Μια μέρα σαν τη σημερινή έφυγε από τη ζωή ο Μήτσος Μυράτ, μια από τις πιο εμβληματικές μορφές του ελληνικού θεάτρου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Υπήρξε ηθοποιός με βαθιά γνώση των μεγάλων υποκριτικών σχολών – της ρομαντικής, της νατουραλιστικής και της συμβολικής – όμως ξεχώρισε ιδιαίτερα στο θέατρο βουλεβάρτου.
Στη μακρόχρονη πορεία του ενσάρκωσε πλήθος διαφορετικών ρόλων, με κορυφαία επιτυχία εκείνους του «γοητευτικού εραστή».
Λεγόταν συχνά – με μια δόση χιούμορ – πως, παρότι κοντός στο ανάστημα, ήταν ο Έλληνας ηθοποιός που φορούσε με τη μεγαλύτερη άνεση το φράκο και πρόφερε το «σ’ αγαπώ» καλύτερα από κάθε άλλον. Η ξεχωριστή φωνή του και το αριστοκρατικό του παρουσιαστικό συμπλήρωναν ιδανικά την παρουσία του στη σκηνή. Ενδεικτικό της απήχησής του στο κοινό ήταν ότι πολλές φορές το θερμό χειροκρότημα τον ανάγκαζε να επαναλαμβάνει μονολόγους – ένα σπάνιο προνόμιο για ηθοποιό της πρόζας.

Μήτσος Μυράτ
Ο Μήτσος Μυράτ, με πραγματικό επώνυμο Μουράτογλου, γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1878 στη Σμύρνη. Μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια και, μετά τον χωρισμό των γονιών του, έζησε με τον πατέρα του. Για ένα διάστημα βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου εργάστηκε ως επιθεωρητής σε λατομείο, προσπαθώντας να αφήσει πίσω του ένα ερωτικό σκάνδαλο που είχε προκαλέσει αίσθηση στη Σμύρνη.
Επιστρέφοντας, δοκίμασε να ασχοληθεί με επιχειρήσεις, όπως και άλλα μέλη της οικογένειάς του, όμως γρήγορα συνειδητοποίησε ότι η πραγματική του κλίση ήταν το θέατρο. Υιοθέτησε το πιο «γαλλικό» επώνυμο Μυράτ και σπούδασε υποκριτική στο Παρίσι και αργότερα στην Αθήνα, στη Βασιλική Δραματική Σχολή και στη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου.
Μετά τη διάλυση της Νέας Σκηνής, το 1907, εντάχθηκε στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, όπου από το 1908 πρωταγωνίστησε και από το 1911 ανέλαβε και καλλιτεχνικός διευθυντής. Από το 1930 έως το 1935 περιόδευσε με δικό του θίασο, ενώ στη συνέχεια έγινε μέλος του Εθνικού Θεάτρου, στο οποίο παρέμεινε μέχρι το 1950. Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε μόνο μία φορά, στην ταινία «Δολάρια και Όνειρα» (1956).

Ο Μήτσος Μυράτ στο «Συρανό ντε Μπερζεράκ» (1912)
Η θεατρική του διαδρομή ξεκίνησε το 1901 με την «Άλκηστη» του Ευριπίδη, όμως ο ρόλος που τον καθιέρωσε ως κορυφαίο ηθοποιό ήταν στην «Αγριόπαπια» του Ίψεν. Η τελευταία του εμφάνιση στη σκηνή έγινε το 1956, στο θέατρο Κοτοπούλη, στο έργο «Σιμούν» του Ανρί Λενορμάν.
Για τον Μυράτ ταίριαζε απόλυτα η φράση του Λουί Ζουβέ πως το θέατρο δεν είναι επάγγελμα αλλά πάθος. Το πάθος αυτό δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ακόμη και μετά την αποχώρησή του από τη σκηνή, συνήθιζε να μαθαίνει απ’ έξω τους ρόλους του γιου του, Δημήτρη, ελπίζοντας πως ίσως κάποτε του δινόταν ξανά η ευκαιρία να ανέβει στη σκηνή.
Παράλληλα με την υποκριτική, ασχολήθηκε και με τη συγγραφή, γράφοντας μυθιστορήματα, οπερέτες και δύο αυτοβιογραφικά βιβλία, τα οποία αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες για το ελληνικό θέατρο του 20ού αιώνα.

Αλέξανδρος, Μιράντα και Μήτσος Μυράτ
Η προσωπική ζωή και οι δύο γάμοι του
Στην προσωπική του ζωή παντρεύτηκε δύο φορές. Από τον γάμο του με την Κυβέλη απέκτησε δύο παιδιά, τη Μιράντα και τον Αλέκο, ενώ από τον δεύτερο γάμο του με τη Χρυσούλα Κοτοπούλη απέκτησε τον Δημήτρη Μυράτ, που ακολούθησε με επιτυχία τα βήματά του στο θέατρο.
Ο Μήτσος Μυράτ πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1964, σε ηλικία 85 ετών, στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Με τον θάνατό του, όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Τύπος της εποχής, έκλεισε ένα ολόκληρο κεφάλαιο του ελληνικού θεάτρου.
Επιμέλεια: Σ.Κρανιώτη
Με πληροφορίες από sansimera.gr

