Γνωμοδότηση Αρείου Πάγου: Αντισυνταγματική η πρόβλεψη για την παρουσία εισαγγελέα στις δημόσιες συγκεντρώσεις

Πρώτη καταχώρηση: Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020, 13:32
Γνωμοδότηση Αρείου Πάγου: Αντισυνταγματική η πρόβλεψη για την παρουσία εισαγγελέα στις δημόσιες συγκεντρώσεις

Ισχυρό «ανάχωμα» στην εφαρμογή του περιβόητου νόμου για τις συγκεντρώσεις, αποτελεί η γνωμοδότηση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Δημ. Παπαγεωργίου που χαρακτηρίζει ευθέως αντισυνταγματική τη διάταξη περί της παρουσίας εισαγγελέα σε δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις με αποφασιστικό λόγο για τη διάλυσή τους.

«Σύμφωνα με το άρθρο 89 του Συντάγματος απαγορεύεται η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς», τονίζει στη γνωμοδότησή του προς τους εισαγγελείς όλης της χώρας ο κ. Παπαγεωργίου, προτείνοντας τη μετατροπή ή «θεραπεία» της διάταξης του νέου νόμου 4703/2020  που ορίζει την παρουσία εισαγγελικού λειτουργού σε δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις. Και αυτό γιατί, όπως αναφέρει η γνωμοδότηση, αποτελεί διοικητική πράξη η «σύμφωνη γνώμη» του εισαγγελέα που κρίνεται αναγκαία από το νόμο, για την απόφαση της αστυνομικής ή  λιμενικής αρχής περί της διάλυσης της συνάθροισης.

Ύστερα από ερώτημα που απηύθυνε στον Άρειο Πάγο, ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών της Αθήνας, ο αντεισαγγελέας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το θέμα της συνταγματικότητας της εν λόγω διάταξης, τονίζει ότι «υπό το νέο συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου γνωμοδότησε ότι η συμμετοχή εισαγγελικών λειτουργών στην επιτροπή που συγκροτείται ενόψει δημόσιας υπαίθριας συναθροίσεως δεν επιτρέπεται διότι αντίκειται στις διατάξεις του αναθεωρημένου άρθρου 89 του Συντάγματος».

Όπως αναφέρεται στη γνωμοδότηση, ο συγκεκριμένος νόμος ορίζει πως  «αρμόδια για τη διάλυση δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι η κατά τόπον αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή με σύμφωνη γνώμη του παριστάμενου αρμόδιου εισαγγελέα Πρωτοδικών. Σε κατεπείγουσες και σοβαρές περιπτώσεις διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας και ιδίως, σε περιπτώσεις διάπραξης εγκλημάτων κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας ή σε περιπτώσεις γενικευμένων επεισοδίων, εφόσον δεν παρίσταται αρμόδιος εισαγγελέας πρωτοδικών, η απόφαση διάλυσης της συνάθροισης λαμβάνεται από τον επικεφαλής της αστυνομικής ή λιμενικής δύναμης με παράλληλη αμελλητί ενημέρωση του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών».

Ο κ. Παπαγεωργίου αναφέρει ότι «στο μέτρο, λοιπόν, που η διάταξη του άρθρου 10 § 3 Ν.4703/2020 αντίκειται στην απαγόρευση του άρθρου 89 § 3 του Συντάγματος, ανακύπτει (συνταγματικό) εμπόδιο για την εφαρμογή του από τους εισαγγελικούς λειτουργούς, το δε πρόβλημα συνταγματικής ασυμβατότητας, που τόσο νωρίς αναφαίνεται, μπορεί να διαγνωσθεί στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου της αντισυνταγματικότητας του νόμου κατά το άρθρο 93 § 4 του Συντάγματος (βλ. Αντ.Μανιτάκη, Κράτος Δικαίου και Δικαστικός Έλεγχος της Συνταγματικότητας, τ.Ι, 1994, σελ.357 επ.) και να «θεραπευθεί» με νομοθετική τροποποίηση της επίμαχης διατάξεως». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη γνωμοδότηση,  «από τη διατύπωση της νέας αυτής ρύθμισης ευθέως προκύπτει προβληματισμός αναφορικά με τη συνταγματικότητα της προβλεπόμενης αρμοδιότητας του εισαγγελέα πρωτοδικών, του οποίου η «σύμφωνη γνώμη» είναι αναγκαία για την απόφαση της αστυνομικής ή λιμενικής αρχής περί διαλύσεως της υπαίθριας συναθροίσεως. Το θέμα αυτό δεν θίγεται ούτε στην Αιτιολογική Έκθεση του σχεδίου νόμου ούτε στην από 7-7-2020 Έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, προφανώς διότι το αρχικό νομοσχέδιο δεν είχε αυτή τη μορφή όταν κατατέθηκε στο Κοινοβούλιο. Κατά τους κανόνες του Διοικητικού Δικαίου, στην περίπτωση που προβλέπεται υποχρεωτική σύμφωνη γνώμη, το αποφασίζον όργανο δεν δικαιούται να αποφασίσει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του συμβουλευτικού, από την οποία δεσμεύεται (βλ. Π.Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, τ.α', 1977, σελ.143 και Επ.Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιον Διοικητικού Δικαίου, β' εκδ. 1981, σελ.140), δηλαδή κατ’ ουσίαν η εφαρμογή του νόμου έχει ανατεθεί στο γνωμοδοτικό όργανο, του οποίου η (αρνητική) γνωμοδότηση έχει άμεση νομική ισχύ και αποτελεί διοικητική πράξη»

Άλλωστε, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ξεκαθαρίζει πως είναι καθήκον του εισαγγελέα να παρίσταται σε σοβαρές περιπτώσεις, σε δημόσιες συγκεντρώσεις για τον έλεγχο της νομιμότητας προς κάθε κατεύθυνση. « Ως προς την υποχρέωση του εισαγγελέα να παρίσταται κατά την εξέλιξη δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης, είναι εμφανές ότι ο νόμος (άρθρο 10 § 3 Ν.4703/2020) την συναρτά με την ανάγκη να διατυπώνει την (υποχρεωτική) σύμφωνη γνώμη του για την απόφαση διάλυσης, ζήτημα που, όπως προεκτέθηκε, καθιστά τη σχετική ρύθμιση μη εναρμονιζόμενη με το άρθρο 89 του Συντάγματος. Συνεπώς, η αναγκαιότητα της παρουσίας του εισαγγελέα, κατά τη γνώμη μας, θα κριθεί από το πλαίσιο των διατάξεων που συνθέτουν τη λειτουργική αποστολή του: ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών έχει δικαίωμα, αλλά και καθήκον (όταν, κατά την έμφρονα εισαγγελική κρίση, η σοβαρότητα των περιστάσεων το επιβάλλει), να παρίσταται σε κάθε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση για την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία των πολιτών και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης, καθώς και για την εποπτεία και τον έλεγχο των αστυνομικών αρχών αναφορικά με την πρόληψη και τη δίωξη των εγκλημάτων»

Τελευταία ενημέρωση: Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020, 13:32