Εκλογές στη Γερμανία με προαναγγελθέν αποτέλεσμα

Εκλογές στη Γερμανία με προαναγγελθέν αποτέλεσμα
Κομβική σημασία και προκαθορισμένο εν πολλοίς αποτέλεσμα, έχουν οι εκλογές στη Γερμανία, που διεξάγονται την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου.

Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πρωτοκαθεδρία της Μέρκελ, που φαίνεται να κρατάει στα χέρια της μία καθοριστική διαφορά από τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) του Μάρτιν Σουλτς. Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πρωτοκαθεδρία της Μέρκελ, που φαίνεται να κρατάει στα χέρια της μία καθοριστική διαφορά από τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) του Μάρτιν Σουλτς. Ο κυβερνητικός συνασπισμός CDU- CSU (Χριστιανοδημοκράτες- Χριστιανοκοινωνική Ένωση) προηγούνται σε όλες τις δημοσκοπήσεις και φτάνουν μάλιστα το ποσοστό του 36%. Αντιθέτως το SPD εμφανίζει πτωτικές τάσεις, χάνοντας 1,5% στην τελευταία δημοσκόπηση και βρίσκεται μόλις στο 21,5%.

Η πολιτική ατζέντα αλλά και το προφίλ της καγκελαρίου Μέρκελ, μαζί με την ευεργετική για τη Γερμανία οικονομική πολιτική του κ. Σόιμπλε, έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαφαινόμενη νέα επικράτησή τους στον εκλογικό στίβο.



Και αν η πρώτη θέση δείχνει να έχει έναν διεκδικητή, καθώς η καγκελάριος Μέρκελ προβάλλει ως το απόλυτο φαβορί, ενδιαφέρον είναι το τοπίο που διαμορφώνεται στις δυνάμεις που θα συναποτελέσουν μαζί με του Χριστιανοδημοκράτες και τους Σοσιαλδημοκράτες, το σώμα του κοινοβουλίου την επαύριο των εκλογών.

Σύμφωνα με το πολιτικό βαρόμετρο των δημοσκοπήσεων, η AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) ανεβαίνει μία μονάδα στο 11%, οι Φιλελεύθεροι του Κρίστιαν Λίντνερ (FDP) παραμένουν στο 10%, η Αριστερά (Die Linke) στο 8,5% και οι Πράσινοι( Die Grünen) στο 8%.

Σε ένα σύνολο περίπου 30 κομμάτων που διεκδικούν την ψήφο του γερμανικού λαού, οι διαμορφωτές του τοπίου θα είναι συγκεκριμένοι και καθώς φαίνεται θα προκαλέσουν μετατοπίσεις στο πολιτικό πεδίο.

Για πρώτη φορά στη Βουλή οι ακροδεξιοί

«Για πρώτη φορά μετά από πάνω από 50 χρόνια ένα εθνικιστικό, ακροδεξιό και εν πολλοίς ρατσιστικό κόμμα θα εκπροσωπείται στη Βουλή. Αυτό είναι λυπηρό, ντροπιαστικό και θα οδηγήσει στην αλλαγή του κλίματος στη χώρα», παρατηρεί η εφημερίδα Süddeutsche Zeitung σε σχετικό της δημοσίευμα. Και προχωρά στην αναζήτηση των αιτίων και του υπαίτιου της κατάστασης: «Το ότι ήρθαν τα πράγματα έτσι, την ευθύνη φέρει σε μεγάλο βαθμό η Μέρκελ».

Η άνοδος της ακροδεξιάς και συγκεκριμένα του κόμματος AfD αποτελεί ένα κρίσιμο σημείο στην όλη ανάλυση περί της νέας πολιτικής πραγματικότητας της Γερμανίας, αλλά και της Ευρώπης συνολικά.
Η εκμετάλλευση του φοβικού κλίματος για το μέλλον της Ευρώπης και φυσικά η πολιτική αντιμετώπισης των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που ακολούθησε η γερμανική κυβέρνηση, άφησαν να αναδυθεί μία ακροδεξιά ρητορική, που βρήκε "ευήκοα ώτα" σε κομμάτια της κοινωνίας.

«Το μεγαλύτερο επίτευγμά της κ. Μέρκελ κατά την απερχόμενη κοινοβουλευτική περίοδο, ήταν ότι το βράδυ της 5ης Σεπτεμβρίου του 2015 έδειξε ανθρωπισμό και άνοιξε τα σύνορα με την Αυστρία. Το μεγαλύτερο λάθος της ότι στους επόμενους μήνες με το να επαναλαμβάνει συνεχώς την περίφημη φράση «θα τα καταφέρουμε» προκάλεσε την εντύπωση ότι θέλει να αποσιωπήσει τα προβλήματα από την είσοδο εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Αυτό έσπρωξε ψηφοφόρους στο AfD, που το 2013 πήρε 4,7%», τονίζεται από την εφημερίδα.



Για τους Γερμανούς η είσοδος ενός αμιγούς ακροδεξιού σχηματισμού στο κοινοβούλιο, αναμοχλεύει μαύρες μνήμες και επικίνδυνα αντανακλαστικά. Δεν λείπουν όμως και πιο ψύχραιμες φωνές, όπως δείχνει και η τοποθέτηση της εφημερίδας Tageszeitung του Βερολίνου που σημειώνει: «Όσο κι αν είναι θλιβερή αυτή η κατάσταση, δεν υπάρχει λόγος πανικού. Ακροδεξιοί και λαϊκιστές υπάρχουν και σε άλλες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, με 8, 10 ακόμη και 12%, που σημαίνει ότι το 90% περίπου των ψηφοφόρων ψήφισε άλλο κόμμα».

Και συνεχίζει: «Αν ο προεκλογικός αγώνας δεν περιορίζονταν στη θεματολογία του AfD, δεν θα φτάναμε εδώ. Αντί για κοινωνικά προβλήματα, για την παιδεία, την ενεργειακή στροφή, το μέλλον της ΕΕ, η συζήτηση προσανατολίστηκε στο προσφυγικό, την εσωτερική ασφάλεια, την τρομοκρατία, την εγκληματικότητα. Ήταν ένα δράμα» αναφέρει χαρακτηριστικά ο σχολιαστής της. Και στο ερώτημα για τον υπαίτιο, η απάντηση είναι λακωνική: «Όλοι».

«Αν ο προεκλογικός αγώνας δεν περιορίζονταν στη θεματολογία του AfD, δεν θα φτάναμε εδώ. Αντί για κοινωνικά προβλήματα, για την παιδεία, την ενεργειακή στροφή, το μέλλον της ΕΕ, η συζήτηση προσανατολίστηκε στο προσφυγικό, την εσωτερική ασφάλεια, την τρομοκρατία, την εγκληματικότητα. Ήταν ένα δράμα»Η μετατόπιση της πολιτικής ατζέντας έχει όμως και ένα ακόμη πρακτικό αποτέλεσμα. Ο ρόλος της χώρας στη διαμόρφωση της αυριανής μέρας της Ευρώπης, θα μπορούσε να τεθεί εν αμφιβόλω, καθώς η συμμετοχή στη Βουλή ακραίων φωνών (AfD) αλλά και δυνάμεων που έχουν στηριχθεί στον ευρωσκεπτικισμό ως άξονα του λόγου τους.

«Οι γερμανικές εκλογές είναι αιτία προβληματισμού» σημειώνει ο αναλυτής Βόλφγκανγκ Μίνχαου. Ο Μίνχαου υποστηρίζει ότι το συνολικό ποσοστό της AfD, των Φιλελευθέρων και του κόμματος της Αριστεράς (που δύναται, από διαφορετική σκοπιά, να εμποδίσει νομοθεσία αναφορικά με τη μεταρρύθμιση της Ε.Ε.) μπορεί να φθάσει το 30%. Αν σε αυτό προστεθεί ο αριθμός των βουλευτών των Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών που είναι βαθιά ευρωσκεπτικιστές, «μπορεί να βρείτε ότι μία κατ’ όνομα φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση άγεται από μία σε μεγάλο βαθμό ευρωσκεπτικιστική Βουλή».

«Στις αποφάσεις του για την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη, το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο έχει ενισχύσει σταδιακά τον ρόλο της Μπούντεσταγκ. Αυτό δεν είχε μεγάλη σημασία την τελευταία τετραετία, όταν ο μεγάλος συνασπισμός είχε πλειοψηφία 80%, αλλά θα έχει σημασία τώρα», σημείωσε.

Το συμπέρασμα του Μίνχαου είναι ότι οι εκλογές δεν θα ανατρέψουν την Μέρκελ, αλλά θα αλλάξουν το τι συζητούν οι Γερμανοί στη Βουλή και πώς το συζητούν. «Μην έχετε καμία αμφιβολία», καταλήγει. «Αυτές οι εκλογές έχουν τεράστια σημασία».

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Κάλτσας

Τελευταία ενημέρωση: Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017, 21:20