

Συν τοις άλλοις, 

ο Θαυμασμός -ακόμη κι αν είναι αγνός, ανόθευτος, ακίνδυνος-

σε καθιστά σκλάβο περιωπής με την αφροδισιακή επενέργειά του

και σε γεμίζει με το άγχος τής διατήρησής του

(αλλά και με την έτι περαιτέρω ποσοτική-ποιοτική επαύξησή του).

 

Αναμφίβολα -είτε είσαι ο Θαυμαζόμενος, είτε είσαι ο Θαυμαστής-

υπάρχουν τεχνικές αποκλιμάκωσης τού Θαυμασμού

(επαφίεμαι στη φαντασία σας για την ανακάλυψή τους).

Όμως, στο τέλος τής ημέρας δεσπόζει το συμπέρασμα,

πως αν είσαι προορισμένος να θαυμάσεις, θα θαυμάσεις,

και αν είσαι προορισμένος να θαυμαστείς, θα θαυμαστείς.

 

Εδώ, λοιπόν, εκπέμπεται εμφατικά το μήνυμα,

ότι πρέπει να ξέρουμε ΚΑΙ πώς να θαυμαζόμαστε, ΚΑΙ πώς να θαυμάζουμε.

Αλλιώς,

αν το δίπολο «Θαυμαζόμενος-Θαυμαστής» είναι -έστω και κατά το ήμισυ- προβληματικό,

έχουμε τραγικές επετείους σαν τη σημερινή,

όπου δεν αρκεί ο καταλυτικός παράγοντας που λέγεται «Ταλέντο» 

να διαχωρίσει τον κάθε «Τζον Λένον» από τον κάθε δολοφόνο του.

 

Επί τού Πιεστηρίου:

Διαχρονικά οι βλάκες σκοτώνουν τούς Ήρωες (βλέπε: Λένον, Γκάντι, και πόσους ακόμη).

Διαχρονικά οι βλάκες δεν σκοτώνουν τούς δυνάστες τους,

καθώς, αν το έπρατταν, δεν θα ήταν βλάκες αλλά Ήρωες.

Οπότε, θα διασκευάσω τη σοφή ρήση

«Αν οι βλάκες σε θεωρούν έξυπνο, πρέπει ν’ αρχίσεις ν’ ανησυχείς…»

και θα πω ότι

«Αν σε θαυμάζουν οι βλάκες, πρέπει ν’ αρχίσεις ν’ ανησυχείς…». 

Και οι νοούντες νοήτωσαν…

 

Ο Υπο-Κοσμικός

(Twitter: @Ypokosmikos
https://twitter.com/Ypokosmikos)

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2021, 19:33