Η βρώμη θεωρείται εδώ και δεκαετίες μια από τις πιο «υγιεινές» τροφές, ιδιαίτερα για την καρδιά. Είναι γνωστή για την περιεκτικότητά της σε φυτικές ίνες και κυρίως σε β-γλυκάνες, οι οποίες συμβάλλουν στη μείωση της χοληστερόλης. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα δεν ήταν ξεκάθαρο ποιος ακριβώς είναι ο μηχανισμός πίσω από αυτή την ευεργετική δράση. Μια νέα τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό Nature Communications έρχεται να δώσει μια πιο ολοκληρωμένη απάντηση, δείχνοντας ότι ο πραγματικός «πρωταγωνιστής» δεν είναι μόνο η ίδια η βρώμη, αλλά και τα προϊόντα που παράγονται όταν αυτή αλληλεπιδρά με το εντερικό μας μικροβίωμα.

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε άτομα με μεταβολικό σύνδρομο – μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από κοιλιακή παχυσαρκία, αυξημένη χοληστερόλη, υψηλή αρτηριακή πίεση και διαταραγμένο μεταβολισμό της γλυκόζης. Το μεταβολικό σύνδρομο αφορά πλέον σχεδόν το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού και αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Οι ερευνητές εξέτασαν αν και πώς η κατανάλωση βρώμης μπορεί να βελτιώσει το λιπιδαιμικό προφίλ αυτών των ατόμων.

Στο πλαίσιο της έρευνας πραγματοποιήθηκαν δύο διαφορετικές διατροφικές παρεμβάσεις. Η πρώτη ήταν βραχυπρόθεσμη αλλά υψηλής δόσης: οι συμμετέχοντες κατανάλωναν αποκλειστικά γεύματα με βρώμη για δύο ημέρες. Η δεύτερη ήταν πιο ήπια και μακροχρόνια: για έξι εβδομάδες οι συμμετέχοντες αντικαθιστούσαν ένα καθημερινό γεύμα με ένα γεύμα βρώμης, διατηρώντας κατά τα άλλα τη συνηθισμένη δυτικού τύπου διατροφή τους. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχαν ομάδες ελέγχου που δεν κατανάλωναν βρώμη.

Στην ομάδα της βραχυπρόθεσμης, υψηλής κατανάλωσης βρώμης παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της ολικής χοληστερόλης και της «κακής» LDL χοληστερόλης, ακόμη και μέσα σε μόλις δύο ημέρες. Το πιο ενδιαφέρον όμως εύρημα δεν ήταν μόνο η μείωση της χοληστερόλης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή επιτεύχθηκε.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η κατανάλωση βρώμης οδηγεί σε αύξηση συγκεκριμένων φαινολικών ενώσεων στο αίμα, όπως το φερουλικό οξύ και κυρίως τα παράγωγά του, που παράγονται από τη δράση των εντερικών μικροβίων. Οι φαινολικές αυτές ουσίες δεν απορροφώνται απευθείας από τη βρώμη, αλλά προκύπτουν όταν τα «καλά» βακτήρια του εντέρου μεταβολίζουν τα φυτικά συστατικά της. Με απλά λόγια, η βρώμη «ταΐζει» το μικροβίωμα και εκείνο με τη σειρά του παράγει βιοδραστικές ουσίες που ωφελούν τον οργανισμό.

Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η αύξηση αυτών των μικροβιακά παραγόμενων φαινολικών μεταβολιτών συνδέθηκε άμεσα με τη μείωση της χοληστερόλης. Όσο μεγαλύτερη ήταν η αύξηση των συγκεκριμένων ενώσεων στο αίμα, τόσο μεγαλύτερη ήταν και η πτώση της LDL χοληστερόλης. Οι ερευνητές έδειξαν μάλιστα ότι τα φαινολικά αυτά μόρια μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο τα κύτταρα διαχειρίζονται τη χοληστερόλη, μειώνοντας τη σύνθεσή της και την αποθήκευσή της στον οργανισμό.

Η μελέτη ανέδειξε επίσης ότι η βρώμη προκαλεί αλλαγές στη σύσταση του εντερικού μικροβιώματος. Συγκεκριμένα, αυξήθηκε η παρουσία ορισμένων βακτηρίων που φαίνεται να σχετίζονται με καλύτερη μεταβολική υγεία και χαμηλότερα επίπεδα χοληστερόλης. Οι αλλαγές αυτές ήταν πιο έντονες στην περίπτωση της υψηλής, βραχυπρόθεσμης κατανάλωσης βρώμης, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ποσότητα και ο τρόπος κατανάλωσης παίζουν σημαντικό ρόλο.

Στη δεύτερη πιο ήπια παρέμβαση, διάρκειας έξι εβδομάδων, τα αποτελέσματα ήταν πιο συγκρατημένα. Η καθημερινή κατανάλωση ενός μόνο γεύματος βρώμης βοήθησε στη σταθεροποίηση των μεταβολικών δεικτών, χωρίς όμως να επιφέρει την έντονη μείωση της χοληστερόλης που παρατηρήθηκε στη βραχυπρόθεσμη παρέμβαση. Αυτό δείχνει ότι η βρώμη λειτουργεί μεν προστατευτικά, αλλά τα πιο άμεσα και ισχυρά αποτελέσματα φαίνεται να σχετίζονται με υψηλότερη πρόσληψη και πιο δραστική αλληλεπίδραση με το μικροβίωμα.

Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ξεκάθαρο: τα οφέλη της βρώμης δεν οφείλονται μόνο στις φυτικές της ίνες, αλλά και στη «συνεργασία» της με τα μικρόβια του εντέρου μας. Οι φαινολικοί μεταβολίτες που παράγονται από αυτή τη συνεργασία φαίνεται να αποτελούν έναν κρίσιμο μηχανισμό για τη μείωση της χοληστερόλης, ιδιαίτερα σε άτομα με μεταβολικό σύνδρομο.

Σε μια εποχή όπου η εξατομικευμένη διατροφή κερδίζει έδαφος, τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν ότι η ίδια τροφή μπορεί να έχει διαφορετική επίδραση από άνθρωπο σε άνθρωπο, ανάλογα με το μικροβίωμά του. Παράλληλα, ενισχύουν την ιδέα ότι απλές, προσιτές τροφές όπως η βρώμη μπορούν να αποτελέσουν ισχυρό σύμμαχο στη βελτίωση της καρδιομεταβολικής υγείας, όταν ενταχθούν σωστά στη διατροφή μας. Με λίγα λόγια, η βρώμη δεν «ρίχνει» τη χοληστερόλη μόνη της. Το επιτυγχάνει σε συνεργασία με το έντερό μας – και αυτό ίσως αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά ευρήματα της σύγχρονης διατροφικής επιστήμης.

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης