Θεραπεία τεστοστερόνης και καρδιαγγειακός κίνδυνος

Πρώτη καταχώρηση: Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021, 15:25
Θεραπεία τεστοστερόνης και καρδιαγγειακός κίνδυνος

Μια πρόσφατη ανασκόπηση αξιολόγησε όλες τις μελέτες που εξέταζαν τη σχέση της θεραπείας με τεστοστερόνη και την αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, συμβάλλοντας στη συζήτηση αναφορικά με  τους κινδύνους και τα οφέλη της αποκατάστασης των φυσιολογικών επιπέδων τεστοστερόνης με την πρόσληψή της εξωγενώς.  

Ο υπογοναδισμός που εμφανίζεται στην ενήλικη ζωή έχει χαρακτηριστεί ως ένα κλινικό και βιοχημικό σύνδρομο που διαφέρει κλινικά από την ανεπάρκεια τεστοστερόνης και συνοδεύεται από συμπτώματα ορχικής και υποθάλαμο –υποφυσιακής δυσλειτουργίας. Εχει στοιχεία τόσο πρωτογενούς όσο και δευτερογενούς υπογοναδισμού και πολλοί άνδρες που υποφέρουν από αυτό έχουν ανεπαρκή απόκριση της υπόφυσης στα χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης. 

Αν και τα επίπεδα τεστοστερόνης μειώνονται καθώς οι άνδρες μεγαλώνουν σε ηλικία, ο υπογοναδισμός που εμφανίζεται στην ενήλικη ζωή δε σχετίζεται αποκλειστικά με την αύξηση της ηλικίας αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε άνδρες με συνυπάρχουσες νοσηρότητες που σχετίζονται με την ηλικία, όπως είναι τα καρδιαγγειακά νοσήματα, η παχυσαρκία, ο διαβήτης τύπου 2 και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Η θεραπεία του υπογοναδισμού που εμφανίζεται στην ενήλικη ζωή περιλαμβάνει την τροποποίηση παραγόντων του τρόπου ζωής , όπως είναι η βελτίωση της διατροφής , η απώλεια βάρους, η άσκηση και ο καλός ύπνος  σε συνδυασμό με τη λήψη τεστοστερόνης. 

Αν και η χορήγηση τεστοστερόνης εξωγενώς χρησιμοποιείται από τους κλινικούς για έναν αιώνα σχεδόν, πριν το 2013 υπήρχαν  πολύ λίγες δημοσιεύσεις που τη συσχέτιζαν με αυξημενο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Ορισμένες μάλιστα έδειξαν ότι η εν λόγω θεραπεία ήταν ωφέλιμη για την καρδιά και τα αγγεία, στο βαθμό που αντιμετώπιζε τα χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης, τα οποία σε γενικές γραμμές σχετίζονται με παράγοντες κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων και αυξημένη θνησιμότητα.

Η νέα ανασκόπηση επικεντρώθηκε στις μελέτες που υποστήριζαν τις αρνητικές επιπτώσεις της εξωγενούς χορήγησης τεστοστερόνης στην καρδιά και τα αγγεία και εστίασε επίσης στις τρέχουσες κατευθυντήριες των ειδικών αναφορικά με τη χρήση της στον υπογοναδισμό που εμφανίζεται στην ενήλικη ζωή.

 Ορισμένες από τις μελέτες που εξετάστηκαν μάλιστα προτείνουν πιθανούς μηχανισμούς αναφορικά με τη συσχέτιση της εξωγενούς χορήγησης τεστοστερόνης με την αύξηση των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Ένας από αυτούς είναι ο μηχανισμός της ερυθροκυττάρωσης που ενδέχεται να προκληθεί από την πρόσληψη τεστοστερόνης. Οι κλινικές δοκιμές που έχουν πραγματοποιηθεί όμως δεν έχουν αποδείξει ευθέως κάποια σχέση ανάμεσα στην ερυθροκυττάρωση που συνδέεται με την πρόσληψη τεστοστερόνης και το αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων.   

Ο δεύτερος μηχανισμός είναι αυτός της οιστραδιόλης σύμφωνα με τον οποίο η χορήγηση τεστοστερόνης εξωγενώς ενδέχεται να διαταράξει την αναλογία τεστοστερόνης-οιστραδιόλης, γεγονός που μπορεί να πυροδοτήσει κάποιο καρδιαγγειακό νόσημα ή να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης του.   Άλλος ένας μηχανισμός, ο οποίος ακόμα δεν είναι καλά κατανοητός, σχετίζεται με την πιθανή προθρομβοτική επίδραση της τεστοστερόνης. Πιο συγκεκριμένα, η τεστοστερόνη ενεργοποιεί τους υποδοχείς ενός παράγοντα αιμοπεταλίων,  της θρομβοξάνης Α2, η αύξηση του όποιου προάγει την αθηρογένεση και τη θρόμβωση.

 

Η πρόσφατη ανασκόπηση λοιπόν επικεντρώθηκε στις μελέτες που διεξήχθησαν μετά το 2013, οι οποίες ανέδειξαν μια σχέση μεταξύ της εξωγενούς χορήγησης τεστοστερόνης και του αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου. Σημειώνεται ότι στην πλειοψηφία τους οι σχετικές μελέτες αναδεικνύουν τα οφέλη της θεραπείας με τεστοστερόνη στην καρδιαγγειακή υγεία. 

Ορισμένες από τις μελέτες που εξέτασε η ανασκόπηση ανέλυσαν δεδομένα από υπηρεσίες ασφάλισης, χρησιμοποιώντας κωδικούς διάγνωσης, κωδικούς θεραπευτικών διαδικασιών και πληροφορίες συνταγογράφησης. Πρόκειται όμως για μελέτες με μεθοδολογικά σφάλματα και αμφιλεγόμενα συμπεράσματα.

Μετά από προσεκτική αξιολόγηση των μελετών οι συγγραφείς της ανασκόπησης δεν βρήκαν καθοριστικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν την αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου που σχετίζεται με λήψη τεστοστερόνης εξωγενώς. Μέχρι σήμερα δεν έχουν διεξαχθεί μεγάλες, μακροχρόνιες, κλινικές δοκιμές που να εξετάζουν τον κίνδυνο ή την ασφαλή χορήγηση της τεστοστερόνης αναφορικά με την υγεία της καρδιάς και των αγγείων. 

Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες του Οργανισμού Φάρμακων των ΗΠΑ η θεραπεία τεστοστερόνης θα πρέπει να χορηγείται μόνο σε άνδρες με αναγνωρισμένη υποκείμενη αίτια ανεπαρκούς τεστοστερόνης. Ειδικότερα ο δευτερογενής υπογοναδισμός που συνδέεται με την αυξημένη ηλικία και τα χρόνια νοσήματα δεν αποτελεί ένδειξη για χορήγηση τεστοστερόνης εξωγενώς, ανεξαρτήτως του εάν υπάρχουν ή όχι συμπτώματα. Επιπρόσθετα καθιστά υποχρεωτική την αναγραφή της πιθανότητας αύξησης καρδιαγγειακού κινδύνου στις ετικέτες των προϊόντων που περιέχουν τεστοστερόνη.  

Πολλοί επιστήμονες όμως διαφωνούν. Η αμερικανική ουρολογική εταιρεία επισημαίνει ότι τα σχετικά ερευνητικά ευρήματα δεν μπορούν να καθορίσουν εάν η θεραπεία με τεστοστερόνη αυξάνει ή μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο και στις κατευθυντήριες οδηγίες της τονίζει ότι οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για την απουσία  ξεκάθαρων ευρημάτων που συνδέουν τη λήψη τεστοστερόνης με  τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων και θρομβοεμβολικών επεισοδίων. Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι κατευθυντήριες από την ενδοκρινολογική εταιρεία και την εταιρεία σεξουαλικής ιατρικής Βορείου Αμερικής.   

Σε αναμονή της διεξαγωγής νέων, καλοσχεδιασμένων κλινικών δοκιμών και  με δεδομένα τα υπάρχοντα ευρήματα, είναι σημαντικό οι κλινικοί να προβαίνουν σε μία προσεκτική αξιολόγηση του καρδιαγγειακού στάτους των ασθενών και να ζυγίζουν τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους από την χορήγηση τεστοστερόνης.

 Σε κάθε περίπτωση η προσεκτική  επιλογή των ασθενών που είναι κατάλληλοι για τη θεραπεία τεστοστερόνης, καθώς και η παρακολούθηση των επιπέδων της ορμόνης καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας ώστε επιτευχθούν και να διατηρηθούν τα φυσιολογικά επίπεδα, συμβάλλουν στην ασφαλή και αποτελεσματική της χρήση σε άνδρες με υπογοναδισμό που εμφανίστηκε στην ενήλικη ζωή.  

www.andrologia.gr 

 

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021, 16:23