Ρεπορτάζ: Αντώνης Ζήβας
Ραγδαία κλιμάκωση καταγράφεται στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, με τη Μέση Ανατολή να εισέρχεται σε μία από τις πιο επικίνδυνες φάσεις των τελευταίων ετών. Η στρατιωτική κινητοποίηση των ΗΠΑ, οι δημόσιες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι «όλα τα σενάρια παραμένουν ανοικτά» και οι προειδοποιήσεις της Τεχεράνης για «ολοκληρωτικό πόλεμο», συνθέτουν ένα σκηνικό υψηλής έντασης, την ώρα που το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται αντιμέτωπο με πρωτοφανή εσωτερική κρίση.
Σύμφωνα με αμερικανικά και ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, ισχυρές ναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ κατευθύνονται προς την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, συνοδευόμενο από αντιτορπιλικά κλάσης Arleigh Burke με δυνατότητα εκτόξευσης πυραύλων Tomahawk και μαχητικά F-35C, βρίσκεται ήδη στον Ινδικό Ωκεανό, ενώ σε κίνηση βρίσκεται και το USS George Washington.
Αν και η Ουάσινγκτον δεν έχει ανακοινώσει επισήμως τον τελικό προορισμό των πλοίων, η συγκέντρωση δυνάμεων θεωρείται από αναλυτές σαφές μήνυμα αποτροπής ή προετοιμασίας.
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας σε δημοσιογράφους εν πτήσει επιστρέφοντας από το Νταβός, έκανε λόγο για «μεγάλο στόλο που κατευθύνεται προς την περιοχή», υπογραμμίζοντας ότι δεν επιθυμεί σύγκρουση, αλλά ότι το Ιράν βρίσκεται «υπό στενή παρακολούθηση». Η ρητορική αυτή, ωστόσο, ενισχύει τα σενάρια περί πιθανών στρατιωτικών πληγμάτων, ειδικά σε μια περίοδο που η Τεχεράνη δείχνει πολιτικά και κοινωνικά αποδυναμωμένη.
Η απάντηση του Ιράν ήταν άμεση και ιδιαίτερα σκληρή. Ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε ότι οποιαδήποτε αμερικανική επίθεση ανεξαρτήτως κλίμακας, θα θεωρηθεί «πράξη ολοκληρωτικού πολέμου» και θα αντιμετωπιστεί χωρίς περιορισμούς.
Το πρωί του Σαββάτου 24/1, η κρατική τηλεόραση της χώρας μετέδωσε ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις βρίσκονται σε ύψιστη επιφυλακή και προετοιμάζονται για όλα τα ενδεχόμενα, ενώ προειδοποιήσεις απευθύνθηκαν και προς το Ισραήλ να μην εμπλακεί υπέρ των αντικαθεστωτικών κινητοποιήσεων.
Το διεθνές παρασκήνιο της κρίσης συνδέεται άμεσα με τις μαζικές διαδηλώσεις στο Ιράν, που θεωρούνται οι σοβαρότερες των τελευταίων δεκαετιών. Οι κινητοποιήσεις πυροδοτήθηκαν από την οικονομική κατάρρευση, την υποτίμηση του νομίσματος και τη γενικευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, εξελίχθηκαν όμως σε ευθεία αμφισβήτηση της εξουσίας του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ.
Ανεξάρτητοι διεθνείς φορείς και ειδικοί εισηγητές του ΟΗΕ εκτιμούν ότι οι νεκροί από την καταστολή, ενδέχεται να ξεπερνούν τους 20.000, ενώ η ιρανική Κυβέρνηση παραδέχεται μόλις λίγες χιλιάδες θανάτους, σε μια προφανή προσπάθεια ελέγχου της εικόνας.
Ο Τραμπ είχε καλέσει δημόσια τους διαδηλωτές να συνεχίσουν τον αγώνα τους, δηλώνοντας ότι «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν», αφήνοντας ανοιχτό τόσο το ενδεχόμενο τεχνολογικής στήριξης, όπως η διεύρυνση της πρόσβασης στο δορυφορικό διαδίκτυο Starlink, όσο και πιο επιθετικών επιλογών.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η απειλή χρήσης στρατιωτικής ισχύος λειτουργεί αφενός ως μοχλός πίεσης προς το καθεστώς, για να περιορίσει τη βία, αφετέρου ως μέσο για να κερδίσει η Ουάσινγκτον χρόνο, ώστε να αναπτύξει πλήρως τις δυνάμεις της στην περιοχή.
Παράλληλα, η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία. Αραβικές χώρες του Κόλπου φοβούνται ότι μια αμερικανική επίθεση θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένη σύγκρουση με άμεσες επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια και στην ενεργειακή αγορά.
Η Ευρώπη εμφανίζεται διχασμένη, με ορισμένες κυβερνήσεις να πιέζουν για διπλωματική αποκλιμάκωση και άλλες να προετοιμάζονται για κάθε ενδεχόμενο. Ενδεικτικό του κλίματος είναι ότι μεγάλες αεροπορικές εταιρείες έχουν αρχίσει να ακυρώνουν ή να τροποποιούν πτήσεις προς τη Μέση Ανατολή, ενώ οι αγορές αντιδρούν με νευρικότητα.
Οι αναλυτές συμφωνούν ότι η ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων δεν προεξοφλεί αυτομάτως επίθεση, αυξάνει όμως σημαντικά την ευελιξία των επιλογών της Ουάσινγκτον. Μια περιορισμένη στρατιωτική ενέργεια, όπως πλήγματα σε δομές διοίκησης και ελέγχου ή σε κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, θα μπορούσε – θεωρητικά – να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Ωστόσο, το ρίσκο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης παραμένει τεράστιο, ειδικά αν το ιρανικό καθεστώς θεωρήσει ότι απειλείται η ίδια του η επιβίωση.
Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ «εμφάνιζε εαυτόν» ως… υποψήφιος για Νόμπελ Ειρήνης, το αποτύπωμά του στην παγκόσμια σκηνή θύμιζε περισσότερο Πρόεδρο σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα, παρά ειρηνοποιό. Από τη στρατιωτική εμπλοκή και την απόπειρα ανατροπής του καθεστώτος στη Βενεζουέλα, μέχρι τις απειλές κατά της Γροιλανδίας, τις επανειλημμένες επιθέσεις και τα πλήγματα κατά του Ιράν και τη ρητορική «όλα τα σενάρια είναι στο τραπέζι», η εξωτερική πολιτική του χαρακτηρίζεται ως τώρα από επιδείξεις ωμής ισχύος, εκβιαστική διπλωματία και διαρκή όξυνση των διεθνών εντάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά αλυσίδα συγκρούσεων και απειλών που καθιστούν το αφήγημα του «ειρηνοποιού Τραμπ» ολοένα και πιο δύσκολο να υποστηριχθεί.
Σε αυτό το εύφλεκτο περιβάλλον, όπου η εσωτερική αποσταθεροποίηση του Ιράν συναντά τη στρατιωτική πίεση των ΗΠΑ και την αβεβαιότητα της διεθνούς κοινότητας, το επόμενο διάστημα κρίνεται καθοριστικό. Μια λάθος εκτίμηση, ένα επεισόδιο ή μια «περιορισμένη» επίθεση θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια σύγκρουση με συνέπειες πολύ πέρα από τα σύνορα της Μέσης Ανατολής.
Με πληροφορίες από: Reuters
