Μια μεγάλη ανάλυση δεδομένων από νοσοκομειακά μητρώα στις ΗΠΑ δείχνει ότι οι ασθενείς που νοσηλεύονται με εγκεφαλική αιμορραγία και λάμβαναν περισσότερα από ένα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα ή ισχυρότερα αντιαιμοπεταλιακά από την ασπιρίνη έχουν αυξημένο κίνδυνο να πεθάνουν πριν από το εξιτήριο. Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν ως προκαταρκτική μελέτη στο International Stroke Conference 2026 της American Stroke Association.
Τα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα χρησιμοποιούνται ευρέως για την πρόληψη θρόμβων, εμφραγμάτων και ισχαιμικών εγκεφαλικών. Η ασπιρίνη θεωρείται ήπια μορφή αντιαιμοπεταλιακής αγωγής, ενώ νεότερα φάρμακα, όπως η κλοπιδογρέλη, η πρασουγρέλη και η τικαγρελόρη, έχουν ισχυρότερη δράση και συχνά συνδυάζονται με ασπιρίνη μετά από καρδιακά ή αγγειακά επεισόδια.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα δεκαετίας από περισσότερους από 426.000 ενήλικες που νοσηλεύτηκαν με ενδοκρανιακή αιμορραγία, χωρίς τραυματική εγκεφαλική κάκωση ή άλλο είδος εγκεφαλικού. Ασθενείς που λάμβαναν αντιπηκτικά φάρμακα αποκλείστηκαν. Ως δυσμενής έκβαση ορίστηκε ο θάνατος ή η μεταφορά σε παρηγορητική φροντίδα, ενώ ως ευνοϊκή, το εξιτήριο για το σπίτι ή άλλη Δομή Φροντίδας.
Από το σύνολο των ασθενών, περίπου 110.000 λάμβαναν ένα αντιαιμοπεταλιακό, 17.000 λάμβαναν δύο, ενώ οι υπόλοιποι δεν είχαν λάβει αντιαιμοπεταλιακή αγωγή πριν από την αιμορραγία. Η ανάλυση έδειξε ότι η λήψη μόνο ασπιρίνης δεν αύξανε τον κίνδυνο ενδονοσοκομειακού θανάτου και μάλιστα συσχετιζόταν με μικρότερη πιθανότητα δυσμενούς έκβασης. Αντίθετα, η λήψη ισχυρότερων αντιαιμοπεταλιακών, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με ασπιρίνη, συνδεόταν με αυξημένη θνησιμότητα και τάση για χειρότερη συνολική έκβαση.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι, παρότι τα σύγχρονα αντιαιμοπεταλιακά έχουν βελτιώσει σημαντικά την πρόγνωση ασθενών με στεφανιαία νόσο, συνοδεύονται από αυξημένο κίνδυνο αιμορραγικού εγκεφαλικού. Η μελέτη δείχνει ότι, αν συμβεί εγκεφαλική αιμορραγία υπό τέτοια αγωγή, η πιθανότητα θανατηφόρας έκβασης είναι μεγαλύτερη.
Οι συγγραφείς τονίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν πως οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν τα αντιαιμοπεταλιακά όταν αυτά συνιστώνται. Αντίθετα, υπογραμμίζουν τη σημασία του τύπου της αγωγής στην πρόγνωση μετά από εγκεφαλική αιμορραγία και ανοίγουν τη συζήτηση για το πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί η ενδονοσοκομειακή αντιμετώπιση, όπως η πιθανή χρήση μεταγγίσεων αιμοπεταλίων.
Η μελέτη έχει περιορισμούς, καθώς δεν αξιολόγησε τη βαρύτητα ή την ακριβή εντόπιση της αιμορραγίας. Παρ’ όλα αυτά, προσφέρει σημαντικές ενδείξεις ότι το είδος της αντιαιμοπεταλιακής αγωγής μπορεί να επηρεάζει καθοριστικά την έκβαση των ασθενών με ενδοκρανιακή αιμορραγία, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 10% όλων των εγκεφαλικών επεισοδίων στις ΗΠΑ.

