Τα μακροπρόθεσμα οφέλη των χαμηλών λιπαρών

Πρώτη καταχώρηση: Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2019, 01:44
Τα μακροπρόθεσμα οφέλη των χαμηλών λιπαρών

Ζήσης Ψάλλας

Ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στο Journal of Nutrition, διαπίστωσαν ότι μια δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μειώνει τον θάνατο στις γυναίκες.

Ο Δρ. Ross Prentice, μέλος των προγραμμάτων πρόληψης του καρκίνου και βιοστατιστικής στο Fred Hutch και οι συνάδελφοί του ξεκίνησαν τη μελέτη Women's Health Initiative το 1993 περιλαμβάνοντας 49.000 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες από πολλές περιοχές των ΗΠΑ για να εξετάσουν εάν μια χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά διατροφή μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού και του παχέος εντέρου καθώς και τη στεφανιαία νόσο.

Μετά από μακροπρόθεσμη παρακολούθηση σχεδόν 20 ετών, οι ερευνητές βρήκαν σημαντικά οφέλη, που προέκυψαν από τις μετριοπαθείς διαιτητικές αλλαγές, μεταξύ των οποίων:

  • Μείωση κατά 15-35% των θανάτων από όλες τις αιτίες μετά από καρκίνο του μαστού.
  • Μείωση κατά 13-25% του εξαρτώμενου από την ινσουλίνη διαβήτη.
  • Μείωση 15-30% της στεφανιαίας νόσου μεταξύ 23.000 γυναικών που αρχικά δεν είχαν υπέρταση ή προηγούμενη καρδιαγγειακή νόσο.

«Η WHI's Dietary Modification Trial παρείχε στις γυναίκες συμβουλές για τη διατροφή και την πρόληψη των ασθενειών για μερικά χρόνια», δήλωσε ο Prentice. «Τα τελευταία αποτελέσματα υποστηρίζουν το ρόλο της διατροφής στη γενική υγεία και δείχνουν ότι οι δίαιτες χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, πλούσιες σε φρούτα, λαχανικά και σπόρους έχουν οφέλη χωρίς παρατηρούμενες δυσμενείς επιπτώσεις».

Οι ερευνητές της WHI σχεδίασαν τη μελέτη ως μια μακροπρόθεσμη, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη κλινική δοκιμή για τον περιορισμό της μεροληψίας και την εξακρίβωση αιτιακών συμπερασμάτων. Οι συμμετέχουσες πραγματοποίησαν σκόπιμες διαιτητικές αλλαγές που διδάχθηκαν από εκπαιδευμένους διατροφολόγους κατά το πρώτο έτος και ενισχύθηκαν σε τριμηνιαία βάση για σχεδόν μια δεκαετία.

«Η διατροφή μπορεί να έχει μεγάλη σημασία για τους ανθρώπους που θέλουν να μάθουν τι πρέπει να τρώνε», δήλωσε ο Garnet Anderson, συν-συγγραφέας της μελέτης.

Τελευταία ενημέρωση: Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2019, 01:44