Facebook και Δημοκρατία

Πρώτη καταχώρηση: Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020, 12:32
Facebook και Δημοκρατία

Σύνταξη-Επιμέλεια: Στέλιος Βασιλούδης

Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή καμία δύναμη στον κόσμο που να μπορεί να αναγκάσει το Facebook να αναθεωρήσει ή να λογοδοτήσει για τις πρακτικές του. Κανένα νομοθετικό σώμα, καμία υπηρεσία επιβολής του νόμου, καμία ρυθμιστική αρχή. Το Αμερικανικό Κογκρέσο απέτυχε. Η Ε.Ε. απέτυχε. Όταν η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ τού επέβαλε πρόστιμο ύψους 5 δισ. δολαρίων για τον ρόλο του στο σκάνδαλο Cambridge Analytica, η τιμή της μετοχής του αυξήθηκε. Αυτό είναι που κάνει αυτή τη χρονική στιγμή τόσο ενδιαφέρουσα και ενδεχομένως ιστορική. Εάν το μποϊκοτάζ του Facebook στο πλαίσιο του «stop the hate for profit» από τις μεγαλύτερες και πιο ισχυρές επιχειρήσεις του κόσμου -Unilever, Coca-Cola, Starbucks κ.λπ.- πετύχει, θα είναι επειδή έχει στοχεύσει το μόνο πράγμα που το Facebook καταλαβαίνει: το κέρδος. Εάν αποτύχει, αυτό θα αποτελέσει ένα άλλο, πολύ πιο δυσοίωνο ορόσημο.

Να θυμίσω ότι στο παλμαρέ των διακρίσεων του Facebook μέχρι στιγμής ήδη συγκαταλέγονται: η διευκόλυνση της επιρροής μιας ξένης δύναμης (Ρωσία) στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, η ζωντανή λήψη μιας σφαγής (Ν. Ζηλανδία), η οποία στη συνέχεια μεταδόθηκε σε εκατομμύρια σε όλον τον κόσμο, και η «πολύτιμη» βοήθεια στην υποκίνηση μιας γενοκτονίας. Όσο υπερβολικό και αν ακούγεται το τελευταίο, μια πρόσφατη έκθεση των Ηνωμένων Εθνών αναφέρει ότι η χρήση του Facebook έπαιξε «καθοριστικό ρόλο» στην υποκίνηση μίσους και βίας εναντίον των Rohingya του Μιανμάρ, η οποία έχει οδηγήσει σε δεκάδες χιλιάδες θανάτους και έχει μετατρέψει εκατοντάδες χιλιάδες σε πρόσφυγες.

Το Facebook δικαιολογείται λέγοντας ότι η χρήση εμπρηστικής λαϊκιστικής γλώσσας υπήρχε πολύ πιο πριν από τον ερχομό των κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ο Nick Clegg, αντιπρόεδρος του Facebook για παγκόσμιες υποθέσεις και επικοινωνίες (και πρώην αναπληρωτής πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας), δήλωσε ότι ο λαϊκισμός δεν εφευρέθηκε στη Silicon Valley, επισημαίνοντας αιώνες πολιτικής ιστορίας πριν από την ύπαρξη εταιρειών κοινωνικών μέσων. 

Χαρακτηριστικά είπε: «Από την Αραβική Άνοιξη, έως τους τοπικούς υποψήφιους που αμφισβητούν πολιτικούς αντιπάλους, τα κοινωνικά μέσα έχουν βοηθήσει να ανοίξει η πολιτική και όχι να ευνοήσουν τη μία πλευρά ή την άλλη. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι κινητήρες του λαϊκισμού είναι περίπλοκοι και δεν μπορούν να χρεωθούν στη χρήση των κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης - στην πραγματικότητα η πολιτική πόλωση έχει μειωθεί σε πολλές χώρες με υψηλή χρήση του διαδικτύου».

Η έκθεση των Ηνωμένων Εθνών προβληματίζει. Προβληματίζει όταν κανείς αναλογιστεί και συνδέσει το ότι η Maria Ressa, η διάσημη Φιλιππινέζα δημοσιογράφος (ιδρυτικό μέλος του Rappler) που έχει πρωτοστατήσει στη μάχη κατά των fake news και έχει προειδοποιήσει για τους κινδύνους του Facebook, έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση από την κυβέρνηση του Duerte. Προβληματίζει όταν κανείς διαβάσει την κυνική και οργουελική υπεράσπιση του Clegg, που ισχυρίζεται ότι «πλατφόρμες όπως το Facebook παρέχουν έναν καθρέφτη της κοινωνίας». 

Το Facebook δεν είναι καθρέφτης. Είναι ένα όπλο. Οπλισμένο, χωρίς άδεια -δεν υπόκειται σε νόμους ή έλεγχο- και βρίσκεται στα χέρια και τα σπίτια 2,6 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, χρησιμοποιείται από μυστικούς πράκτορες που ενεργούν για λογαριασμό κρατών-εθνών, αποτελεί βήμα ομάδων που επαινούν τα εκκαθαριστικά αποτελέσματα του Ολοκαυτώματος και πιστεύουν ότι το 5G θα ψήσει τους εγκεφάλους μας ενώ κοιμόμαστε.

Συχνά γράφεται ότι, εάν το Facebook ήταν χώρα, θα ήταν μεγαλύτερο από την Κίνα. Αυτή η αναλογία είναι λάθος. Εάν πράγματι το Facebook ήταν χώρα, θα ήταν ένα αδίστακτο κράτος. Θα ήταν η Βόρεια Κορέα. Άρα δεν είναι ένα απλό όπλο. Είναι ένα πυρηνικό όπλο.

Διότι, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για εταιρεία, αλλά για μια δικτατορία, μια παγκόσμια αυτοκρατορία που ελέγχεται από έναν άντρα, τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ, o οποίος, ακόμη και όταν τα στοιχεία της ζημιάς που προκαλεί έχουν γίνει συντριπτικά και αδιαμφισβήτητα, απλώς επιλέγει να αγνοεί τους επικριτές του σε όλο τον κόσμο. Αντ' αυτού, συνεχίζει να εκτοξεύει αδυσώπητη, απίστευτη, ολοένα και πιο παράλογη προπαγάνδα, ενώ ελέγχει τα κύρια κανάλια διανομής ειδήσεων. Και όπως οι πολίτες της Βόρειας Κορέας δεν μπορούν να λειτουργήσουν έξω από το κράτος, έτσι είναι σχεδόν αδύνατο σήμερα να ζει κανείς μια ζωή ανέγγιχτη από το Facebook, το WhatsApp και το Instagram.

Η καμπάνια #StopHateForProfit επικεντρώνεται στη ρητορική μίσους και έχει καταφέρει να ενώσει έξι αμερικανικές οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ για να πιέσει τους διαφημιστές να σταματήσουν να χρησιμοποιούν το Facebook για τον Ιούλιο. Η εκστρατεία αυτή ενισχύθηκε από την απόφαση της πλατφόρμας να μην αφαιρέσει μια ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ που απειλούσε με βία κατά των διαδηλωτών του Black Lives Matter γράφοντας: «Όταν η λεηλασία ξεκινά, ξεκινούν και οι πυροβολισμοί».

Όμως το ζήτημα είναι πολύ μεγαλύτερο από την προβολή του μίσους μέσω Facebook. Επεκτείνεται πολύ πέρα από τις ΗΠΑ, αν και ο ρόλος που θα διαδραματίσει στις ερχόμενες προεδρικές εκλογές είναι καθοριστικός. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι απαιτήσεις του #StopHateForProfit δεν περιορίζονται μόνο στο να σταματήσουν τις ψευδείς πολιτικές διαφημίσεις. Η αρνητική επιρροή του Facebook είναι παγκόσμια και η απειλή της για τη δημοκρατία είναι υπαρξιακή. Είναι άραγε σύμπτωση ότι οι τρεις χώρες που αντιμετώπισαν λιγότερο αποτελεσματικά τον κορωνοϊό είναι αυτές με λαϊκιστές ηγέτες (Τραμπ, Μπολσονάρου, Τζόνσον) των οποίων οι εκστρατείες εκμεταλλεύτηκαν την ικανότητα του Facebook να διαδίδει ψέματα σε μεγάλες και ευρείες κλίμακες; Ίσως. Ίσως όχι.

Ο Ζάκερμπεργκ δεν είναι ο Κιμ Γιονγκ-Ουν. Είναι πολύ πιο δυνατός. «Υποθέτω ότι όλοι αυτοί οι διαφημιστές θα επιστρέψουν στην πλατφόρμα σύντομα» είπε, σύμφωνα με πληροφορίες, στους υπαλλήλους του την περασμένη εβδομάδα. Και, παρόλο που 500 εταιρείες έχουν πλέον ενταχθεί στο μποϊκοτάζ, η Wall Street Journal αναφέρει ότι αυτό αντιπροσωπεύει μείωση μόλις 5% των κερδών της πλατφόρμας. Τελικά μπορεί να αποδειχθεί ότι το Facebook δεν είναι απλώς μεγαλύτερο από την Κίνα. Είναι μεγαλύτερο και από τον καπιταλισμό. 

Από τότε που το Facebook άρχισε να κυριαρχεί στη δημοκρατία, σε κάθε πολιτική συζήτηση έχει τοποθετηθεί στη λανθασμένη όχθη της ιστορίας. Η εταιρεία δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί εσωτερικά, διότι το επιχειρηματικό της μοντέλο επωφελείται από τη φιλοξενία κάθε λογής τσίρκου που εκτοξεύει βόμβες μίσους, ταπείνωσης και σκουπιδιών. Η πλατφόρμα συλλέγει τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών της για να τους προτείνει (αλγοριθμικά) νέο περιεχόμενο, αλλά δεν προτίθεται να σταματήσει να προτρέπει τους ανθρώπους να κακοποιούν ο ένας τον άλλο, διατηρώντας παράλληλα την απερίσπαστη προσοχή τους. Δεν είναι καλό για την κοινωνία, αλλά είναι καλό για το Facebook.

Ο πρόεδρος Τραμπ ξέρει ότι εάν τα πράγματα συνεχίσουν όπως είναι -χωρίς κομματικά συνέδρια ή μαζικές συγκεντρώσεις και εάν οι εκλογές διεξαχθούν τον Νοέμβριο (ένα αρκετά μεγάλο «αν»)-, τότε ο Μπάιντεν θα κερδίσει. Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να ανατρέψει τα πάντα είναι -το μαντέψατε!- το Facebook.

Αυτή η σκέψη επηρεάζει όλες τις κινήσεις του. Ειδικότερα εξηγεί τη στάση του απέναντι στο Twitter όταν εξέδωσε μια ανόητη εκτελεστική εντολή που απειλεί τις αλλαγές στο τμήμα 230 του νόμου περί ευπρέπειας για τις επικοινωνίες. Αυτή η ρήτρα προστατεύει τις εταιρείες κοινωνικών μέσων από τη νομική ευθύνη για πράγματα που οι χρήστες δημοσιεύουν στις πλατφόρμες τους. Από νομικής σκοπιάς, η εντολή είναι μια φάρσα - ίσως και τελικά αποδειχτεί και αντισυνταγματική. Τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης πίστεψαν ότι στόχευε το Twitter, αλλά στην πραγματικότητα ο στόχος του ήταν το Facebook, το οποίο έχει πολύ περισσότερα να χάσει εάν η ενότητα 230 επρόκειτο να τροποποιηθεί ριζικά. Ως προειδοποίηση, πέτυχε περίφημα. Μόλις δημοσιοποιήθηκαν οι λεπτομέρειες για την περιβόητη εντολή, ο Ζάκερμπεργκ εμφανίστηκε στο Fox News -το αγαπημένο τηλεοπτικό κανάλι του Τραμπ- εκφράζοντας την άποψη ότι «το Facebook δεν πρέπει να είναι ο κριτής της αλήθειας για όλα όσα λένε οι άνθρωποι online. Οι ιδιωτικές εταιρείες πιθανώς δεν πρέπει να είναι… σε θέση να το κάνουν αυτό». Αποδείχτηκε γρήγορα ότι η διασφάλιση του Facebook βρίσκεται στο πλευρό του Τραμπ. Όταν δημοσιεύτηκε εκείνο το περιβόητο tweet κατά των διαδηλωτών στη Μινεάπολη, το Twitter επισήμανε ότι παραβίαζε την πολιτική του κατά του «δοξασμού της βίας». Στο Facebook ωστόσο ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ αποφάσισε να αφήσει το αντίστοιχο μήνυμα ανέγγιχτο.

Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μόνο ένας άνθρωπος -ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ- βρίσκεται τώρα ανάμεσα στον Τζο Μπάιντεν και την προεδρία των ΗΠΑ. Εάν αποφάσιζε (και σε αυτά τα θέματα, το μερίδιο ελέγχου του στο Facebook σημαίνει ότι είναι αδιαμφισβήτητος) ότι ο μηχανισμός μικρο-στόχευσης της εταιρείας θα ήταν εκτός ορίων τόσο για τον Τραμπ, όσο και για τον Μπάιντεν και τους διάφορους υποστηρικτικούς οργανισμούς τους, τότε η υποψηφιότητα του Τραμπ θα ήταν καταδικασμένη. Δεν θα το κάνει, φυσικά, για τον απλό λόγο ότι υπάρχουν πολλά κέρδη από την πολιτική στις 150 ημέρες από τώρα έως τις εκλογές. Και αν κερδίσει ο Τραμπ, ο Ζάκερμπεργκ θα χρεωθεί και με αυτό το τρομερό επακόλουθο στη συνείδησή του, αν αυτή υπάρχει.

Πηγή: theguardian.com

Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020, 12:52