Για να προσφύγει κάποιος στο Ευρωπαΐκό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα πρέπει πρώτα να έχει εξαντλήσει όλα τα εσωτερικά ένδικα μέσα στην χώρα μας, δηλαδή θα πρέπει να έχει φέρει την υπόθεσή του ενώπιον των δικαστηρίων της χώρας του έως τον ανώτατο βαθμό δικαιοδοσίας, εν προκειμένω για τη χώρα μας να έχει φτάσει μέχρι τον Άρειο Πάγο ή το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το Ελεγκτικό Συνέδριο, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς.
Η προθεσμία προσφυγής, είναι τέσσερις μήνες. Η τετράμηνη προθεσμία εκκινεί κατ’αρχήν είτε από την ημερομηνία κατά την οποία καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε η απόφαση του ανώτατου εθνικού δικαστηρίου ή αρχής, είτε από την ημερομηνία που επιδόθηκε στον προσφεύγοντα ή στον εκπρόσωπό του. Η προθεσμία εκπνέει την τελευταία ημέρα του τετραμήνου, ακόμη και αν είναι Κυριακή ή αργία. Ο προσφέυγων θα πρέπει να υφίσταται ουσιώδη βλάβη.
Σε περίπτωση που δεν υφίσταται διαθέσιμο ένδικο μέσο για κάποια αιτίαση, η τετράμηνη προθεσμία εκκινεί από την ημερομηνία της επίδικης πράξης, γεγονότος ή απόφασης.
Η διαδικασία ενώπιον του ΕΔΔΑ είναι ΔΩΡΕΑΝ. Δηλαδή για να προσφύγει o ενδιαφερόμενος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν υποβάλλεται σε δικαστικά έξοδα, παράβολο, δικαστικό ένσημο και τέλη.
Σε περίπτωση δε που απορριφθεί η προσφυγή του είτε ως απαράδεκτη είτε ως αβάσιμη, ο προσφεύγων δεν καταδικάζεται σε δικαστική δαπάνη. Τα μοναδικά έξοδα είναι αυτά της αλληλογραφίας με το Δικαστήριο (συστημένες επιστολές ή courier) και βεβαίως η αμοιβή του δικηγόρου του.
Ο ενδιαφερόμενος προβλέπεται ότι μπορεί να προσφύγει απευθείας ο ίδιος, χωρίς να απαιτείται η εκπροσώπηση από δικηγόρο στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Πλην όμως, όπως έχει δείξει η ιστορία –απορρίπτεται ποσοστό πλέον του 90% των προσφυγών που φτάνουν στο ΕΔΔΑ– η συνδρομή ενός δικηγόρου, εξειδικευμένου μάλιστα στο σχετικό πεδίο του Δικαίου, αυξάνει και τον δείκτη επιτυχίας της δικαστικής νίκης, που είναι και το ζητούμενο για τους προσφεύγοντες. Το Δικαστήριο μπορεί να κοινοποιήσει την υπόθεση στο εγκαλούμενο Κράτος, θέτοντάς του ερωτήματα για να προβεί το τελευταίο σε παρατηρήσεις Επ’ αυτών των παρατηρήσεων έχει τη δυνατότητα να απαντήσει ο προσφεύγων.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ, γνωστό και ως Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ΕΔΔΑ, συχνά αναφέρεται ανεπίσημα και ως Δικαστήριο του Στρασβούργου), ιδρύθηκε το 1959 με σκοπό να συστηματοποιήσει την εξέταση προσφυγών που αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα κατά των κρατών μελών βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η οποία υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1950.
Έργο του Δικαστηρίου είναι ο έλεγχος της εφαρμογής της Σύμβασης, εκδικάζοντας προσφυγές πολιτών κατά παραβιάσεων που διαπράχθηκαν από κράτη μέλη, όπως διάφορες αστικές και πολιτικές ελευθερίες, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας του λόγου και της θρησκείας και του δικαιώματος σε μια δίκαιη δίκη.
Πρόκειται για τον πρώτο σε διεθνές επίπεδο δικαστικό μηχανισμό προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρέχει τη δυνατότητα τόσο διακρατικής όσο και ατομικής προσφυγής, μετά την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου είναι δεσμευτικές. Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης επιμελείται της πιστής εφαρμογής και εκτέλεσης των αποφάσεων του ΕΔΑΔ εκ μέρους των κρατών μελών.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εδρεύει στο Στρασβούργο της Γαλλίας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν πρέπει να συγχέεται με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο είναι όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εδρεύει στο Λουξεμβούργο και μεριμνά για την ορθή εφαρμογή του Ευρωπαϊκού δικαίου.
