Μια πρόσφατη επιστημονική παρέμβαση αμφισβητεί τη διαδεδομένη άποψη ότι η νόσος Πάρκινσον προκαλείται κυρίως από τοξική υπερφόρτωση σιδήρου στον εγκέφαλο. Αντί για περίσσεια, οι ερευνητές προτείνουν ότι η νόσος μπορεί να χαρακτηρίζεται από λειτουργική έλλειψη σιδήρου: ο συνολικός σίδηρος είναι φυσιολογικός ή αυξημένος, αλλά ο βιολογικά ενεργός σίδηρος, απαραίτητος για τη λειτουργία των νευρώνων, δεν είναι επαρκώς διαθέσιμος.

Παρότι η αυξημένη εναπόθεση σιδήρου στη μέλαινα ουσία έχει τεκμηριωθεί εδώ και δεκαετίες, κλινικές δοκιμές με χηλίωση σιδήρου έδειξαν απρόσμενη επιδείνωση των συμπτωμάτων, ιδιαίτερα σε ασθενείς στα αρχικά στάδια της νόσου. Το εύρημα αυτό υπονομεύει τη θεωρία της σιδηροτοξικότητας.

Ο σίδηρος είναι κρίσιμος για ένζυμα όπως η τυροσίνη-υδροξυλάση, που ξεκινά τη σύνθεση της ντοπαμίνης, αλλά και για τη μιτοχονδριακή παραγωγή ενέργειας. Αν ο σίδηρος παραμένει δεσμευμένος σε αδρανείς μορφές ή παγιδευμένος σε κυτταρικά διαμερίσματα, οι ντοπαμινεργικοί νευρώνες μπορεί να «πεινούν» από σίδηρο, ακόμη κι αν οι απεικονιστικές εξετάσεις δείχνουν αυξημένα επίπεδα. Οι τεχνικές αυτές δεν διακρίνουν τον λειτουργικό από τον μη αξιοποιήσιμο σίδηρο, γεγονός που μπορεί να δημιουργεί παραπλανητική εικόνα υπερφόρτωσης.

Πειραματικά δεδομένα, γενετικά μοντέλα και επιδημιολογικές παρατηρήσεις, όπως η συσχέτιση αναιμίας με αυξημένο κίνδυνο Πάρκινσον, ενισχύουν το σενάριο της λειτουργικής έλλειψης. Συνολικά, η νέα αυτή προσέγγιση υποδηλώνει ότι η θεραπευτική στόχευση ίσως πρέπει να μετατοπιστεί από την απομάκρυνση του σιδήρου στην αποκατάσταση της βιοδιαθεσιμότητάς του, με προσεκτική προσαρμογή στο στάδιο της νόσου.

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης