Η δικαστική διαδρομή της υπόθεσης Τοπαλούδη ανοίγει ένα ακόμη, βαρύ κεφάλαιο, χωρίς ωστόσο να δίνει προς το παρόν οριστικές απαντήσεις.

Το Στ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2025 η αίτηση επανεξέτασης της υπ’ αριθμ. 747/23-5-2024 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, δεν κατέληξε σε ετυμηγορία. Αντί να αποφανθεί, όρισε νέα συνεδρίαση για τις 17 Νοεμβρίου 2026 και προχώρησε στον ορισμό νέου εισηγητή.

Όπως δημοσίευσε η dimokratiki.gr, η εξέλιξη αυτή παρατείνει αισθητά τη δικαστική εκκρεμότητα μιας υπόθεσης που, από τον Νοέμβριο του 2018, έχει συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία και έχει μετατραπεί σε εμβληματικό σημείο αναφοράς στον δημόσιο διάλογο για την έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες.

Υπενθυμίζεται ότι με την υπ’ αριθμ. 747/2024 απόφαση, που εκδόθηκε στις 23 Μαΐου 2024, το ίδιο Τμήμα είχε απορρίψει τις αιτήσεις αναίρεσης των δύο τελεσιδίκως καταδικασθέντων για τη δολοφονία και τον ομαδικό βιασμό της 21χρονης φοιτήτριας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Πρόκειται για τον τότε 26χρονο ημεδαπό και τον τότε 24χρονο συγκατηγορούμενό του αλβανικής καταγωγής, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών σε ποινές ισόβιας κάθειρξης και 15 ετών αντίστοιχα.

Η αίτηση επανεξέτασης

Ο συνήγορος του ημεδαπού, κατέθεσε αίτηση επανεξέτασης, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση είναι εσφαλμένη. Η υπόθεση εξετάστηκε εκ νέου τον Ιανουάριο του 2025, χωρίς όμως να υπάρξει απόφαση, οδηγώντας τελικά στην επαναπροσδιορισμένη δικάσιμο για τον Νοέμβριο του 2026.

Στην αίτηση επανεξέτασης, η υπεράσπιση επαναφέρει σε μεγάλο βαθμό τα επιχειρήματα που είχαν ήδη προβληθεί στις αιτήσεις αναίρεσης, εστιάζοντας κυρίως στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων.

Μεταξύ άλλων, προβάλλεται ότι ο ημεδαπός κατηγορούμενος είναι αριστερόχειρας, ενώ τα περισσότερα τραύματα της άτυχης φοιτήτριας φέρονται να συνάδουν με δράστη δεξιόχειρα, στοιχείο που, σύμφωνα με την υπεράσπιση, δεν εκτιμήθηκε επαρκώς.

Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι τα αποτυπώματα στο σίδερο σιδερώματος, το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά την επίθεση, ανήκουν αποκλειστικά στον συγκατηγορούμενο του και όχι στον εντολέα του, ο οποίος φέρεται να παραδέχεται μόνο ένα «δυνατό κροσέ».

Σε ό,τι αφορά τη μεταφορά της 21χρονης στη θάλασσα, ο κατηγορούμενος αρνείται την ενεργή συμμετοχή του, επικαλούμενος ότι ίχνη αίματος εντοπίστηκαν μόνο στα παπούτσια του συγκατηγορούμενου του.

Η υπεράσπιση θέτει επίσης ζήτημα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, υποστηρίζοντας ότι κατά τη διαδικασία στο εφετείο αναγνώστηκαν επικριτικά δημοσιεύματα.

Επιπλέον, γίνεται λόγος για δικονομικές ακυρότητες, λόγω αναντιστοιχίας στις ημερομηνίες της κλήσης προς τον κατηγορούμενο, αλλά και επειδή αυτή επιδόθηκε στον ίδιο και όχι στον συνήγορό του.

Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται ότι δεν συλλέχθηκαν ψηφιακά δεδομένα από τις ηλεκτρονικές συσκευές της θύματος, κάτι που, κατά την υπεράσπιση, επηρεάζει την πληρότητα της αποδεικτικής διαδικασίας.

Από την άλλη πλευρά, κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2025, η αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελένη Κοντακτσή εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης, τονίζοντας ότι η απόφαση του εφετείου διαθέτει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Όπως ανέφερε, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία αξιολογήθηκαν με επάρκεια και αντικειμενικότητα, χωρίς να παραβιαστούν τα δικαιώματα των κατηγορουμένων. Υπογράμμισε μάλιστα ότι η υπόθεση εκδικάστηκε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ως ένδειξη αποτελεσματικής λειτουργίας της δικαιοσύνης.

Αντίστοιχη ήταν και η θέση της πολιτικής αγωγής, με τον συνήγορο Ευάγγελο Γκιουγκή να επισημαίνει ότι τόσο η πρωτοβάθμια όσο και η δευτεροβάθμια διαδικασία διεξήχθησαν σύμφωνα με το νόμο και τις αρχές της δίκαιης δίκης.

Η γυναικοκτονία που συγκλόνισε την Ελλάδα

Η υπόθεση ανάγεται στα γεγονότα της 27ης Νοεμβρίου 2018. Τότε, οι δύο κατηγορούμενοι παρέλαβαν την 21χρονη από το σπίτι της στη Ρόδο και την οδήγησαν σε εξοχική κατοικία στους Πεύκους Λίνδου. Εκεί, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τη βίασαν ομαδικά υπό συνθήκες ακραίας βίας.

Η νεαρή γυναίκα δέχθηκε επανειλημμένα χτυπήματα, τόσο με γροθιές όσο και με σίδερο σιδερώματος, ενώ επιχειρήθηκε και ο στραγγαλισμός της. Σε ημιλιπόθυμη κατάσταση, μεταφέρθηκε στον βραχώδη όρμο «Φώκια» και ρίχθηκε στη θάλασσα, με αποτέλεσμα να καταλήξει από πνιγμό.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών καταδίκασε και τους δύο κατηγορούμενους χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών, κρίνοντας ότι τα εγκλήματα τελέστηκαν με ιδιαίτερη αγριότητα. Η απόφαση εκείνη αποτέλεσε για την οικογένεια της Ελένης, αλλά και για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, μια μορφή δικαίωσης.

Με τη νέα αναβολή, η υπόθεση επιστρέφει στον Άρειο Πάγο σχεδόν οκτώ χρόνια μετά τη δολοφονία.

Η αλλαγή εισηγητή εντάσσεται στις συνήθεις πρακτικές τέτοιων διαδικασιών και δεν προδικάζει κάποια μεταβολή στην ουσία της υπόθεσης.

Το Στ’ Τμήμα θα κληθεί να αποφανθεί εκ νέου για το αν η αίτηση επανεξέτασης είναι παραδεκτή και βάσιμη ή αν θα απορριφθεί, διατηρώντας αμετάβλητες τις ποινές.

Μέχρι τότε, οι δύο καταδικασθέντες εξακολουθούν να εκτίουν τις ποινές τους, με την υπόθεση να παραμένει τυπικά ανοιχτή σε επίπεδο Αρείου Πάγου, παρά το γεγονός ότι οι βασικές καταδικαστικές αποφάσεις έχουν ήδη εκδοθεί και επικυρωθεί.

 

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης