Για αρκετούς μήνες η Ιερά Μονή Σινά βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας, αρχής γενομένης με την απόφαση του Εφετείου Ισμαηλίας, η οποία αμφισβήτησε ευθέως την νομική προσωπικότητα της Ιεράς Μονής Σινά και προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις, ενέργειες και αποφάσεις, τόσο εκ μέρους της ελληνικής Κυβερνήσεως όσο και εκ μέρους της Ιεράς Μονής Σινά. Αυτές, όμως, οι αντιδράσεις, ενέργειες και αποφάσεις αμφοτέρων των πλευρών όχι μόνον ελέγχονται για την ορθότητα τους αλλά ευθύνονται και για σοβαρά – εν τέλει -πλήγματα κατά του θεσμού, δηλαδή της Ιεράς Μονής Σινά.

Η δύσκολη αυτή περίοδος για την Ιερά Μονή Σινά κατά τα φαινόμενα έληξε με την εκλογή από την Σιναϊτική Αδελφότητα του νέου Ηγουμένου της στις 14 Σεπτεμβρίου 2025 και μάλιστα με ομόφωνη απόφαση. Νέος Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σινά εξελέγη ο Αρχιμανδρίτης Συμεών Παπαδόπουλος, ο οποίος στη συνέχεια, στις 19 Οκτωβρίου 2025, χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον Μακαριώτατο Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλο και ακολούθησε η ενθρόνισή του ως Αρχιεπισκόπου Σινά, Φαράν και Ραϊθώ.

Η εκλογή αυτή επέφερε και την «απόσυρση» της Ιεράς Μονής Σινά από τα φώτα της δημοσιότητας, με αποτέλεσμα – προς τα έξω – να εκπέμπεται ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Αυτό το μήνυμα είναι η ως διά μαγείας σιωπηρώς και αυτονοήτως επίλυση όλων των προβλημάτων της Ιεράς Μονής του Σινά. Πλέον, ουδείς ασχολείται με την Ιερά Μονή Σινά και ουδείς αναρωτιέται, τι έγινε με όλα αυτά τα προβλήματα, που είχαν έλθει στο φως της δημοσιότητας. Σαν να μην συνέβη τίποτα.

Η αλήθεια, όμως, δυστυχώς, είναι τελείως διαφορετική από την απατηλή εικόνα, που δημιούργησε σε όλους μας η έλλειψη δημοσιότητας περί της Ιεράς Μονής Σινά. Αυτό δεν οφείλεται βεβαίως στην τυχόν αδράνεια ή ανικανότητα του νεοεκλεγέντος Ηγουμένου και Αρχιεπισκόπου Σινά. Οφείλεται σε αυτήν την ίδια την εκλογή του νέου Ηγουμένου από την Σιναϊτική Αδελφότητα, η οποία εκλογή – ως διαδικασία – ελέγχεται σαφώς για την νομιμότητα της και την εγκυρότητα της. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, όταν ένα θεσμικό όργανο έχει εκλεγεί νομίμως, νόμιμες είναι και οι αποφάσεις και οι πράξεις του, έτσι και όταν έχει εκλεγεί παρανόμως, τότε και οι αποφάσεις και πράξεις του είναι παράνομες. Συνέπεια; Αντί αυτές να οδηγούν σε επίλυση των προβλημάτων, οδηγούν αντιθέτως σε διόγκωσή τους.
Όπως, λοιπόν, ορθώς καταλάβατε, όσα θα αναγνώσετε παρακάτω, αφορούν, δυστυχώς, στην ακυρότητα της εκλογής του νέου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά.

Έχω πλήρη συναίσθηση της σοβαρότητας του θέματος αλλά ταυτοχρόνως σέβομαι σε απόλυτο βαθμό και την Ιερά Μονή Σινά, ως θεσμού παγκοσμίου βεληνεκούς, στην οποία δίδω και την απόλυτη προτεραιότητα. Και σας διαβεβαιώνω, ότι η Ιερά Μονή Σινά δεν κινδυνεύει από όσους σέβονται τους Κανονισμούς της αλλά από αυτούς που τους καταπατούν, εν γνώσει τους ή και εν αγνοία τους. Όπως, επίσης, θέλω να σας διαβεβαιώσω, ότι το παρόν άρθρο αντιμετωπίζει το όλο ζήτημα επί θεσμικής βάσεως και όχι επί προσωπικής βάσεως. Ο εκλεγείς Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σινά, ανεξαρτήτως του θέματος της εγκυρότητας της εκλογής του, ως πρόσωπο είναι ένας μορφωμένος, δραστήριος και αξιόλογος κληρικός.

