Η παχυσαρκία είναι μια παγκόσμια επιδημία και μια σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας, επειδή αυξάνει τον κίνδυνο για συννοσηρότητες, συμπεριλαμβανομένων των καρδιακών παθήσεων και της λιπώδους νόσου του ήπατος (MASLD). Τα ποσοστά αυτών των διαταραχών έχουν αυξηθεί καθώς ο κόσμος υιοθετεί όλο και περισσότερο δίαιτες με υψηλή ενεργειακή πυκνότητα και καθιστικό τρόπο ζωής.
Το μονοξείδιο του αζώτου είναι ένα μόριο αερίου με πλειοτροπικές δράσεις στο σώμα. Αυτές οι επιδράσεις του μονοξειδίου του αζώτου πραγματοποιούνται μέσω της σύνδεσής του με τις πρωτεΐνες. Η υπερβολική ή η πολύ μικρή σύνδεση του μονοξειδίου του αζώτου (με βασικές πρωτεΐνες) προκαλεί ασθένειες.
Σε μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Science Signaling, μια ερευνητική ομάδα από τα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία και το Πανεπιστήμιο Case Western Reserve ανακάλυψε ένα νέο ένζυμο (SCoR2) που απομακρύνει το μονοξείδιο του αζώτου από τις πρωτεΐνες που ελέγχουν τη συσσώρευση λίπους. Η απομάκρυνση του μονοξειδίου του αζώτου ενεργοποίησε τη σύνθεση λίπους, αποδεικνύοντας ότι το SCoR2 είναι απαραίτητο για την παραγωγή λίπους.
Στη συνέχεια, η ομάδα ανέστειλε το SCoR2 με δύο τρόπους. Πρώτον γενετικά και δεύτερον αναπτύσσοντας ένα φάρμακο. Διαπίστωσε ότι ο αποκλεισμός αυτού του ενζύμου που απομακρύνει το μονοξείδιο του αζώτου εμπόδισε την αύξηση βάρους και την ηπατική βλάβη σε μοντέλα ποντικών. Το ίδιο φάρμακο μείωσε επίσης την κακή χοληστερόλη.
«Έχουμε μια νέα κατηγορία φαρμάκων που αποτρέπουν την αύξηση βάρους και μειώνουν τη χοληστερόλη -μια πιθανή θεραπεία για την παχυσαρκία και τις καρδιαγγειακές παθήσεις, με πρόσθετα ηπατικά οφέλη», εξήγησε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Jonathan Stamler, Πρόεδρος και Συνιδρυτής του Harrington Discovery Institute.
«Στο ήπαρ, το μονοξείδιο του αζώτου αναστέλλει τις πρωτεΐνες που παράγουν λίπος και χοληστερόλη. Στον λιπώδη ιστό, το μονοξείδιο του αζώτου αναστέλλει το γενετικό πρόγραμμα που παράγει τα ένζυμα που δημιουργούν λίπος», πρόσθεσε ο Στάμλερ.
Τα επόμενα βήματα σε αυτήν την έρευνα περιλαμβάνουν την προώθηση του φαρμάκου σε κλινικές δοκιμές, οι οποίες θα πρέπει να διαρκέσουν περίπου 18 μήνες.

