Φως στα αίτια του ξαφνικού και μυστηριώδους θανάτου πασίγνωστου επιχειρηματία νυχτερινών κέντρων, που είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο, επιχειρεί να ρίξει μέσα από μια αποκαλυπτική και συνάμα ανατριχιαστική συνέντευξή της στην «Espresso» η σύντροφος της ζωής του.
Η δικηγόρος Αθηνών Αλεξάνδρα Σπηλιοπούλου, λύνοντας τη σιωπή της, περιγράφει πώς μια σχέση ζωής βρέθηκε σε καταστροφική δίνη και καταδεικνύει ως ρίζα του κακού τη μαύρη μαγεία! Η τρομακτική περιπέτεια για το ζευγάρι, που κάποτε απασχολούσε τα φώτα της δημοσιότητας και τα κοσμικά events, ξεκίνησε όταν οι δυο τους γνωρίστηκαν μέσω κοινών φίλων. Ο επιχειρηματίας ήταν ήδη χωρισμένος όταν συνάντησε τη νεαρή τότε δικηγόρο. Ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος και τα πολλά χρόνια που τους χώριζαν ηλικιακά δεν στάθηκαν εμπόδιο στο να αναπτύξουν μια δυνατή και αξιοζήλευτη σχέση.
«Ερωτευθήκαμε από την πρώτη στιγμή και μείναμε μαζί για δεκατρία ολόκληρα χρόνια. Ηταν σταθμός στη ζωή μου» λέει φανερά συγκινημένη η σύντροφος του επιχειρηματία. «Τα τρία πρώτα χρόνια ζούσαμε την απόλυτη ευτυχία. Η σχέση μας ήταν ονειρική. Σεβασμός, αγάπη, κατανόηση. Τα επαγγελματικά μας βρίσκονταν στο ζενίθ. Ζούσαμε για να αγαπάμε ο ένας τον άλλον, ζούσαμε για να αναπνέει ο ένας από τον άλλον. Αλλά αυτό δεν άρεσε σε κάποιους που μας φθονούσαν θανάσιμα. Και ξαφνικά άρχισαν τα περίεργα συμπτώματα. Εντάσεις, εκνευρισμοί, παρεξηγήσεις… Τα ξεπερνούσαμε όμως, κι έτσι δεν δώσαμε σημασία. Αυτό ήταν και το μοιραίο λάθος μας. Θέλησαν να μας χωρίσουν με βίαιο τρόπο. Και ο μόνος τρόπος για να διαλύσουν έναν τόσο μεγάλο έρωτα ήταν η μαύρη μαγεία. Η ζωή μας για δέκα ολόκληρα χρόνια είχε μετατραπεί σε εφιάλτη. Και τελικά οδήγησε στον θάνατο τον άνθρωπό μου, κι εμένα σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο. Είχα χαθεί στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του και κυριευμένη από φόβο, τρόμο, άγχος προσπαθούσα να ξεφύγω».
Έπειτα, όπως μας αφηγείται η ίδια, τα προβλήματα έγιναν πιο σοβαρά. «Προβλήματα υγείας που δεν δικαιολογούνταν ιατρικά. Είχαμε πάει σε όλους τους γιατρούς και κανείς δεν μπορούσε να βρει μια εξήγηση. Ο σύντροφός μου είχε πόνους στο στήθος κι εγώ πόνους στα πόδια. Η κατάσταση όσο περνούσε ο καιρός ολοένα και χειροτέρευε» επισήμανε η γνωστή δικηγόρος και συνέχισε: «Είμαι βαθιά θρησκευόμενο άτομο. Αφού κορυφαίοι γιατροί δεν μπόρεσαν να μας δώσουν απαντήσεις, στραφήκαμε στον Θεό. Πήγαμε σε εκκλησίες, σε μοναστήρια, αλλά και πάλι δεν είδαμε καμία βελτίωση. Η υγεία μας επιβαρυνόταν, ενώ και τα νυχτερινά μαγαζιά του συντρόφου μου άρχισαν να έχουν προβλήματα. Πέρασαν δύο μαρτυρικά χρόνια. Τότε κάποιος από τον κύκλο μας μας συνέστησε να επισκεφθούμε μια γηραιά κυρία στη βόρεια Ελλάδα, η οποία ασχολούνταν με την επίλυση μαγείας. Αν και δεν πίστευα σε αυτά, αποφάσισα να πάω με τον σύντροφό μου, μήπως και βρούμε μια λύση. Ήμασταν απεγνωσμένοι…».
Η γερόντισσα μόλις αντίκρισε το ζευγάρι να μπαίνει στο σπίτι της είπε με νόημα στον επιχειρηματία: «Αυτή η γυναίκα είναι το φινάλε σου. Εσύ όμως δεν είσαι το δικό της!». Έπειτα τους υπέδειξε κάποια σημεία στο σπίτι του γνωστού επιχειρηματία αλλά και στον εργασιακό του χώρο, όπου βρίσκονταν κρυμμένα αντικείμενα μαύρης μαγείας. «Επιστρέψαμε και αρχίσαμε να ψάχνουμε… Και πραγματικά, δεν θα ξεχάσω ποτέ το συναίσθημα που με κυρίευσε όταν βρήκαμε στον εξωτερικό χώρο του σπιτιού δύο κέρινα ομοιώματα με τα αρχικά μας, ένα ανδρικό με καρφίτσες στο στήθος κι ένα γυναικείο με καρφίτσες στα πόδια, λάδι μη φυσιολογικού χρώματος και υφής, καθώς κι ένα περίεργο χώμα που γυάλιζε. Το σοκ ήταν μεγάλο. Συνειδητοποιήσαμε ότι ζούσαμε έναν σκοτεινό εφιάλτη» είπε ταραγμένη η γνωστή δικηγόρος και πρόσθεσε:
«Με τη βοήθεια της ηλικιωμένης γυναίκας καταφέραμε να συνέλθουμε. Για εννέα μήνες νιώθαμε προστατευμένοι. Όμως μετά η γερόντισσα απεβίωσε και τα συμπτώματα επανήλθαν χειρότερα. Πιο δυνατά, πιο ισχυρά. Μας χτύπησαν στα επαγγελματικά αλλά και στον τομέα της υγείας. Τρία χρόνια μετά τον θάνατο της γερόντισσας ο σύντροφός μου έχασε -κάτω από αδιευκρίνιστες μέχρι στιγμής συνθήκες- τη ζωή του. Παρότι ήταν εξαιρετικά έμπειρος οδηγός, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου ενώ οδηγούσε στην παραλιακή λεωφόρο, στο ύψος της Βούλας. Εκείνη τη στιγμή στο σημείο υπήρχε μεγάλη κίνηση, συνεπώς ήταν αδύνατο να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Το όχημα τυλίχθηκε στις φλόγες. Όταν τον απεγκλώβισαν, ήταν πλέον πολύ αργά. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Τον κόσμο μου όλο. Το στήριγμά μου, τον άνθρωπό μου. Η ζωή μου ήταν δύσκολη, με κρίσεις πανικού, φόβο… Βρήκα διέξοδο στην εργασία μου. Τίποτε άλλο δεν είχε πλέον σημασία για μένα».