Ας προσεγγίσουμε, λοιπόν, το σοβαρότατο αυτό ζήτημα από νομοκανονικής απόψεως.
Κατά την ημέρα της εκλογής του νέου Ηγουμένου και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Σινά, υπήρχαν – και υπάρχουν μέχρι σήμερα – δύο Θεμελιώδεις Κανονισμοί λειτουργίας της Ιεράς Μονής Σινά.
Ο ένας Κανονισμός, φέρει τον τίτλο: «Ελληνορθοδόξου Αυτονόμου Ιεράς Βασιλικής Μονής Αγίας Αικατερίνης του Αγίου και Θεοβαδίστου Όρους Σινά Θεμελιώδεις Κανονισμοί», ψηφίσθηκε από την Ελληνική Βουλή και περιελήφθη ως Παράρτημα στον ν. 5224/2025 «Σύσταση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ελληνορθόδοξη Ιερά Βασιλική Αυτόνομη Μονή του Αγίου και Θεοβάδιστου όρους Σινά στην Ελλάδα», ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων, ενίσχυση της ασφάλειας στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, διατάξεις για τον αθλητισμό, απονομή ισόβιας σύνταξης σε λογοτέχνες και καλλιτέχνες έτους 2025 και λοιπές ρυθμίσεις» και κάτω από το κείμενο του Κανονισμού αυτού ακολουθούν στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως οι υπογραφές του Προέδρου της Δημοκρατίας και των αρμοδίων Υπουργών.

Ο άλλος Κανονισμός, φέρει τον τίτλο: «Ελληνορθοδόξου Ιεράς Βασιλικής και Αυτοκεφάλου Μονής του Θεοβαδίστου Όρους Σινά Θεμελιώδεις Κανονισμοί», συνετάγη και ψηφίσθηκε από την Σιναϊτική Αδελφότητα το 1971, φέρει τις υπογραφές των μελών της Αδελφότητας και εφαρμοζόταν κατ’ αποκλειστικότητα, μέχρι να ψηφισθεί το τρέχον έτος 2025 ο άλλος Κανονισμός από την Ελληνική Βουλή.
Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται, είναι, βάσει των διατάξεων ποιού Κανονισμού εξελέγη ο νέος Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σινά;
Η πρώτη περίπτωση είναι, η εκλογή να έχει γίνει συμφώνως προς τις διατάξεις του Κανονισμού, που περιελήφθη ως Παράρτημα στον ν. 5224/2025. Αυτή, όμως, η λύση δεν μας συμφέρει και ούτε θέλω να την σκέφτομαι. Και τούτο, γιατί – με βάση τα όσα έχω ήδη εκθέσει παλαιότερα για την ανυπαρξία δεσμεύσεως της Ιεράς Μονής Σινά από τον Κανονισμό αυτόν, που ψηφίσθηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο και όχι από την Σιναϊτική Αδελφότητα – εάν η εκλογή του νέου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά έγινε κατ’ εφαρμογήν του Κανονισμού αυτού, τότε η εκλογή αυτή είναι ανυπόστατη, δηλαδή ανύπαρκτη. Και ο λόγος είναι, ότι ο Κανονισμός αυτός – ως νόμος του Ελληνικού Κοινοβουλίου – έχει ισχύ εντός των γεωγραφικών ορίων της Ελλάδος και όχι εκτός αυτών. Η Ιερά Μονή Σινά όμως βρίσκεται στην Αίγυπτο και η εκλογή του νέου Ηγουμένου έγινε στην Ιερά Μονή, δηλαδή στην Αίγυπτο. Άρα, ο Κανονισμός του ν. 5224/2025 ουδεμία δέσμευση παράγει υπέρ της Ιεράς Μονής Σινά. Αυτό, με απλές λέξεις, σημαίνει, ότι η Ιερά Μονή Σινά από της παραιτήσεως του πρώην Αρχιεπισκόπου Σινά κ. Δαμιανού, ουδέποτε απέκτησε Ηγούμενο.

Η δεύτερη περίπτωση είναι, να έχει γίνει συμφώνως προς τον Κανονισμό του 1971, που έχει ψηφίσει η Σιναϊτική Αδελφότητα και ο οποίος Κανονισμός είναι καθ΄ όλα νόμιμος και έγκυρος και φυσικώς σε ισχύ.
Κατά τον Κανονισμό, λοιπόν, του 1971 και ειδικότερα το άρθρο 20 αυτού:
«Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Σιναίου ὄρους ἐκλέγεται πάντοτε μεταξύ τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς, τῶν ἐχόντων τήν Σιναϊτικήν κουράν καί δέον νά ἔχῃ τά ἑξῆς προσόντα:
α) νά ᾖ ἄμεμπτος τήν πολιτείαν
β) νά ἔχῃ ἡλικίαν ούχί κατωτέραν τῶν τριάκοντα καί πέντε ἐτῶν καί οὐχί μεγαλυτέραν τῶν ἑξήκοντα
γ) νά ᾖ σωματικῶς ὑγιής
δ) νά διακρίνεται ἐπί ζήλῳ καί ἀγάπῃ πρός τήν Μονήν
ε) νά ἔχῃ ὑπηρετήσῃ ἐπί δύο τοὐλάχιστον ἔτη ὡς προϊστάμενος ἐν τῇ Μονῇ ἤ ἐν Καΐρῳ καί νά γνωρίζῃ καταλεπτῶς τάς μοναστηριακάς ὑπηρεσίας καί
στ) νά ᾖ, ἐάν τοῦτο εἶναι δυνατόν, ἐκ τῶν ἐγγραμμάτων ἀδελφῶν».

Η διάταξη αυτή έχει δύο σημαντικά και ουσιώδη σημεία.
Το πρώτο σημείο είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση της διατάξεως του άρθρου 20, κατά την οποία ως Αρχιεπίσκοπος Σινά εκλέγεται, υποψήφιος που έχει «σιναϊτική κουρά», που προέρχεται δηλαδή από τους αδελφούς της Μονής, που έχουν καρεί μοναχοί στην ίδια την Ιερά Μονή Σινά. Δηλαδή, η Ιερά Μονή Σινά θα πρέπει να είναι η μονή της μετανοίας τους, δηλαδή η μονή στην οποία έλαβε χώρα η κουρά τους. Συνεπώς, αποκλείονται και δεν μπορούν να είναι υποψήφιοι, τα μέλη της σιναϊτικής αδελφότητας, τα οποία έχουν καρεί μοναχοί σε άλλη Ιερά Μονή (μονή της μετανοίας τους) και στη συνέχεια, αφού αποφάσισαν να αποχωρήσουν από αυτήν, επέλεξαν την Ιερά Μονή Σινά ως την μονή της εγκαταβιώσεως τους.

Αυτήν την ερμηνεία στον όρο «σιναϊτική κουρά» αποδίδει και ο Περικλής Γρηγοριάδης, πάλαι ποτέ Καθηγητής στην Θεολογική Σχολή του Κοινού του Παναγίου Τάφου, στο βιβλίο του υπό τον τίτλο: Ἡ Ἱερά Μονή τοῦ Σινᾶ κατά τήν τοπογραφικήν, ἱστορικήν καί διοικητικήν αὐτῆς ἔποψιν, ἐν Ἱεροσολύμοις, ἐκ τοῦ Τυπογραφείου του Π. Τάφου, 1875, όπου στη σελίδα 196, παραπομπή 1, σημειώνει, ότι αυτοί που δεν έχουν «σιναϊτική κουρά» είναι οι δόκιμοι, δηλαδή οι έχοντες κανονικό καθεστώς λαϊκού, που με την «σιναϊτική κουρά» στη συνέχεια αποκτούν την μοναχική ιδιότητα: «Βεβαίως μόνοι οἱ γνήσιοι ἀδελφοί δύνανται νά ὑπογράψωσι μετά κύρους τάς πράξεις καί τά ἔγγραφα τῶν Συνάξεων∙ οἱ δ’ ἐκτός οὐχί. Ὥς τε εἶνε περιττόν καί νά εἴπῃ τις, ὅτι τό ἔθος, καθ’ ὅ ἐστίν ὅτε ἐν τῇ μονῇ ὑπογράφουσι καί οἱ Δόκιμοι, ἤτοι ἄνθρωποι μή ἔχοντες ἔτι Σιναϊτικήν κουράν,….».Άρα, σαφώς κατά τον Π. Γρηγοριάδη, ως «σιναϊτική κουρά» νοείται η τελετή, που τελείται εντός της Ιεράς Μονής Σινά και με την οποία δόκιμος μοναχός της Ιεράς Μονής Σινά αποκτά τη μοναχική ιδιότητα και από λαϊκός γίνεται μοναχός. Συνεπώς, «σιναϊτική κουρά» δεν είναι σε καμία περίπτωση η τελετή απονομής του μεγάλου σχήματος – παρά το γεγονός, ότι και το μικρό και το μεγάλο σχήμα απονέμονται με τελετή «κουράς» κατά το Μέγα Ευχολόγιο – καθόσον το μεγάλο σχήμα απονέμεται σε ήδη μοναχό.
Τώρα, ο νέος ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σινά και Αρχιεπίσκοπος Σιναίου Όρους Συμεών, όπως προκύπτει από το βιογραφικό του (βλ. το βιογραφικό σε ιστοσελίδα https://el.wikipedia.org/wiki/Αρχιεπίσκοπος_Σινά,_Φαράν_και_Ραϊθώ_Συμεών), έχει υποστεί την τελετή της κουράς στην Ιερά Μονή Σινά το έτος 1988 και στην οποία έλαβε χώρα στη συνέχεια και η απονομή του μεγάλου Σχήματος το 1999. Συνεπώς, φαίνεται κατά την ανωτέρω ιστοσελίδα, ότι έχει και «σιναϊτική κουρά», δηλαδή πρόσκτηση μοναχικής ιδιότητας στην Ιερά Μονή Σινά αλλά και την «κουρά» για την απονομή του μεγάλου σχήματος επίσης τελεσθείσα στην Ιερά Μονή Σινά, αμφότερες επί Ηγουμενίας και Αρχιεπισκοπίας του πρώην Αρχιεπισκόπου Σινά κ. Δαμιανού.

Όμως, εξ όσων είμαι σε θέση να γνωρίζω, υπάρχουν στοιχεία, που διαψεύδουν το σημείο, που αφορά στην τέλεση της κουράς του νέου Αρχιεπισκόπου Σινά στην Ιερά Μονή Σινά το 1988. Αντιθέτως, οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι η κουρά του νέου Αρχιεπισκόπου Σινά έλαβε χώρα στις 16 Φεβρουαρίου 1983 στην Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού της Ιεράς Μητροπόλεως Σάμου και Ικαρίας και τελέστηκε από τον (τότε) Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας κυρό Παντελεήμονα Μπαρδάκο.

Εάν τα παραπάνω αληθεύουν, τότε ο νεοεκλεγείς Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σινά και χειροτονηθείς στη συνέχεια επίσκοπος από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, δεν έχει «σιναϊτική κουρά» και δεν πληροί – καταρχήν – την θεμελιώδη προϋπόθεση, που απαιτεί το άρθρο 20 του Κανονισμού της Ιεράς Μονής Σινά του 1971. Άρα, στην περίπτωση αυτή – εάν επαναλαμβάνω αληθεύουν τα παραπάνω – η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου Σινά ως Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά, είναι αντίθετη με τον ισχύοντα Κανονισμό της Ιεράς Μονής Σινά του 1971 και έγινε κατά παράβασιν αυτού. Με απλές λέξεις, αν η εκλογή του νέου Ηγουμένου έγινε με τον Κανονισμό του 1971, τότε αυτή είναι άκυρη.
Πάντως, έχω την αίσθηση, ότι και ο ίδιος ο νεοεκλεγείς Ηγούμενος – αν και έχει προβεί επανειλημμένως σε δηλώσεις και έχει επανειλημμένως παραχωρήσει συνεντεύξεις – δεν έχει αναφερθεί με σαφήνεια στην κουρά του, που έγινε στην Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού της Σάμου. Βεβαίως, γενικές αναφορές υπάρχουν, όπως σε συνέντευξη που παραχώρησε στη δημοσιογράφο Σ. Χατζή (https://www.youtube.com/watch?v=EFm_2G5D5jk), όπου δηλώνει: «το ξεκίνημα μου, το μοναχικό και το ιερατικό ήταν από άλλο τόπο. Ο σύνδεσμος μου με τον μακαριστό μητροπολίτη Σάμου αλλά και με την πατρίδα μου τον Πειραιά, το ξεκίνημα ήταν περισσότερο έξω στην ελλαδική εκκλησία», δήλωση που συνιστά πλήρη ομολογία ελλείψεως «σιναϊτικής κουράς», αφού ο ίδιος δηλώνει, ότι το μοναχικό και το ιερατικό του ξεκίνημα είναι από άλλο τόπο, δηλαδή όχι την Ιερά Μονή Σινά.

