Ο γνωστός Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, Τζόζεφ Στίγκλιτς, μέσω συνέντευξής του στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel ασκεί κριτική στον Ντόναλντ Τραμπ, διατυπώνοντας παράλληλα προειδοποιήσεις για τη δημοκρατία, την παγκόσμια οικονομία και την εκρηκτική ανισότητα.
Ο Στίγκλιτς εκτιμά ότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει ήδη ξεπεράσει το πολιτικό του ζενίθ και παίρνει σταδιακά την κατιούσα, καθώς η οικονομική πραγματικότητα, οι πολιτικές του επιλογές και η φθορά της εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων περιορίζουν πλέον τη δυναμική του.
«Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι από την εκλογή του έχει χάσει δραματικά την υποστήριξη. Πιστεύω ότι ο Τραμπ έχει ξεπεράσει το απόγειο της ισχύος του», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο 82χρονος οικονομολόγος.
Αναφερόμενος στην αιφνιδιαστική αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα, ο Στίγκλιτς απορρίπτει την ιδέα ότι οι κινήσεις του Τραμπ μπορούν να ερμηνευθούν με όρους ορθολογικής στρατηγικής.
«Το να αναλύει κανείς τις πράξεις του Τραμπ σαν να ήταν ορθολογικός δρών, είναι σχεδόν σίγουρα λάθος», σημειώνει, προσθέτοντας ότι η κρίση στη Βενεζουέλα λειτούργησε κυρίως ως αντιπερισπασμός από εσωτερικά προβλήματα, όπως η υπόθεση Έπσταϊν και οι εκλογικές απώλειες των Ρεπουμπλικανών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, πίσω από παρεμβάσεις ή απειλές – από τη Βενεζουέλα έως τη Γροιλανδία – βρίσκεται πάντα η ίδια εμμονή του ενοίκου του Λευκού Οίκου: «Οι πόροι, και κυρίως τα χρήματα, είναι για τον Τραμπ πάντα στην πρώτη θέση, ακόμη κι αν δεν έχει ξεκάθαρη ιδέα πώς αυτό θα ωφελήσει πραγματικά τις ΗΠΑ».
«Η υπονόμευση του διεθνούς κράτους δικαίου, θα έχει σχεδόν σίγουρα πολύ αρνητικές μακροπρόθεσμες συνέπειες»
Ο Στίγκλιτς προειδοποιεί ότι η εικόνα ευφορίας που συχνά αντικατοπτρίζεται στα Χρηματιστήρια είναι παραπλανητική. «Οι αγορές είναι κοντόφθαλμες», επισημαίνει, υπογραμμίζοντας ότι η υπονόμευση του διεθνούς κράτους δικαίου θα έχει «σχεδόν σίγουρα πολύ αρνητικές μακροπρόθεσμες συνέπειες».
Παράλληλα, ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας σκιαγραφεί μια δύσκολη οικονομική πραγματικότητα για τους Αμερικανούς πολίτες: αδύναμη αγορά εργασίας, αυξημένο κόστος ζωής, ακριβή υγειονομική περίθαλψη και τρόφιμα που δεν φθηναίνουν, παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις του Τραμπ.
«Ο Τραμπ συνέβαλε ο ίδιος στα προβλήματα, με τους δασμούς και την πολιτική του κατά των μεταναστών, που πλέον λείπουν ως εργατικό δυναμικό», επισημαίνει.
Αν και ο Στίγκλιτς έχει ασκήσει διαχρονικά κριτική στην ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση, απορρίπτει πλήρως τη ρητορική Τραμπ ότι για τα προβλήματα των ΗΠΑ «φταίει το εξωτερικό».
«Οι ΗΠΑ έγραψαν τους κανόνες της παγκοσμιοποίησης προς όφελός τους. Είναι ανοησία να πιστεύει κανείς ότι οι δασμοί θα φέρουν πίσω τη βιομηχανία», τονίζει, εξηγώντας ότι οι δασμοί απλώς αυξάνουν το κόστος παραγωγής, χωρίς να δημιουργούν θέσεις εργασίας.
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίζεται απέναντι στην περιφρόνηση του Τραμπ για τους διεθνείς εμπορικούς κανόνες: «Υπογράφει συμφωνίες και μετά τις σκίζει. Οι αγορές μισούν την αβεβαιότητα».
«Υπαρξιακός αγώνας της Ευρώπης»
Για την Ευρώπη, ο Στίγκλιτς μιλά με όρους σχεδόν υπαρξιακούς. Εκτιμά ότι η ΕΕ θα έπρεπε να έχει υιοθετήσει πιο σκληρή στάση απέναντι στις πιέσεις Τραμπ, αλλά αναγνωρίζει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία περιορίζει τα περιθώρια σύγκρουσης.
«Εδώ πρόκειται για έναν υπαρξιακό αγώνα για την Ευρώπη», λέει, αναφερόμενος τόσο στην ασφάλεια, όσο και στην πολιτική της αυτονομία.
«Θα ήταν λάθος να παραδώσουμε το κοινό καλό στα χέρια λίγων δισεκατομμυριούχων»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Στίγκλιτς στην ακραία ανισότητα και τη συγκέντρωση πλούτου. «Έχουμε να κάνουμε με μια ολιγαρχία που παραβιάζει όλους τους κανόνες», δηλώνει, φέρνοντας ως παράδειγμα τη φιλοδοξία του Έλον Μασκ να γίνει ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος.
Παρότι αναγνωρίζει τη φιλανθρωπία ορισμένων μεγιστάνων, προειδοποιεί: «Το επιχειρηματικό ταλέντο δεν σημαίνει και ικανότητα να αποφασίζεις για το κοινό καλό. Θα ήταν λάθος να το παραδώσουμε στα χέρια λίγων δισεκατομμυριούχων».
Καταλήγοντας, εκφράζει συγκρατημένη αισιοδοξία: ίσως η ωμή σύμπλευση του Τραμπ με τους ολιγάρχες να έκανε τελικά την ανισότητα τόσο ορατή, ώστε να μην μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
«Κάποια μέρα οι άνθρωποι θα ρωτήσουν: πώς μπορούσε να δικαιολογηθεί όλο αυτό;» καταλήγει.
