Ποιoς είναι ο νέος πρόεδρος της Τυνησίας

Ποιoς είναι ο νέος πρόεδρος της Τυνησίας

Συνταξιούχος καθηγητής του δικαίου που εκφράζεται σε υπερβολικά επίσημα, κλασικά αραβικά, μοιάζει να νιώθει άβολα μπροστά στον τηλεοπτικό φακό, είχε στη διάθεσή του ελάχιστα χρήματα, ήταν και έμεινε μακριά από κόμματα και μηχανισμούς προβολής στα ΜΜΕ, αλλά υπόσχεται να προωθήσει μια μορφή πειραματικής, άμεσης δημοκρατίας: ο Κάις Σαΐντ εξελέγη την Κυριακή νέος πρόεδρος της Τυνησίας με διαφορά, σύμφωνα με δύο δημοσκοπήσεις εξόδου.

Τα επίσημα αποτελέσματα δεν ανακοινώθηκαν ακόμη, όμως τα δύο έξιτ πολ φέρουν τον Σαΐντ να κέρδισε καθαρά στον δεύτερο γύρο τον επιχειρηματία των μέσων ενημέρωσης Ναμπίλ Καρουί. Την εξήγηση ίσως δίνουν τα στοιχεία του ενός έξιτ πολ, του ινστιτούτου Sigma: το 90% των εκλογέων 18 ως 25 ετών επέλεξε τον συνταξιούχο πανεπιστημιακό. Τον ψήφισε πολύ χαμηλότερο ποσοστό — το 49,2% — μεταξύ των ψηφοφόρων άνω των 60 ετών.

Τον Σαΐντ ψήφισαν τόσο ισλαμιστές όσο και αριστεροί, παρότι ο ριζοσπαστικός αλλά κοινωνικά συντηρητικός λόγος του δεν μοιάζει συμβατός με τις θέσεις κανενός από αυτούς τους δύο πολιτικούς χώρους. Οι επικριτές του, όπως και οι υποστηρικτές του, δυσκολεύονται να περιγράψουν αυτόν τον αουτσάιντερ της πολιτικής.

«Δεν έκανα παραδοσιακές υποσχέσεις, ούτε έχω παραδοσιακό πρόγραμμα», πάντως «νέες ιδέες μπορούν να γίνουν πραγματικότητα» και σε κάθε περίπτωση «εισήλθαμε σε ένα νέο στάδιο της ιστορίας της Τυνησίας», δήλωνε ο Σαΐντ στο πρακτορείο ειδήσεων Reuters τον Σεπτέμβριο, μετά τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, τον οποίο είχε κερδίσει παρότι αναμετρήθηκε με βετεράνους της πολιτικής. Επρόκειτο για την πιο σαφή απόρριψη της ελίτ της Τυνησίας μετά το 2011 και τη λαϊκή εξέγερση που σηματοδότησε την αρχή της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης.

«Μας έπεισε ότι είναι εφικτή η αλλαγή, ότι είναι στο χέρι μας», έκρινε ο Μπασάμ Ναφάτι, φοιτητής βιολογίας, 22 ετών, εθελοντής στην εκστρατεία του Σαΐντ.

Ο συνταξιούχος πανεπιστημιακός, 61 ετών, χαρακτηρίζει τη νίκη του «νέα επανάσταση». Αν και τα πήγαινε καλά στις δημοσκοπήσεις, το ότι δεν διέθετε πολιτική βάση, κομματικό μηχανισμό, ούτε ιδιαίτερη προβολή στα ΜΜΕ, καθώς και το ότι ήταν πολύ λιγότερο οικεία μορφή από τον Καρουί σήμαινε για τους περισσότερους αναλυτές ότι η επικράτησή του ήταν από δύσκολη ως απίθανη.

Ο πλούσιος επιχειρηματίας Καρουί, πρώην στέλεχος πολυεθνικών, με πάντα προσεγμένη εμφάνιση, ιδιοκτήτης τηλεοπτικού σταθμού, διέθετε μεγάλο επιτελείο. Αλλά δεν τον βοήθησε το ότι πέρασε μέρος της προεκλογικής εκστρατείας προφυλακισμένος, λόγω υποψιών που τον βαρύνουν για φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατηγορίες που αρνείται.

Υποστηρικτές του Σαΐντ αστειεύονται ότι η εκστρατεία του κόστισε περίπου όσο «ένας καφές κι ένα πακέτο τσιγάρα» και τον παρουσιάζουν ως πρότυπο ακεραιότητας και εντιμότητας.

Η αυστηρή, λιτή προσέγγισή του είναι οφθαλμοφανής στο γραφείο όπου έκανε την εκστρατεία του: το μικρό διαμέρισμα βρίσκεται σε ένα παλιό κτίριο στο κέντρο της Τύνιδας χωρίς ανελκυστήρα, με αρκετά σπασμένα παράθυρα. Στο γραφείο δεν βλέπει κανείς πολλά περισσότερα από μια μικρή τηλεόραση και μερικές καρέκλες.

«Τον γνώρισα από κοντά το 2011, μετά την επανάσταση, κατά τη διάρκεια του πρώτου κινήματος των νέων εναντίον της παλιάς φρουράς. Ήταν ένας από τους ελάχιστους που καταλάβαιναν τα αιτήματά μας. Μας άκουγε», αφηγήθηκε η Σόνια Τσιρίτι, άλλοτε φοιτήτρια του Σαΐντ, 40 ετών.

Παλιός συνάδελφός του, ο Τζαουχέρ Μπιν Μουμπάρακ θυμάται ότι εκείνη την ταραγμένη περίοδο, περπάταγαν επί ώρες ως αργά το βράδυ στα στενά δρομάκια στην Κάσμπα και στις αποικιακές λεωφόρους του κέντρου, συζητώντας για τα πολιτικά πράγματα. «Σταματάγαμε συνέχεια, συζητάγαμε με τους διαδηλωτές για τα αιτήματά τους», λέει.

Στο γραφείο του Σαΐντ συνέρρεε ένα πολύ ετερόκλιτο πλήθος: συντηρητικοί ισλαμιστές, ανάμεσά τους γυναίκες με χιτζάμπ, αριστεροί φοιτητές, άνεργοι, καθηγητές...

Οι κοινωνικά συντηρητικές απόψεις που εκφράζει — υπέρ της θανατικής ποινής, εναντίον της ομοφυλοφιλίας, εναντίον της αναγνώρισης της ισότητας ανδρών και γυναικών στα κληρονομικά, μεταξύ άλλων — φαίνεται πως προσέλκυσαν αρκετούς ισλαμιστές. Αλλά ο Μπιν Μουμπάρακ, που ξέρει τον Σαΐντ πολύ καιρό, επισημαίνει ότι ο νικητής των χθεσινών προεδρικών εκλογών δεν είναι ισλαμιστής, ούτε φονταμενταλιστής, δεν έχει παραδοσιοκρατικές απόψεις. Δεν έχει πρόθεση να αναθεωρήσει το Σύνταγμα ώστε να βασίζεται στον ισλαμικό νόμο. Η σύζυγός του, δικαστικός, δεν φορά χιτζάμπ.

Τάσσεται υπέρ του αυστηρότερου ελέγχου του ξένου κεφαλαίου στην Τυνησία, για παράδειγμα των χρηματοδοτήσεων μη κυβερνητικών οργανώσεων, που χαρακτηρίζει δυνητική απειλή για την κοινωνία.

Η εκστρατεία του επισήμως δεν είχε διευθυντή. Ο σύμβουλός του που έχει την πιο στενή σχέση μαζί του είναι ο Ρίντα Μέκι, βετεράνος αριστερός, γνωστός με το προσωνύμιο «Ρίντα Λένιν». Η σχέση τους ήταν αυτή που ώθησε τον Σαΐντ να κατέβει στην πολιτική κονίστρα, λέει ο Μπιν Μουμπάρακ.

Ο νικητής των εκλογών υπήρξε μέλος της επιτροπής των ειδικών στην οποία το κοινοβούλιο ανέθεσε να καταρτίσει νέο Σύνταγμα έπειτα από την επανάσταση του 2011, κείμενο που εγκρίθηκε το 2014. Προσέλκυσε για πρώτη φορά την προσοχή όταν, ερωτηθείς σε ποιο στάδιο βρισκόταν το υπό κατάρτιση νέο Σύνταγμα, είχε απαντήσει «το έφαγε ένας γάιδαρος».

Ο αφορισμός εκείνος αντανακλούσε την μεγάλη απέχθεια του καθηγητή για τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες και το εκλεγμένο κοινοβούλιο. Ο Σαΐντ προτείνει να καταργηθεί η Βουλή ως έχει και να αντικατασταθεί από μια «δημοκρατία των πολιτών», μικρά τοπικά συμβούλια που θα επιλέγουν αντιπροσώπους βάσει χαρακτήρα και όχι κομματικής ένταξης, ώστε κατόπιν να αναδεικνύονται περιφερειακοί και εθνικοί αντιπρόσωποι. «Η εξουσία πρέπει να ανήκει απευθείας στον λαό», επιχειρηματολογεί.

Με τους βετεράνους της πολιτικής στην Τύνιδα να κυριαρχούν την περίοδο μετά την εξέγερση, η οποία σημαδεύτηκε από αλλεπάλληλες μεγάλες απογοητεύσεις εξαιτίας της άσχημης κατάστασης της οικονομίας, οι ριζοσπαστικές προτάσεις αποκέντρωσης του Σαΐντ προφανώς έθελξαν πολλούς από εκείνους που είχαν εξεγερθεί πριν από οκτώ χρόνια.

«Απαιτούσαμε αξιοπρέπεια και ανάπτυξη των περιθωριοποιημένων επαρχιών (...). Η πρότασή του ήταν να ενισχυθεί η αποκέντρωση στη διακυβέρνηση, και το εκλογικό σύστημα είναι το πρώτο βήμα», σύμφωνα με την Τσιρίτι.

Αλλά ο νέος πρόεδρος της Τυνησίας δεν μοιάζει να έχει πολλές πιθανότητες να υλοποιήσει τα σχέδιά του. Για να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα χρειάζεται ενισχυμένη πλειοψηφία δύο τρίτων στο κοινοβούλιο, όπου η πολιτική ισχύς κατακερματίστηκε στις βουλευτικές εκλογές της περασμένης εβδομάδας.

Το πώς θα χειριστεί τις πολλές πολιτικές δυσκολίες με τις οποίες είναι δεδομένο πως θα βρεθεί αντιμέτωπος ο Κάις Σαΐντ — τον οποίο ορισμένοι αποκαλούν «Ρόμποκοπ» σε αναρτήσεις τους σε ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης, εξαιτίας της χροιάς της φωνής του — θα καθορίσει την προεδρία του.

Πηγές: ΑΠΕ, Reuters

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019, 03:56