Η μονογονεϊκή οικογένεια δεν είναι νέο κοινωνικό φαινόμενο. Στο παρελθόν ήταν συχνό και οφειλόταν στους πρόωρους θανάτους των γονιών από ασθένεια, φυσικές καταστροφές, πολέμους ή σε οικονομικούς λόγους (μετανάστευση) ή και πολιτικούς (πολιτική προσφυγιά, εξορία, φυλάκιση κ.λπ.) σε μια ταραγμένη πολιτικά χώρα, ιδίως όπως ήταν η Ελλάδα κατά τον Εμφύλιο και μετά, αλλά και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους ή τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Ο όρος, όμως, είναι καινούργιος, όπως επίσης και οι αιτίες δημιουργίας της. Η απελευθέρωση της γυναίκας και η απόκτηση δικαιωμάτων της επέφερε αλλαγές στη θέση της στην κοινωνία και στην οικογένεια. Πολλά ζευγάρια συγκατοικούν χωρίς γάμο, αρκετές γυναίκες δεν κάνουν παιδιά είτε από επιλογή είτε επειδή το αναβάλλουν, έως ότου πια δεν είναι εφικτό, και κάποιες άλλες αποφασίζουν να κρατήσουν και να μεγαλώσουν μόνες τους παιδιά. Πολλά ζευγάρια χωρίζουν και τα παιδιά μένουν με τον έναν γονέα, συνήθως τη μητέρα.
Ο κοινωνικός αποκλεισμός, κυρίως όσον αφορά σε μια ανύπανδρη νέα γυναίκα, ταυτίζεται με τη φτώχεια, ερμηνεύοντας την έννοια με όρους καταναλωτικής ικανότητας, αλλά και με τη συνολική υποβάθμιση της κατάστασης του ατόμου.
Τα στατιστικά στοιχεία είναι, δυστυχώς, απογοητευτικά. Το 18% των μόνων μητέρων είναι κάτω από τα όρια της φτώχειας, ενώ μόνο το 5,8% των παντρεμένων συμβιούντων. Για τα παιδιά των μονογονεϊκών οικογενειών, η φτώχεια είναι επίσης μια μάστιγα. Σε έρευνα που έγινε σε 18 χώρες, το 50% των παιδιών που προέρχονται από τέτοιες οικογένειες ζει κάτω από το όριο φτώχειας. Σε μερικές χώρες, όπως οι ΗΠΑ, η Αυστραλία και η Νορβηγία, το ποσοστό είναι ακόμη πιο υψηλό. Στη χειρότερη θέση βρίσκονται οι ανύπαντρες μητέρες κι αυτό επειδή δεν διεκδικούν διατροφή ή κάποια σύνταξη, όπως οι διαζευγμένες ή οι χήρες γυναίκες.
Με το διαζύγιο, η συμμετοχή του άνδρα περιορίζεται στην καλύτερη περίπτωση σε κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο που παίρνει το παιδί του και σε κάποια απογεύματα μέσα στον μήνα. Αυτό του δίνει πλεονέκτημα και στην προσωπική και συναισθηματική/σεξουαλική και κοινωνική ζωή σε αντίθεση με τη μόνη μητέρα, που δεν έχει πού να αφήσει το παιδί της και αδυνατεί συνήθως να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας καινούργιας σχέσης.
Οι κρατικοί σταθμοί φιλοξενούν παιδιά μόνο όσων μητέρων δουλεύουν. Η ύπαρξη ενσήμων, δηλαδή, είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Όμως, η μόνη μητέρα χρειάζεται να μπορέσει να αφήσει κάπου το παιδί της για να ψάξει για εργασία και να δουλέψει. Και είναι αυτή που χρειάζεται τον παιδικό σταθμό πιο πολύ από κάθε άλλη κατηγορία μητέρας.
Η εθνική πολιτική και στρατηγική στήριξης της Πολιτείας για τη μονογονεϊκή οικογένεια είναι ελλιπής. Το επίδομα που δίνεται από τις διευθύνσεις του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας είναι στο ύψος των 44 ευρώ το μήνα και αυτό αν το εισόδημα του έχοντος την επιμέλεια παιδιού δεν υπερβαίνει τα 294 ευρώ τον μήνα, ποσό το οποίο αυξάνεται κατά 24 ευρώ για κάθε επιπλέον μέλος.

