Του Νότη Ανανιάδη
Έχω καταθέσει την άποψη για τις δύο (δυνάμει) οργανωμένες πλαζ του Πειραιά, τα Βοτσαλάκια και την Φρεαττύδα, κατ’ επανάληψη. Και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο. Πολλά χρόνια πριν εμφανιστεί στο δημοτικό στερέωμα ο σημερινός δήμαρχος Βασίλης Μιχαλολιάκος,
Έγραφα σε κάθε ευκαιρία, σχεδόν κουραστικά και μονότονα, εδώ (αλλά και αλλού, στην «Αυγή», το «Λιμάνι», το «Νέο Λόγο») ότι ο Πειραιάς όφειλε στην ιστορία του και στη τύχη του (το μοναδικό προνόμιο να είναι πόλη με ακτές προσβάσιμες για τους πολίτες), να φροντίσει τις ακτές του. Θύμιζα την ιστορικότητα τους, την λειτουργία τους ως ανοικτές αυλές της πόλης, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες όταν ήδη από την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία (για να μην πάμε πίσω στο μεσοπόλεμο και το Φάληρο) η μισή ημέρα κυλούσε παρά θιν αλός. Κυρίως για τα λαϊκά στρώματα του Πειραιά – τα μεγαλοαστικά μπορούσαν να φεύγουν στα νησιά ή τις πιο κοσμικές «απέναντι» παραλίες.
Την λειτουργία αυτή των ακτών στα Βοτσαλάκια και την Φρεαττύδα ήλθε να ανακόψει κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970 – αρχές ’80 η μόλυνση του Σαρωνικού. Σε συνδυασμό με μια (έστω πλαστή, χάρη στα δανεικά της ΕΟΚ) ευημερία και έναν ορμητικό νεοπλουτισμό που έστελνε όλο και περισσότερους σε πιο «χάι» παραλίες, τα Βοτσαλάκια κι Φρεαττύδα ξεχάστηκαν. Από τους πολίτες και από τις δημοτικές αρχές των εποχών εκείνων.
Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ή και λίγο αργότερα όμως η κατάσταση άρχιζε να αλλάζει. Στη θάλασσα, όχι στις ακτές, ούτε στα δημαρχεία. Το κέντρο επεξεργασία λυμάτων στην Ψυτάλλεια – αν και με καθυστερήσεις, με προβλήματα κι όχι ολοκληρωμένο- έκανε το θαύμα του. Ο Σαρωνικός καθάριζε. Καθάρισε με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Και η Φρεαττύδα με τα Βοτσαλάκια, η ποιότητα των νερών τους δεν έχει εδώ και χρόνια να ζηλέψει τίποτε από τις παραλίες απέναντι. Τουλάχιστον μέχρι και την Βούλα τα νερά είναι της ίδια ποιότητας. Φυσικά οι ακτές του Πειραιά είναι εκτεθειμένες στη σοροκάδα. Ιδίως δε η Φρεαττύδα που είναι τεχνητή πλαζ πλήττεται σοβαρά από τον Σιρόκο. Φυσικά το μειονέκτημα αυτό θα έπρεπε να κινητοποιήσει ακόμη περισσότερο τις δημοτικές αρχές για να αντιμετωπιστεί. Τεχνικές λύσεις υπάρχουν. Ίσως να μην μπορούν γίνουν Βουλιαγμένη, οι πλαζ μας, αλλά ο Άλιμος δεν ήταν ποτέ ανέφικτος στόχος. Βέβαια, όπως όλοι γνωρίζουν ποτέ δεν έγινε καμιά σχετική σοβαρή προσπάθεια. Εν τω μεταξύ οι ακτές παραδόθηκαν στο πουθενά. Χαρακτηριστικό της όλης υπόθεσης είναι το γεγονός ότι όταν κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σημειώνεται ένας ομαδικός βιασμός εις βάρος ζευγαριού στα Βοτσαλάκια – υπάρχει σχετικό ρεπορτάζ στη στήλη μου «Εν Πειραιεί» στην «Αυγή» – δεν ιδρώνει το αυτί κανενός στην πόλη.
Λίγα χρόνια αργότερα η τότε δημοτική αρχή Λογοθέτη δίνει άδεια για μία καντίνα, το σημερινό Scuba, στα Βοτσαλάκια. Η περιοχή αρχίζει να οργανώνεται, να ευπρεπίζεται και να ζωντανεύει – βοηθάει και η λειτουργία της πισίνας, των χειμερινών κολυμβητών και των γηπέδων μπάσκετ και τένις που δημιουργούνται εκεί. Από στόμα σε στόμα οι πειραιώτες πληροφορούνται ότι αν δεν μπορούν να κάνουν μπάνιο (μπάζα και άλλα φερτά υλικά κυριαρχούν) , τουλάχιστον υπάρχει ένα μπαράκι δίπλα στη θάλασσα, στο οποίο μπορείς να απολαύσεις το ποτό σου, χωρίς να τρέχεις στη Γλυφάδα ή την Βάρκιζα.
Η τότε βουλευτής του Συνασπισμού Στέλλα Αλφιέρη, σφοδρή πολέμιος του Λογοθέτη ήδη από το 2003 όταν παραιτήθηκε ή απεπέμφθη από το αξίωμα του αντιδημάρχου, κηρύσσει έναν «ανένδοτο» κατά της συγκεκριμένης επιχείρησης. Φέρνει Λιμενικό, Αστυνομία, Αρχαιολογία, μόνο την Δασική υπηρεσία δεν ξέρω αν έφερε, για να τεκμηριώσει τις καταγγελίες της για παρανομίες, υπερβάσεις και κάθε τύπου αυθαιρεσίες.
Το οξύμωρο είναι ότι επικαλούμενος μια κουβέντα που κάναμε και τις απόψεις του υπέρ της λειτουργίας τέτοιων χώρων στην πόλη ( μια κουβέντα που έγινε πάνω στο κύμα ένα καυτό μήνα του Ιουλίου), με τον φίλο μετέπειτα υποψήφιο δήμαρχο Νίκαιας και σήμερα γραμματέα του ΣΥΝ στη Μαγνησία, Μιχάλη Καστρινάκη, γράφω ένα κείμενο υπέρ του Scuba στην «Αυγή» για να δεχθώ μια μετωπική επίθεση από την τέως βουλευτή. Το πλέον οξύμωρο όμως ήταν ότι λίγους μήνες αργότερα απολύθηκα από το Κανάλι -1, όπου δούλευα από το 1987, με εντολή Στ. Λογοθέτη – εκείνου που είχε δώσει την πρώτη άδεια στο Scuba, τον είχαν ενοχλήσει άλλα κείμενα μου στην «Αυγή»…
Το μαγαζί αυτό γίνεται (και διαχρονικά φαίνεται ότι παραμένει) ένα σύμβολο γύρω από το οποίο ξεδιπλώνεται μια σχεδόν φαντασιακή σύγκρουση. Από την μια οι «υποστηρικτές» του δημόσιου χαρακτήρα των ακτών, που όμως δεν ασχολήθηκαν ποτέ με την επί δεκαετίες εγκατάλειψη τους. Από την άλλη όσοι υποστηρίζουν τον εκσυγχρονισμό τους, χωρίς να ενοχλούνται από «παράπλευρες απώλειες» (υπερβάσεις, αυθαιρεσίες κλπ).
Όμως το δημόσιο συμφέρον βρίσκεται , όπως συνήθως, κάπου στη μέση. Ορίζεται κατ’ αρχήν επιλογή λύσεων που προσφέρουν στους πολίτες την καλύτερη πρόταση. Και φυσικά καμιά δημοτικού τύπου επιχειρηματική πρωτοβουλία δεν μπορεί να εγγυηθεί την ανάπτυξη των ακτών. Έχουν ιστορικά αποτύχει στη συντριπτική τους πλειοψηφία ανάλογες προσπάθειες – κι ο Πειραιάς έχει εμπειρίες από τέτοιες αποτυχίες. Κι από την άλλη δεν μπορεί να μην υπάρχουν ελεγκτικοί μηχανισμοί – από την φύση της η όποια αγορά θέλει να επεκταθεί, άρα πρέπει να μπαίνουν όρια.
Στα παραπάνω μπορεί να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας. Για την αναζήτηση της οποίας πάντως απαιτούνται ορισμένα προαπαιτούμενα. Η αναγνώριση του θετικού ρόλου της υγιούς επιχειρηματικότητας. Η απόρριψη της δαιμονοποίησης του ιδιωτικού τομέα. Η αναζήτηση από την πλευρά του δημοσίου (εν προκειμένω της δημοτικής αρχής) των μεγαλύτερων κατά το δυνατόν οφελών για τους πολίτες.
Θα πει κανείς, είναι τόσο δύσκολα να επιτευχθούν όλα αυτά; Όχι, αν η συζήτηση δεν γίνεται προσχηματικά. Όχι, αν στον εκατέρωθεν και με διαφορετικό τρόπο εκδηλούμενο καποιες φορές τσαμπουκά κυριαρχήσει πνεύμα συνεννόησης υπέρ των πολιτών. Διαφορετικά, η σύγκρουση θα διαιωνίζεται, θα είναι όντως φαντασιακή και στο πέρασμα του χρόνου το μόνο σίγουρο θα είναι ότι οι χαμένοι είναι πάντα οι πολίτες.
Υ.Γ. Την παραπάνω σχετικά θεωρητική κι αρκετά υπαινικτική προσέγγιση θα ακολουθήσουν εξειδικευμένες καταθέσεις μετά από επιτόπιο ρεπορτάζ σε Φρεαττύδα και Βοτσαλάκια.
portnet