Στην υπόθεση Δημητρίου κατά Ελλάδας, το ευρωπαΐκό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων- ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ελλάδα για την παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ που αφορά την ελευθερία της έκφρασης. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος του προσφεύγοντος στην ελευθερία της έκφρασης καθώς: α) οι εθνικές αρχές δεν παρείχαν λόγους συναφείς και επαρκείς προκειμένου να αιτιολογήσουν την εκ μέρους των πολιτικών δικαστηρίων καταδίκη του προσφεύγοντος σε καταβολή αποζημίωσης β) η κύρωση που του επιβλήθηκε δεν ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό και γ) η καταδίκη αυτή δεν αντιστοιχούσε σε μία «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία μέσα σε μία δημοκρατική κοινωνία.
Επίσης, Δικαιώθηκαν από το ευρωπαΐκό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων- ΕΔΔΑ οι Έλληνες πολίτες που προσέφυγαν στο Δικαστήριο, ζητώντας την καταδίκη της Ελλάδας για την παρατεταμένη καθυστέρηση της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης υπέρ τους, σχετικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση του οικοπέδου τους (Γεωργακάκης και άλλοι κατά Ελλάδος). Διαχρονικά, η Ελλάδα έχει πολλές καταδικαστικές αποφάσεις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κυρίως για καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, την μη εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων (ειδικά του ΣτΕ), παραβιάσεις δικαιωμάτων και δικαίωμα δίκαιης δίκης, με τη χώρα να κατατάσσεται ψηλά σε παραβιάσεις για αυτό το ζήτημα.
Οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ τονίζουν πως οι οικονομικές δυσκολίες δεν δικαιολογούν τις υπερβολικές καθυστερήσεις, επιδικάζοντας αποζημιώσεις για ηθική βλάβη και δικαστικά έξοδα. Η Ελλάδα είναι τρίτη σε παραβιάσεις λόγω καθυστερήσεων στην απονομή Δικαιοσύνης, με πολλές καταδίκες( Άρθρο 6 ΕΣΔΑ). Το ΕΔΔΑ κρίνει ως παραβίαση την καθυστέρηση άνω του έτους στην εκτέλεση αποφάσεων ελληνικών δικαστηρίων (π.χ. του ΣτΕ), επιβάλλοντας ποινές. Υψηλή κατάταξη για παραβιάσεις του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και μη χορήγηση αποτελεσματικού ένδικου μέσου (Άρθρο 6 και 13 ΕΣΔΑ).
Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση «Εθνική Ένωση Πλοιοκτητών Επαγγελματιών Αλιέων Η ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ και Φατούρος κατά Ελλάδας» (23.10.2025, αρ. 11009/23), επαναφέρει δυναμικά στη δημόσια συζήτηση ένα χρόνιο θεσμικό έλλειμμα: την αδικαιολόγητη καθυστέρηση της Διοίκησης στην εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων.
Η έλλειψη Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα: Στην Ελλάδα δεν υφίσταται Συνταγματικό δικαστήριο, σε αντίθεση με προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Εάν υπήρχε Συνταγματικό δικαστήριο, η απόφαση του, θα είχε ισχύ νόμου και θα ήταν αμέσως εκτελεστή, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη πράξη της δημόσιας διοίκησης. Σήμερα, δεν υφίσταται Συνταγματικό δικαστήριο και η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου, δεσμεύει την κυβέρνηση – δημόσια διοίκηση, ως προς την εφαρμογή, αλλά όχι ως προς τον χρόνο εφαρμογής της απόφασης και δεν έχει ισχύ νόμου.
Σήμερα, η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου δεν είναι αμέσως εκτελεστή, αλλά απαιτείται προηγούμενη πράξη της δημόσιας διοίκησης για την εφαρμογή της. Απαραίτητη προϋπόθεση, για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, είναι η συνταγματική διασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου και η στελέχωση του, με δικαστές κοινής αποδοχής. Η κατοχύρωση της ανεξαρτησίας, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα.
Η θέσπιση ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου καταργεί από τον κάθε Δικαστή την υποχρέωση, προς διάχυτο, παρεμπίπτοντα και συγκεκριμένο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και μεταθέτει αυτόν, μέσω της μορφής ερωτήματος, προς ένα Ειδικό Δικαστήριο ελέγχου συνταγματικότητας. Αφαιρεί δηλαδή, την κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος δυνατότητα να γίνεται έλεγχος της νομοθετικής εξουσίας από όλα ανεξαιρέτως τα Δικαστήρια κι από καθέναν ανεξάρτητο φυσικό Δικαστή.
Είναι γεγονός ότι στη μέχρι τώρα λειτουργία του Πολιτεύματος και στην πράξη, υφίσταται σύγχυση και αλληλεπίδραση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Επίσης, γεγονός είναι ότι κάποιες Κυβερνήσεις επιθυμούν το μειωμένο έλεγχό τους από τη Δικαιοσύνη άλλοτε για μη διατυπωμένες ορθά ρυθμίσεις και άλλοτε για πραγματικά δόλιες δράσεις. Σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος της κυβερνητικής δράσης από το σύνολο των μελών του Δικαστικού Σώματος είναι προφανές ότι θα δημιουργήσει όχι μόνο προσκόμματα, αλλά θα αναγείρει και αναχώματα σε τυχόν μη σύννομη κυβερνητική δράση, προστατεύοντας τα έννομα αγαθά που τυχόν θίγονται.
Συμβούλιο της Επικρατείας-Η έλλειψη Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα:
Το κυριότερο πρόβλημα της ελληνικής Δικαιοσύνης, είναι η υπερβολική καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων και το κόστος προσφυγής όσον αφορά τα απαραίτητα κρατικά παράβολα. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται Συνταγματικό δικαστήριο, σε αντίθεση με προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Εάν υπήρχε Συνταγματικό δικαστήριο, η απόφαση του, θα είχε ισχύ νόμου και θα ήταν αμέσως εκτελεστή, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη πράξη της δημόσιας διοίκησης.
Σήμερα, δεν υφίσταται Συνταγματικό δικαστήριο και η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου, δεσμεύει την κυβέρνηση – δημόσια διοίκηση, ως προς την εφαρμογή, αλλά όχι ως προς τον χρόνο εφαρμογής της απόφασης και δεν έχει ισχύ νόμου. Σήμερα, η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου δεν είναι αμέσως εκτελεστή, αλλά απαιτείται προηγούμενη πράξη της δημόσιας διοίκησης για την εφαρμογή της. Απαραίτητη προϋπόθεση, για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, είναι η συνταγματική διασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου και η στελέχωση του, με δικαστές κοινής αποδοχής.
Η κατοχύρωση της ανεξαρτησίας, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα. Η θέσπιση ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου καταργεί από τον κάθε Δικαστή την υποχρέωση, προς διάχυτο, παρεμπίπτοντα και συγκεκριμένο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και μεταθέτει αυτόν, μέσω της μορφής ερωτήματος, προς ένα Ειδικό Δικαστήριο ελέγχου συνταγματικότητας. Αφαιρεί δηλαδή, την κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος δυνατότητα να γίνεται έλεγχος της νομοθετικής εξουσίας από όλα ανεξαιρέτως τα Δικαστήρια κι από καθέναν ανεξάρτητο φυσικό Δικαστή.
Είναι γεγονός ότι στη μέχρι τώρα λειτουργία του Πολιτεύματος και στην πράξη, υφίσταται σύγχυση και αλληλεπίδραση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Επίσης, γεγονός είναι ότι κάποιες Κυβερνήσεις επιθυμούν το μειωμένο έλεγχό τους από τη Δικαιοσύνη άλλοτε για μη διατυπωμένες ορθά ρυθμίσεις και άλλοτε για πραγματικά δόλιες δράσεις. Σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος της κυβερνητικής δράσης από το σύνολο των μελών του Δικαστικού Σώματος είναι προφανές ότι θα δημιουργήσει όχι μόνο προσκόμματα, αλλά θα αναγείρει και αναχώματα σε τυχόν μη σύννομη κυβερνητική δράση, προστατεύοντας τα έννομα αγαθά που τυχόν θίγονται.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣΤΕ) είναι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της χώρας μας, κατοχυρωμένο στο άρθρο 95 του Συντάγματος. Προσβαλλόμενες πράξεις:
1. Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο μέσο ενώπιον δικαστηρίου.
2. Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη αν στρέφεται κατά εκτελεστής πράξης, κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο ενδικοφανής προσφυγή, που ασκείται κατά νόμο μέσα σε ορισμένη προθεσμία ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη ή άλλου οργάνου και καθιστά δυνατή την επανεξέταση της υπόθεσης κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ακυρώσεως επιτρέπεται μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται επί της προσφυγής. Αν παρέλθει η προθεσμία που τάσσει τυχόν ειδικώς ο νόμος για την έκδοση αποφάσεως επί της ανωτέρω προσφυγής ή, σε περίπτωση που δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή της προσφυγής, η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά της τεκμαιρόμενης, από την πάροδο της προθεσμίας, απορρίψεως της προσφυγής. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η απόφαση επί της προσφυγής που τυχόν εκδόθηκε οποτεδήποτε έως τη συζήτηση. Η απόφαση αυτή μπορεί πάντως και αυτοτελώς να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως.
3. Σε περίπτωση διοικητικής διαδικασίας που προβλέπει περισσότερα στάδια για την κατ`ουσίαν κρίση της υπόθεσης, αν το όργανο ενδιάμεσης βαθμίδας παραλείψει να αποφανθεί μέσα στη νόμιμη προθεσμία επί της προσφυγής που απευθύνεται σ` αυτό, ή, αν δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, μέσα σε ένα τρίμηνο από την υποβολή της προσφυγής, ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει μέσα στην νόμιμη προθεσμία κατά της παράλειψης στο σύνολό της.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.
4. Στις περιπτώσεις που ο νόμος επιβάλλει σε κάποια αρχή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής πράξης, η οποία υπάγεται στους όρους της παραγράφου 1, η αίτηση ακυρώσεως είναι δεκτή και κατά της παράλειψης της αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Η αρχή θεωρείται ότι αρνείται την ενέργεια αυτή όταν παρέλθει άπρακτη η ειδική προθεσμία που τυχόν τάσσει ο νόμος, διαφορετικά όταν παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως στη Διοίκηση, η οποία είναι υποχρεωμένη να χορηγεί ατελώς βεβαίωση για την ημέρα υποβολής της αίτησης αυτής. Αίτηση ακυρώσεως που ασκείται πριν παρέλθουν οι παραπάνω προθεσμίες είναι απαράδεκτη. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκείται παραδεκτώς κατά σιωπηρής αρνήσεως λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η τυχόν μεταγενέστερη ρητή αρνητική πράξη της Διοίκησης, η οποία μπορεί πάντως να προσβάλλεται και αυτοτελώς.
5. Δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως οι κυβερνητικές πράξεις και διαταγές, που ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας (Άρθρο 45,άρθρο 27 ν. 702/1977, 3 παρ. 2 ν. 1470/1984). “Οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού έχουν ως σκοπό τη δραστηριοποίηση των υπηρεσιών για την ταχεία εξυπηρέτηση των πολιτών και δεν επηρεάζουν τις οικίες προθεσμίες της ακυρωτικής διαδικασίας του άρθρου 45 του π.δ. 18/1989″.
6. Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους. Σε περίπτωση έλλειψης συνάφειας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη και τις συναφείς με αυτήν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τις υπόλοιπες.” *** Η παρ.6 προστέθηκε με την παρ.9 άρθρ.22 Ν.3226/2004,ΦΕΚ Α 24/4.2.2004.
Με την παρ.10 του αυτού άρθρου και νόμου ορίζεται ότι: “10. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές. Ενδικα βοηθήματα ή μέσα που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα από το Συμβούλιο τις Επικρατείας ή τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια μετά την 1.1.2000 για μη καταβολή ή ελλιπή καταβολή παραβόλου, μπορούν να ασκηθούν εκ νέου μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού”.
Προσφεύγουμε στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) όταν θέλουμε να προσβάλουμε διοικητικές πράξεις που θεωρούμε παράνομες, ως το Ανώτατο Δικαστήριο ελέγχου της νομιμότητας των αποφάσεων της Διοίκησης, ελέγχοντας προσφυγές κατά πράξεων όπως Προεδρικά Διατάγματα (ΠΔ) ή όταν θέλουμε να ακυρωθούν κανονιστικές διοικητικές πράξεις, αναζητώντας τον δικαστικό έλεγχο της δράσης της Διοίκησης.
Δεν προσφεύγουμε στο ΣτΕ για ιδιωτικές ή φορολογικές υποθέσεις.
Βασικοί λόγοι προσφυγής στο ΣτΕ:
Έλεγχος νομιμότητας διοικητικών πράξεων: Προσφυγή για ακύρωση πράξεων που παραβιάζουν νόμους ή συνταγματικές διατάξεις (π.χ., πράξεις Υπουργών, αποφάσεις ΟΤΑ, πράξεις διοικητικών οργάνων).
Ακύρωση κανονιστικών πράξεων: Έλεγχος της νομιμότητας Προεδρικών Διαταγμάτων (ΠΔ) και άλλων κανονιστικών πράξεων.
Αποκατάσταση παράνομων καταστάσεων: Όταν η Διοίκηση δεν εκτελεί νόμιμες αποφάσεις ή πράξεις, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή στο ΣτΕ.
Αποφάσεις για δημόσιες συμβάσεις και ζητήματα προσωπικού: Έλεγχος αποφάσεων σχετικά με προσλήψεις, προαγωγές, πειθαρχικά και άλλες υπηρεσιακές υποθέσεις.
Το ΣτΕ κρίνει υποθέσεις που φθάνουν σε αυτό: απευθείας, είτε με την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης από κάποιον που έχει έννομο συμφέρον, είτε μετά από προσφυγή κατά πειθαρχικών ποινών, μετά από άσκηση έφεσης ή αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης τακτικού διοικητικού δικαστηρίου (διοικητικού πρωτοδικείου ή διοικητικού εφετείου).
Διοικητικές αρμοδιότητες
Το ΣτΕ έχει γνωμοδοτική αρμοδιότητα επί Προεδρικών Διαταγμάτων.
Κάθε κανονιστικό ΠΔ οφείλει πριν σταλεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για υπογραφή και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε και αποκτά ισχύ, να αποσταλεί πρώτα στο ΣτΕ για επεξεργασία.
Το ΣτΕ αποφαίνεται για τη νομιμότητα του προεδρικού διατάγματος.
Η γνώμη του ΣτΕ δεν είναι τυπικά δεσμευτική, σπανίως όμως η Διοίκηση αφίσταται των υποδείξεών του( στην περίπτωση της γνωμοδοτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ).
Με πρόσφατη αποφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας (2335/2025), τονίζει ότι η προστασία των ιστορικών κτιρίων και της αρχιτεκτονικής, προηγείται και τελευταίο έσχατο μέτρο θα είναι η κατεδάφιση των ιστορικών κτιρίων.
Με μια απόφαση που αναμένεται να επηρεάσει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο η Διοίκηση αντιμετωπίζει τα παλαιά και φθαρμένα κτίρια σε παραδοσιακούς οικισμούς, το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) υπενθυμίζει ότι η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δεν μπορεί να παρακάμπτεται, αλλά θα πρέπει να προηγείται ως μέτρο της δημόσιας διοίκησης. Αφορμή στάθηκε υπόθεση που αφορούσε κτίριο που είχε κατασκευασθεί προ του έτους 1923, με μεταγενέστερη προσθήκη προ του έτους 1955, στον παραδοσιακό οικισμό του Αγίου Πέτρου Κυνουρίας.
Το επίδικο κτίριο είχε χαρακτηριστεί ετοιμόρροπο και κατεδαφιστέο. Το ΣτΕ, ωστόσο, ακύρωσε τη σχετική έκθεση της Διοίκησης, κρίνοντας ότι δεν τηρήθηκαν οι ειδικές εγγυήσεις που ο νόμος προβλέπει για τα κτίσματα εντός παραδοσιακών οικισμών.
ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ:
Στο διεθνές δικαστήριο προσφεύγουν μόνο κράτη. Απαραίτητη προϋπόθεση για την προσφυγή της χώρας μας, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, είναι η ύπαρξη προσυμφωνου (συνυποσχετικο) μεταξύ Ελλάδος- Τουρκίας, στο οποίο θα αναγράφονται τα θέματα ,που οι δύο χώρες ζητούν να συζητηθούν. Αποκλειστικά και μόνο αυτά τα θέματα μπορούν να συζητηθούν και η απόφαση του δικαστηρίου, θα αφορά τα συγκεκριμένα ζητήματα.
Στο προσύμφωνο- συνυποσχετικο, θα πρέπει να οριστούν οι διαφορές που θα παραπεμφθούν στο Δικαστήριο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα διαχρονικά αναγνωρίζει ως διαφορά της με την Τουρκία, μόνο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης. Ενώ η Τουρκία, έχει θέσει πολλά ζητήματα. Σημειώνεται δε ότι οι αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, είναι δεσμευτικές για τα διαδικα κράτη.
Εκτός από την απόφαση, η Ελλάδα δικαιούται να ζητήσει γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ακόμα και αν δεν είναι νομικά δεσμευτική. Οι γνωμοδοτήσεις δεν δεσμεύουν νομικά, αλλά έχουν αποδειχθεί πολιτικά χρήσιμες. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης , είναι το ανώτερο δικαιοδοτικό όργανο του Ο.Η. Ε.. Η απόφαση του, είναι τελεσίδικη.
Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Χάγης, τείνουν να είναι συμβιβαστικές και μεσοβεζικες. Άρα, εάν θεωρούμε ότι έχουμε 100% δίκιο στην διαμάχη με την Τουρκία, τότε μία απόφαση θα μπορούσε να είναι υπέρ μας κατά 60-80% .
Εκτός από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, υπάρχει και το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας, που εδρεύει στο Αμβούργο της Γερμανίας, για θέματα Δικαίου στην Θάλασσα, στα κράτη μέλη του ΟΗΕ, όπου παρέχεται η ελευθερία επιλογής δικαστηρίου για την επίλυση αναφυομενων σχετικών διαφορών, προσφεύγοντας είτε σ’ αυτό, είτε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, είτε σε διαιτητικά δικαστήρια.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να προχωρήσει και στην οριοθέτηση αποκλειστικής οικονομικής ζώνης με την Κύπρο ή με την Αίγυπτο. Σύμφωνα με τα άρθρα 55,56, 57 του τμήματος V του Δικαίου της Θάλασσας, η αποκλειστική οικονομική ζώνη, είναι μία θαλάσσια ζώνη παρακείμενη της αιγιαλίτιδας ζώνης, η οποία περιλαμβάνει το βυθό, το υπέδαφος του, τη θαλάσσια στήλη και την επιφάνεια της θάλασσας ως μία απόσταση 200 μιλίων από την ακτή, μειωμένη όμως ανάλογα με το εύρος της παρακείμενης αιγιαλίτιδας ζώνης.
Σ’ αυτή την ζώνη το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα με σκοπό την εξερεύνηση, την εκμετάλλευση, την διατήρηση και την διαχείριση των θαλάσσιων πόρων ζωντανών ή άλλων της περιοχής ή οικονομική εξερεύνηση και παραγωγή ενέργειας. Η κύρια διαδικασία οριοθέτησης αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, γίνεται με την συμφωνία των ενδιαφερόμενων κρατών ( π.χ. Ελλάδα με Κύπρο ή Ελλάδα με Αίγυπτο), έπειτα από επιτυχείς διαπραγματεύσεις, μέθοδος που δεν επιδέχεται εξαίρεση με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, υιοθετήθηκε η μέση γραμμή ή η ίση απόσταση, επιλογή που υποδηλώνει ότι λήφθηκε υπόψη ολικά ή μερικά η ύπαρξη νησιών.
Οι συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης ,αγνόησαν τη σημασία των γεωλογικών ή γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών, ενώ άλλες επικαλυψαν υποθαλάσσιες περιοχές που περιείχαν κοιλότητες ή χαντάκια σε μεγάλο βάθος.
Η σύνταξη προσύμφωνου- συνυποσχετικου με την Τουρκία, ως υποχρεωτικό προστάδιο για την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, συναντά δυσκολίες, καθώς η Τουρκία επιθυμεί να συμπεριληφθούν πολλά ζητήματα μαζί και αμφισβητεί τελευταία θεσμούς και διεθνείς συμφωνίες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης. Η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης, από τον Τούρκο Πρόεδρο, έλαβε χώρα και σε ελληνικό έδαφος, κατά την τελευταία επίσκεψη του, στην χώρα μας.
Η Συνθήκη της Λωζάνης ήταν συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας.Υπεγράφη στην Λωζάνη της Ελβετίας,στις 24 Ιουλίου του 1923,από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική εκστρατεία (1919–1922) και συμμετείχαν στην Συνθήκη των Σεβρών.Κατήργησε την Συνθήκη των Σεβρών που δεν είχε γίνει αποδεκτή από την νέα κυβέρνηση της Τουρκίας.Σύμφωνα με το άρθρο 2β της συνθήκης χρησιμοποιήθηκε ο όρος Μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι.
Αυτό οφείλεται στο ότι κατά την οθωμανική αυτοκρατορία η θρησκεία μετρούσε πολύ περισσότερο από ότι η εθνικότητα και από την άλλη πλευρά η Τουρκία ήθελε όλοι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης να παραμείνουν.
Στα Βαλκάνια χρησιμοποιείται ο όρος Τούρκος αρκετές φορές ως συνώνυμο με τον μουσουλμάνο επειδή στο σύστημα των Οθωμανικών μιλέτ .
Την Συνθήκη της Λωζάνης,υπογράφουν η ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ, Η ΓΑΛΛΙΑ, Η ΙΤΑΛΙΑ, Η ΙΑΠΩΝΙΑ, Η ΕΛΛΑΣ, Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ, ΤΟ ΣΕΡΒΟ-ΚΡΟΑΤΟ-ΣΛΟΒΕΝΙΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ.
Η υπογραφείσα συνθήκη ήταν το αποτέλεσμα διάσκεψης που ξεκίνησε στις 7 Νοεμβρίου 1922 μεταξύ των προαναφερομένων μελών.
Μεταξύ των ανταλλάξιμων περιελαμβάνονταν επίσης οι Έλληνες του Πόντου, αλλά και τουρκόφωνοι Έλληνες, όπως τουρκόφωνοι Πόντιοι και Καραμανλήδες, καθώς και ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, όπως οι Βαλαάδες της Δυτικής Μακεδονίας.Μαζί με τους Έλληνες, πέρασε στην Ελλάδα και αριθμός Αρμενίων και Συροχαλδαίων.
Συνθήκη (Convention ή Treaty) χαρακτηρίζεται κάθε συμφωνία που παρέχει συγκλίνουσες βουλήσεις ή σύμπτωση αυτών δύο ή περισσοτέρων υποκειμένων (μερών) του Διεθνούς Δικαίου, καθώς και το έγγραφο, στο κείμενο του οποίου, διατυπώνονται αυτές.
Τα μέρη εν προκειμένω, υποκείμενα του Διεθνούς Δικαίου μπορεί να είναι Κράτη, Αρχηγοί Κρατών, Ηγεμόνες ή Πρόεδροι, ή ακόμη και “Διεθνείς Οργανισμοί”.Οι προφορικές συμφωνίες σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν Συνθήκες.
Στο Διεθνές Δίκαιο σε ευρύτατη χρήση είναι οι όροι «Convention» και «Treaty». Και όμως στην ελληνική γλώσσα ο όρος Convention παρότι χρησιμοποιείται με τρεις βασικές εννοιολογικές χρήσεως δεν μπορεί να αποδοθεί με μια λέξη, ο δε δεύτερος όρος Treaty χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιπτώσεις και ως συνώνυμος του πρώτου. Γενικά και οι δύο όροι κατά βάση σημαίνουν συνθήκη.
Κατά την εφαρμογή των Συνθηκών πολλές φορές έχει διαπιστωθεί να αναφύονται περιπτώσεις προβλημάτων ερμηνείας των διατάξεών τους σε έννοιες που κατά την σύστασή τους ή παραβλέφθηκαν ή δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν.
Σε τέτοιες περιπτώσεις η ερμηνεία γίνεται (αναζητείται) είτε δια της διπλωματικής οδού,απ΄ ευθείας από τα συμβαλλόμενα μέρη, είτε δια διεθνούς διαιτητικής ή δικαστικής πράξης, όπου αποφαίνεται το αρμόδιο διεθνές δικαστήριο ή άλλο δικαστικό όργανο.
Στο εσωτερικό πεδίο, εκάστου των συμβαλλομένων, η ερμηνεία δίδεται είτε από το νομοθετικό σώμα, (εκδίδοντας ερμηνευτικούς νόμους, διατάγματα), είτε από τα δικαστήρια.
Γενικά η διεθνής νομολογία έχει διατυπώσει τους ακόλουθους επτά ερμηνευτικούς κανόνες:
Την αρχή της καλής πίστης, που οδηγεί στην αναζήτηση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, βάσει του κειμένου ή άλλων στοιχείων.
Την αρχή της καθόλου έρευνας΄του κειμένου και όχι τμηματικά αυτού.
Την αρχή όπου σαφείς διατάξεις δεν χρήζουν ερμηνειών, όπου εν προκειμένω εφαρμόζονται έστω και αν δεν ικανοποιούν τους συμβαλλόμενους.
Την αναζήτηση της σκοπιμότητας.
Την ερμηνεία εκ της συμπεριφοράς των συμβαλλομένων στη πράξη
Την προσφυγή σε προπαρασκευαστικές εργασίες, εφόσον το κείμενο παρουσιάζει ασάφειες. Και τέλος,
Την εφαρμογή της “συσταλτικής ερμηνείας” που επάγει τις ολιγότερες υποχρεώσεις από τους συμβαλλομένους.
Κατά την ευρεία έννοια Αναθεωρήση Συνθήκης ονομάζεται κάθε τροποποίηση των διατάξεων συγκεκριμένης Συνθήκης που μπορεί να επέλθει μόνο κατόπιν κοινής συμφωνίας των Κρατών που έχουν συνομολογήσει αυτή.
Κατά τη “στενή ερμηνεία” του όρου αναθεώρηση σημαίνει τροποποίηση των διατάξεών της συγκεκριμένης συνθήκης ή άλλων Συνθηκών σύμφωνα με την προβλεπόμενη υπό της συγκεκριμένης Συνθήκης ειδική διαδικασία. Δηλαδή διαδικασία που προβλέπει η ίδια η Συνθήκη είτε αμέσως είτε μετά την παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.Κατά κανόνα με καταγγελία συνθήκης λήγουν μόνο οι διμερείς συνθήκες. Η καταγγελία συνθήκης εκ μέρους μιας των συμβαλλομένων Χωρών αποτελεί πάντα μονομερής πράξη. Δι΄ αυτής ένα συμβαλλόμενο Κράτος ανακοινώνει τη πρόθεσή του, με ρητή κοινοποίηση, ότι παύει να δεσμεύεται από τη συγκεκριμένη Συνθήκη.
Στη προκειμένη περίπτωση εξετάζεται ειδικότερα η δυνατότητα (προβλεπόμενη) που μπορεί να παρέχει η ίδια η Συνθήκη για την ευχέρεια καταγγελίας της. Αν δεν υφίσταται τέτοια διάταξη που να περέχει τέτοια ευχέρεια τότε η καταγγελία συνιστά πράξη αθέμιτο, και τούτο διότι θεωρητικά δεν βασίζεται σε μονομερή βούληση αλλά στη συμβατική άδεια που παρέχει η συνθήκη από τη σύναψή της.Σε περιπτώσεις συλλογικής ή πολυμερούς διακρατικής Συνθήκης η καταγγελία επιφέρει την μείωση και μόνο του αριθμού των συμβαλλομένων Κρατών. Πολλές διεθνείς συνθήκες σήμερα προβλέπουν λόγο καταγγελίας σε περιπτώσεις ουσιώδους παραβίασης της συνθήκης.
Τα άρθρα 54 έως 63 της Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών (1969) προβλέπουν τους τρόπους λήξης και αναστολής αυτών. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται πως η λήξη ισχύος πραγματοποιείται κυρίως με την εκτέλεση των συμβατικών δεσμεύσεων.
Εκτός αυτού, όμως, η λήξη είναι δυνατόν να επέλθει λόγω της κοινής βούλησης των συμβαλλομένων για κατάργηση ή αντικατάσταση, ή της αρνητικής βούλησης ενός εκ των συμβαλλομένων (καταγγελία), ή και λόγω της επέλευσης απρόβλεπτων εξωτερικών γεγονότων (π.χ. πόλεμος). Όσον αφορά την αναστολή, αυτή καθίσταται εφικτή είτε επειδή έχει προβλεφθεί από το περιεχόμενο της ίδιας της συνθήκης, είτε επειδή έχουν επιβληθεί όροι στους οποίους συμφώνησαν μεταγενέστερα όλα τα συμβαλλόμενα κράτη.
Εν κατακλείδι, είναι δύσκολη η σύνταξη προσύμφωνου-συνυποσχετικου με την Τουρκία, ως υποχρεωτικό προστάδιο για την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, καθώς η Ελλάδα διαχρονικά αναγνωρίζει ως διαφορά της ,με την Τουρκία, μόνο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης.
Ενώ η Τουρκία, θέτει πολλά ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, είναι Τελεσίδικη και Δεσμευτική για όλους. Η Ελλάδα δύναται μόνη της, με την Κύπρο ή την Αίγυπτο να προχωρήσει άμεσα και στην οριοθέτηση αποκλειστικής οικονομικής ζώνης.