Στο σημείο αυτό θέλω, να θέσω και ένα άλλο ζήτημα, που συνδέεται με τα προαναφερόμενα. Θεωρώ, δεδομένο, ότι κατά την άφιξη του στην Ιερά Μονή Σινά ο (τότε) Αρχιμανδρίτης Συμεών Παπαδόπουλος κατέθεσε και το κανονικό απολυτήριο του από την Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Σάμου, ώστε η ένταξη του στην Σιναϊτική Αδελφότητα να μην ήταν μόνο πραγματική (de facto) αλλά και από νομικής απόψεως (de jure) σωστή και ολοκληρωμένη. Και αυτό, καθόσον η πραγματική ένταξη είναι αρκετή, για να εισφέρει ένας μοναχός στην ζωή της Σιναϊτικής Αδελφότητας, δεν είναι όμως αρκετή, για να νομιμοποιήσει και τη συμμετοχή του στην λήψη των αποφάσεων, πολλώ δε μάλλον να επιτρέψει την εκλογή του στην θέση του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά. Στην αντίθετη περίπτωση, που εγώ την απεύχομαι, το πρόβλημα μεγενθύνεται και αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, διότι υπό αυτό το πρίσμα ο π. Συμεών Παπαδόπουλος εξελέγη Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σινά, ενώ δεν είναι ούτε καν μέλος της Σιναϊτικής Αδελφότητας αλλά ίσα – ίσα παραμένει μέχρι σήμερα μέλος της Αδελφότητας της Ιεράς Μονής Τιμίου Σταυρού Σάμου. Όπως, όμως, είδαμε στον Κανονισμό, οι υποψήφιοι επιλέγονται από τα μέλη της Σιναϊτικής Αδελφότητας, που έχουν «σιναϊτική κουρά» και ως μέλη νοούνται οι κανονικώς εγγεγραμμένοι, όχι οι εν τοις πράγμασι ενσωματούμενοι στην Αδελφότητα. Ελπίζω, πράγματι να υπάρχει αυτό το κανονικό απολυτήριο, που να αποδεικνύει την νόμιμη οριστική και παντελή αποχώρηση του νεοεκλεγέντος Ηγουμένου από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σάμου και την κανονική, νόμιμη πλήρη και οριστική ένταξη του στην Σιναϊτική Αδελφότητα. Όπως ελπίζω, επίσης, να μην πρόκειται για περίπτωση προσωρινής αποχωρήσεως του π. Συμεών Παπαδόπουλου από την Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Σάμου για την Ιερά Μονή Σινά, με σκοπό (που γενικώς συνηθίζεται στην Εκκλησία) την προσωρινή κάλυψη αναγκών αυτής. Και η οποία προσωρινή ενσωμάτωση κατέστη στην πράξη μόνιμη, κατά το κοινώς λεγόμενον «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού», αλλά όχι όμως νόμιμη και κανονική. Αυτή όμως η διαφορά μεταξύ πραγματικότητας (μόνιμη στην πράξη), η οποία δεν λαμβάνεται υπόψιν και νομιμότητας (νόμιμη και κανονική), που είναι ο κομβικός παράγοντας, συνιστά και την ειδοποιό διαφορά, που μετατρέπει την εκλογή του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά από νόμιμη κατά τα φαινόμενα σε παράνομη κατά τον Κανονισμό της.
Το δεύτερο στοιχείο είναι το υπό το εδάφιο (β΄) προσόν, που απαιτείται κατά τον Κανονισμό του 1971 (άρθρο 20) να έχει ο υποψήφιος για το αξίωμα του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά. Πρόκειται για τα ηλικιακά όρια, τα οποία προς τα κάτω (δηλαδή το κατώτατο) είναι το 35ο έτος και προς τα πάνω (το ανώτατο) είναι το 60ο έτος. Με απλά λόγια, κατά τον ισχύοντα Κανονισμό του 1971, ο υποψήφιος για το αξίωμα του Ηγουμένου πρέπει να είναι το ελάχιστο τριάντα πέντε ετών και το μέγιστο εξήντα ετών.

Όπως, όμως, προκύπτει από το βιογραφικό του νέου Ηγουμένου και Αρχιεπισκόπου Σινά, που όμως και ο ίδιος ουδέποτε απέκρυψε (βλ. ό.π. το βιογραφικό του σε https://el.wikipedia.org/wiki/Αρχιεπίσκοπος_Σινά,_Φαράν_και_Ραϊθώ_Συμεών), αυτός έχει γεννηθεί το 1957, δηλαδή κατά την ημέρα της εκλογής του ήταν ήδη εξήντα οκτώ (68) ετών, έχοντας υπερβεί το ανώτατο ηλικιακό όριο κατά οκτώ (8) έτη, με αποτέλεσμα να ελλείπει ένα από τα απαραίτητα προσόντα για νόμιμη υποψηφιότητα για το αξίωμα του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά. Άρα, και γι’ αυτόν μόνο τον λόγο, η εκλογή του είναι άκυρη.

Έχοντας υπόψιν τα δύο αυτά στοιχεία, δημιουργείται ένας εύλογος προβληματισμός σχετικώς με την συνολική ακυρότητα της εκλογής του νέου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά:
Α) διότι η ηλικία του υπερβαίνει και μάλιστα κατά πολύ το ανώτατο ηλικιακό όριο, που θέτει ο ισχύων Κανονισμός.
Β) διότι, δεν έχει «σιναϊτική κουρά», δηλαδή δεν απέκτησε στην Ιερά Μονή Σινά την μοναχική ιδιότητα του, μετατασσόμενος ως δόκιμος από την τάξη των λαϊκών στην τάξη των μοναχών. Αντιθέτως, κατά πως προκύπτει από τα στοιχεία, η κουρά του – η αντίστοιχη και ισότιμη με την «σιναϊτική κουρά» – δηλαδή η τελετή με την οποία απέκτησε την μοναχική ιδιότητα, έλαβε χώρα στην Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Σάμου στις 16 Φεβρουαρίου 1983.
Τα συμπεράσματα, δε, αυτά δεν δύναται να αναιρέσει το γεγονός της παμψηφεί εκλογής του από τα μέλη της Σιναϊτικής Αδελφότητας, διότι ακόμη και μία παμψηφεί εκλογή μπορεί να γίνει κατά παράβασιν των διατάξεων του ισχύοντος Κανονισμού. Όπως δεν δύναται τα συμπεράσματα αυτά να αναιρέσει η απονομή του μεγάλου σχήματος, διότι απλούστατα η πράξη αυτή δεν συνιστά τελετή κουράς που οδηγεί σε κτήση μοναχικής ιδιότητας.

Εν κατακλείδι, η εκλογή του νυν Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά και Αρχιεπισκόπου Σινά, Φαράν και Ραϊθώ θεωρώ, ότι για τους δύο αυτούς λόγους ελέγχεται ως παράνομη και γι’ αυτό το λόγο άκυρη βάσει του ισχύοντος ακόμη Κανονισμού του 1971. Η οποία δεδομένη ακυρότητα συμπαρασύρει αναγκαστικώς και το κύρος της εκλογής του ως Αρχιεπισκόπου Σινά όσο και της χειροτονίας του ως επισκόπου, αφού για το κύρος αμφοτέρων αναγκαία προϋπόθεση είναι η κανονική και έγκυρη εκλογή του ως Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά, κάτι που δεν έχει γίνει.
Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τον Κανονισμό του 1971, το περιεχόμενο του οποίου είμαι βέβαιος, ότι περιήλθε σε γνώση των αρμοδίων κρατικών Υπηρεσιών και Θεσμών, πριν από την εκλογή του νέου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά.
Οπότε τίθεται το ερώτημα: Γιατί οι αρμόδιοι κρατικοί λειτουργοί – αφού αποφάσισαν να αναμειχθούν σ’ αυτή την εκλογή, αν και δεν θα έπρεπε – δεν ζήτησαν προηγουμένως, να τους γνωστοποιηθούν, ποιά μέλη της Αδελφότητας πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 20 του Κανονισμού του 1971; Ήταν δηλαδή τόσο δύσκολο να ζητηθούν και να κατατεθούν τα αντίστοιχα έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται η ύπαρξη ή και η έλλειψη των αναγκαίων προϋποθέσεων σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα εκ των υποψηφίων; Ώστε να διευκολυνθεί το έργο, όσων είχαν ή θα είχαν σημαίνοντα ρόλο στην εκλογή του νέου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σινά; Εάν αυτό είχε συμβεί, και η γκάφα της άκυρης εκλογής θα είχε αποφευχθεί αλλά και ο εκλεγείς νέος Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σινά δεν θα ευρίσκετο στην δυσάρεστη θέση, να εισέλθει υποχρεωτικώς και εκ των πραγμάτων στην λογική της παραιτήσεως, υφιστάμενος ταυτοχρόνως και την αναπόφευκτη -πλέον – προσβολή της προσωπικότητας του. Διότι, αναμφιβόλως, ένας κληρικός, με τέτοια πολυετή και πολυσχιδή προσφορά στην Ιερά Μονή Σινά αλλά και στην Εκκλησία εν γένει, όπως ο π. Συμεών, δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να υποστεί την βάσανο τέτοιων διαδικασιών, και μάλιστα εκών – άκων.

Πολύ περισσότερο, δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση η ίδια η Ιερά Μονή Σινά να βρεθεί στην δίνη τέτοιων ενεργειών και διαδικασιών και μαζί της και η Σιναϊτική Αδελφότητα.
Ελπίζω το άρθρο αυτό να αποτελέσει την αφετηρία για μία αλλαγή πορείας στο ζήτημα της Ιεράς Μονής Σινά, όπου θα επικρατήσουν ο σεβασμός προς την Ιερά Μονή Σινά και την νομιμότητα αλλά και η μέγιστη δυνατή σοβαρότητα και υπευθυνότητα στον τρόπο επιλύσεως των προβλημάτων της. Τόσο αυτών που εκκρεμούν όσο και αυτών που δυστυχώς δημιουργήθηκαν εκ του μη όντος και άνευ ευθύνης της Σιναϊτικής Αδελφότητας. Και θα επαναλάβω για μία ακόμη φορά, ότι το μείζον ζήτημα είναι η προστασία του θεσμού, δηλαδή της Ιεράς Μονής Σινά, και όχι τα πρόσωπα. Η προστασία, δε, του θεσμού διασφαλίζεται με την εφαρμογή του Κανονισμού και όχι με την παραβίαση του. Αλλιώς, τι νόημα έχει η ύπαρξη του Κανονισμού, εάν αυτός θεωρείται, ότι δεν χρήζει εφαρμογής αλλά παραβιάσεως;
Γνωρίζω, βεβαίως, ότι στην Ελλάδα, οι υπερασπιστές της νομιμότητας καταδικάζονται, ενώ οι πολέμιοι της νομιμότητας αθωώνονται.
Λέτε, εδώ, να γίνει η εξαίρεση και να μην καταδικασθώ;

Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος
Δικηγόρος
Άρχων Ασηκρήτης της Μ.τ.Χ.Ε.

Σημείωση: Στο ερώτημα αυτό η απάντηση έχει δύο λύσεις.
Η μία λύση είναι να παραιτηθούν τόσο ο π. Συμεών Παπαδόπουλος όσο και όσοι –παρέχοντας τις ειδικές γνώσεις τους ή ασκώντας τις αρμοδιότητες τους – συνέβαλαν στην δημιουργία αυτού του χάους, που προκαλεί ζημία όχι μόνο σε επίπεδο εκκλησιαστικό αλλά και σε επίπεδο πολιτικό, διπλωματικό και κυρίως εθνικό. Εάν επιλεγεί αυτή η λύση, τότε θα ακολουθήσει και η επίλυση του προβλήματος με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, οι οποίες όμως κρίνω, ότι δεν είναι της παρούσης να αναφέρω.
Η άλλη λύση είναι να παραμείνουν όλα ως έχουν, πρόσωπα και πράγματα. Η λύση αυτή φοβάμαι, ότι θα είναι και αυτή που τελικώς θα δοθεί, διότι στην χώρα μας είναι πιο εύκολος ο καταλογισμός ευθυνών σ’ αυτόν που δεν ευθύνεται και απολύτως δύσκολη η ανάληψη των ευθυνών από αυτούς που ευθύνονται.
Εγώ πάντως – παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις – ελπίζω. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Ας περιμένουμε, λοιπόν, να δούμε, εάν αυτή την φορά, θα υπάρξει ίσως ανάληψη ευθυνών από τους υπευθύνους.

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης