Το περασμένο Σαββατόβραδο, πήγα στο ειδικό κατάστημα στο Athens Metro Mall (το οποίο δεν έχει σχέση με…Αθενς – στον ταπεινό δήμο Αγίου Δημητρίου βρίσκεται, πλάι στο σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Αλέκος Παναγούλης), διότι στο ειδικό κατάστημα που πουλάει εφημερίδες, περιοδικά (και πλήθος άλλων ‘ψιλικών’ …) ο κυριακάτικος Τύπος φτάνει από το βραδάκι της προηγούμενης. Στόχος μου ήταν να αγοράσω την πλούσια έκδοση της καθημερινής, διότι -με βάση την τηλεοπτική διαφήμιση κυρίως του SKY- πρόσφερε το κορυφαίο περιοδικό αυτοκινήτου ‘4τροχοί’ και, εκτός όλων των άλλων ενθέτων θα διέθετε το μυθιστόρημα του Δημήτρη (Μίτια) Καραγάτση σε βιβλίο, Και όλο αυτό το ασήκωτο πακέτο σε τιμή τεσσάρων ευρώ περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Την πάτησα. Διότι η υπάλληλος με είδε σκυμμένο πάνω από τις ντάνες των φύλλων και μου πέταξε, σαν έτοιμη από καιρό, σαν θαρραλέα: «Αν ψάχνετε την κυριακάτικη Καθημερινή, λυπούμαστε, τελείωσε εδώ και μισή ώρα». Ήταν μόλις οκτώ βραδυνή, όταν τα πακέτα φτάνουν στο κατάστημα -ανάλογα με την κίνηση στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης- από τις εξήμισι ως τις επτά και κάτι. Από τον εκνευρισμό μου, αγόρασα επιδεικτικά την «Εποχή», που διέθετε στο γκισέ μόλις ένα φύλλο. Πριν φύγω από τον χώρο, παρατήρησα ότι τα πακέτα με τα άλλα ταμπλόιντ της Κυριακής είχαν περιορισμένη ζήτηση (κυρίως από ηλικιωμένους πελάτες…), ενώ οι θεωρούμενες μικρές – πτωχές εφημερίδες, βρίσκονταν διπλωμένες σε ειδικές θυρίδες που χρειαζόσουν μεγεθυντικό φακό (ή τον βοηθό της Νικολούλη) προκειμένου να τις ανακαλύψεις.
Χθες, επανέλαβα την ίδια επιχείρηση. Αυτή τη φορά, η «Κ» των Αλαφούζων δεν προσφερόταν σε βαρβάτο (και πανάκριβο για τον επιχειρηματία !) πακέτο και δεν έδειχνε να έχει σουξέ πωλήσεων, μια και η προσφορά του δεύτερου βιβλίου του Καραγάτση, μη έχοντας την αβάντα από προβαλλόμενο τηλεοπτικό σίριαλ και τυπωμένο σε πολύ πρόχειρη έκδοση (λίγες σελίδες, μέτρια ποιότητα χαρτιού, απελπιστικά άσχημο εξώφυλλο κλπ.) δεν τράβαγε τους πελάτες κι’ ας επρόκειτο για το σπουδαίο μυθιστόρημα «Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν».
Εν πάση περιπτώσει, η ουσία είναι ότι με δύο -το πολύ- κυριακάτικα φύλλα (που ανήκουν σε εφοπλιστές-καναλάρχες) οι λοιπές εκδοτικές προσπάθειες αγκομαχούν να ακολουθήσουν, και είναι λογικό να ζημιώνουν για τα καλά τα αφεντικά τους. Το ότι, κάποια στιγμή τα χρέη θα «τακτοποιηθούν» ή όχι, είναι μια άλλη θλιβερή ιστορία. Το σίγουρο είναι ότι η διαφήμιση θα συνεχίσει να πηγαίνει στα έντυπα που κυριαρχούν στις πωλήσεις και «όλοι οι άλλοι να πάνε να… προσευχηθούν για το μέλλον τους».
Το «παιχνίδι» του καρχαρία και τις…αθερίνας στον γραπτό Τύπο, ξεκίνησε πριν αρκετά χρόνια, τότε που το «Έθνος» του μεγαλοκατασκευαστή Γιώργου Μπόμπολα ζήλεψε ένα μικρό περιοδικάκι που έβγαζε ένας φουκαράς εκδότης μια φορά τον μήνα, με θέματα το κυνήγι και το ψάρεμα. Διέθετε λίγες σελίδες σε χαρτί ταπεινό και μόνο στο οπισθόφυλλο είχε μια διαφήμιση. Η ηγεσία του ‘Εθνους’, ρώτησε πόσοι ήταν οι κυνηγοί στην Ελλάδα και μόλις έμαθε το νούμερο (πάνω από 200.000) αποφάσισε να προσφέρει δωρεάν ως ένθετο στους αναγνώστες ειδικό πλούσιο περιοδικό (με σημαντικά διαφημιστικά έσοδα βεβαίως…) για τους κυνηγούς και τους ερασιτέχνες ψαράδες. Εννοείται ότι ο φουκαράς μικροεκδότης του μεροκάματου, έκλεισε την επιχείρηση και εξαφανίστηκε από τον χάρτη των περιοδικών. ‘Όπως είχε εξαφανιστεί την ίδια εποχή το διάσημο (με πρώτη πανελλήνια κυκλοφορία) περιοδικό χαμηλής τιμής «Ρομάντζο» του Θεοφανίδη, το οποίο απέκτησε με επιθετική αγορά ο Χρήστος Λαμπράκης (για να το κλείσει (!) προκειμένου να σταματήσει να χάνει φύλλα στις πωλήσεις, ο εβδομαδιαίος «Ταχυδρόμος» του συγκροτήματος της Χρήστου Λαδά.
ΥΓ. Το ότι ο Ταχυδρόμος ήταν σπουδαίο περιοδικό για την εποχή του δεν σημαίνει ότι το Ρομάντζο ήταν «για πέταμα». Μόνο οι στήλες του Τσιφόρου, οι γελοιογραφίες του Αρχέλαου και τα κοινωνικά του ρεπορτάζ (που ενδιέφεραν ολόκληρη την ελληνική οικογένεια) είχαν την αξία τους.

