Η επίδραση των αντικαταθλιπτικών στη σεξουαλική ζωή

Η επίδραση των αντικαταθλιπτικών στη σεξουαλική ζωή
Οι σεξουαλικές παρενέργειες των αντισυλληπτικών διαφέρουν από άτομο σε άτομο και από άνδρα σε γυναίκα. Συνήθως αναφέρονται η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία και τα προβλήματα στη διέγερση και στον οργασμό. Συγκεκριμένα, οι άνδρες εκδηλώνουν στυτική δυσλειτουργία (ΣΔ) ή επίμονη κι επώδυνη στύση καθώς και καθυστερημένη ή επώδυνη εκσπερμάτιση. Οι γυναίκες μπορεί να εμφανίσουν εκροή γάλακτος από τη θηλή που δεν σχετίζεται με εγκυμοσύνη ή λοχεία καθώς και μια αίσθηση μουδιάσματος στον κόλπο και στις θηλές.

Οποιαδήποτε σεξουαλική δυσλειτουργία μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στην ποιότητα ζωής του ατόμου, να επηρεάσει τη σχέση του καθώς και να οδηγήσει στη διακοπή μιας αγωγής που είναι σημαντική, ακριβώς για την ανακούφιση από τις σεξουαλικές της παρενέργειες. Σε κάθε περίπτωση η διακοπή μιας αγωγής για οποιοδήποτε λόγο θα πρέπει να γίνει σε επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό.

Ο λόγος για τον οποίο τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν σεξουαλικές παρενέργειες δεν είναι εξ ολοκλήρου κατανοητός. Κάποιες φορές, μάλιστα, είναι δύσκολο να διευκρινιστεί εάν η σεξουαλική δυσλειτουργία οφείλεται στο αντικαταθλιπτικό ή στην ίδια την κατάθλιψη. Ο μηχανισμός με τον οποίο δημιουργείται η σεξουαλική παρενέργεια δεν είναι ο ίδιος σε όλα τα αντικαταθλιπτικά. Ένας αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI ), για παράδειγμα, λειτουργεί έτσι ώστε να αυξήσει το ποσό σεροτονίνης που κυκλοφορεί στον εγκέφαλο. Η σεροτονίνη μειώνει το καταθλιπτικό συναίσθημα και το άγχος, όταν όμως τα επίπεδά της αυξηθούν πολύ αναστέλλει τη σεξουαλική ορμή και μειώνει τη δυνατότητα του ατόμου να ικανοποιηθεί από τη σεξουαλική δραστηριότητα. Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία, όσο αυξάνονται τα επίπεδα σεροτονίνης, τόσο μειώνονται τα επίπεδα ντοπαμίνης. Αυτό είναι σημαντικό γιατί η ντοπαμίνη είναι απαραίτητη για τη διέγερση.

Κάθε αντικαταθλιπτικό, λοιπόν, λειτουργεί διαφορετικά στον οργανισμό και προκαλεί διαφορετικές σεξουαλικές παρενέργειες. Σύμφωνα με μια δημοσίευση στο «Drug, Healthcare and Patient Safety», το 58-70% των ατόμων που λαμβάνουν SSRIs, όπως το Zoloft, το Prozac και το Paxil, εμφανίζει σεξουαλικές παρενέργειες.

Ίσως μια καλύτερη επιλογή είναι τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, όπως είναι η αμιτριπτυλίνη, η οποία έχει βρεθεί ότι προκαλεί σεξουαλικές παρενέργειες στο 7,7%-10% των ατόμων που τη λαμβάνουν.

Η ίδια δημοσίευση στο «Drug, Healthcare and Patient Safety» αναφέρει ότι τα άτομα που λαμβάνουν τη νέα γενιά των 5-HT2 ανταγωνιστών έχουν λιγότερα συμπτώματα σεξουαλικής δυσλειτουργίας σε σύγκριση με αυτούς που παίρνουν SSRIs.

Για παράδειγμα, το 8% αυτών που έλαβαν νεφαζοδόνη και το 34% αυτών που έλαβαν μιρταζαπίνη εμφάνισαν σεξουαλικές παρενέργειες. Τα ποσοστά είναι μεγαλύτερα στα άτομα που πήραν SSRIs.

Τα άτομα που θέλουν να αλλάξουν αγωγή θα πρέπει να επικοινωνήσουν με τον ιατρό τους, ώστε να λάβουν σαφείς οδηγίες.

Επίσης, οι αναστολείς της μονοαμινικής οξειδάσης έχουν σχετιστεί με υψηλά επίπεδα εμφάνισης σεξουαλικών παρενεργειών. Το ποσοστό εξαρτάται από τη συγκεκριμένη ουσία. Για παράδειγμα, το 40% όσων λαμβάνουν φενελζίνη εμφανίζει σεξουαλική δυσλειτουργία.

Τα άτομα που έχουν καταθλιπτικά συμπτώματα και θέλουν να αποφύγουν τις σεξουαλικές παρενέργειες συχνά στρέφονται σε έναν αναστρέψιμο αναστολέα της μονοαμινικής οξειδάσης Α, τη μοκλοβεμίδη (Aurorix, Amira). Λιγότερο από το 4% των ατόμων που λαμβάνουν μοκλοβεμίδη έχει αναφέρει κάποια σεξουαλική παρενέργεια.

Η σεξουαλική δυσλειτουργία δεν χρειάζεται να είναι μια μόνιμη παρενέργεια των αντικαταθλιπτικών. Σε κάποιες περιπτώσεις οι παρενέργειες εμφανίζονται με την έναρξη της λήψης της αγωγής και σταδιακά υποχωρούν. Κάποια άτομα, μάλιστα, καταφέρνουν να διαχειριστούν τις σεξουαλικές παρενέργειες με διάφορους τρόπους. Όταν είναι σαφές ότι η σεξουαλική δυσλειτουργία έχει προκληθεί από τα αντικαταθλιπτικά και είναι σοβαρή, το άτομο πρέπει να επικοινωνήσει με τον ιατρό του. Εκείνος θα εκτιμήσει την κατάσταση και είτε θα αλλάξει τη δόση είτε θα αλλάξει το φάρμακο. Η κατάλληλη δόση είναι διαφορετική σε κάθε άτομο και κάθε αλλαγή θα πρέπει να γίνεται με ιατρική παρακολούθηση, ώστε να διασφαλίζεται ότι το άτομο λαμβάνει την ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Η προσαρμογή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει χωρίς ιατρική καθοδήγηση.

Κάποιες φορές ο χρόνος λήψης του φαρμάκου μπορεί επίσης να επηρεάσει τη σεξουαλική επίδοση και ικανοποίηση. Παίζει ρόλο, δηλαδή, εάν το αντικαταθλιπτικό ληφθεί πριν ή μετά τη σεξουαλική πράξη. Ωφέλιμο θα είναι, επίσης, εάν χορηγηθεί ένα φάρμακο που θα ενισχύει τη σεξουαλική ορμή.

Ένα άτομο, όμως, μπορεί να βελτιώσει τη σεξουαλική ορμή και διέγερση και με άλλους τρόπους πέραν της λήψης ή της προσαρμογής της φαρμακευτικής αγωγής. Η αύξηση του χρόνου των προκαταρκτικών θα βοηθήσει τη σεξουαλική διέγερση αλλά και την αύξηση της libido με φυσικό τρόπο. Ακριβώς επειδή τα αντικαταθλιπτικά μπορεί επίσης να μειώσουν το ποσοστό ντοπαμίνης στο σώμα, είναι σημαντικό τα άτομα να βρίσκουν τρόπους να ανεβάζουν τα φυσικά επίπεδα της ορμόνης. Η ξεκούραση και η φυσική άσκηση μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα του στρες και να ενισχύσουν τη φυσική ντοπαμίνη.

Σε κάθε περίπτωση το άτομο που λαμβάνει αντικαταθλιπτική αγωγή θα πρέπει σε συνεργασία με τον ιατρό του να βρει τους κατάλληλους τρόπους, ώστε να περιφρουρήσει και να προάγει την ποιότητα ζωής του.

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Κ.Κωνσταντινίδης, Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος, Πρόεδρος του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, www.andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017, 12:54