Ξεκίνησε σήμερα στο δικαστικό συγκρότημα των φυλακών Μαρμαρά στη Σηλυβρία η πρώτη ακροαματική διαδικασία στη δίκη για «πολιτική κατασκοπεία» που έχει προκαλέσει νέο κύμα πολιτικής έντασης στην Τουρκία, με βασικούς κατηγορούμενους τον παυθέντα δήμαρχο Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, τον στενό συνεργάτη και σύμβουλό του Νετζατί Οζκάν και τον δημοσιογράφο Μερντάν Γιαναρντάγ, διευθυντή του αντιπολιτευόμενου τηλεοπτικού δικτύου TELE1.

Η υπόθεση εκδικάζεται ενώπιον του 25ου Κακουργιοδικείου Κωνσταντινούπολης και θεωρείται από την τουρκική αντιπολίτευση μία από τις σοβαρότερες πολιτικές διώξεις των τελευταίων ετών, καθώς συνδέεται άμεσα με τον βασικό πολιτικό αντίπαλο του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης, η έρευνα αφορά την περίοδο 2019-2025 και επικεντρώνεται σε ισχυρισμούς περί διαρροής προσωπικών δεδομένων πολιτών μέσω υποδομών που φέρεται να σχετίζονται με τον Μητροπολιτικό Δήμο Κωνσταντινούπολης. Οι εισαγγελικές αρχές υποστηρίζουν ότι τα δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν για πολιτικές αναλύσεις και εκλογικές στρατηγικές υπέρ του Ιμάμογλου στις δημοτικές εκλογές του 2019.

Το κατηγορητήριο, που σύμφωνα με τουρκικά μέσα ξεπερνά τις 160 σελίδες, στηρίζεται κυρίως σε ψηφιακό υλικό, τηλεφωνικές επικοινωνίες και καταθέσεις του επιχειρηματία Χουσεΐν Γκιουν, ο οποίος συνελήφθη αρχικά με κατηγορίες κατασκοπείας και φέρεται να συνεργάζεται πλέον με τις αρχές στο πλαίσιο ευνοϊκής μεταχείρισης.

Η εισαγγελία ισχυρίζεται ότι ο Γκιουν διατηρούσε επαφές με πρόσωπα που συνδέονται με ξένες υπηρεσίες πληροφοριών από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενώ σε ψηφιακά αρχεία που κατασχέθηκαν φέρονται να εντοπίστηκαν φωτογραφίες στρατιωτικού εξοπλισμού, ξένα διαβατήρια και κρυπτογραφημένες επικοινωνίες.

Ωστόσο, αντιπολιτευόμενα τουρκικά μέσα κάνουν λόγο για «πολιτική εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης» και για ένα κατηγορητήριο που στηρίζεται κυρίως σε ερμηνείες και έμμεσες συνδέσεις, χωρίς σαφή αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν πράξεις κατασκοπείας.

Ιδιαίτερη αίσθηση έχει προκαλέσει στην Τουρκία και η εμπλοκή του Μερντάν Γιαναρντάγ, καθώς το TELE1 θεωρείται ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα που ασκούν ανοιχτή κριτική στον Ερντογάν.

Αντιπολιτευόμενα μέσα υποστήριξαν ότι μετά τη σύλληψή του πραγματοποιήθηκαν έρευνες στις εγκαταστάσεις του καναλιού, ενώ υπήρξαν ακόμη και πληροφορίες περί διορισμού κρατικού επιτρόπου στο δίκτυο.

Οι κατηγορούμενοι απορρίπτουν πλήρως τις κατηγορίες. Ο Ιμάμογλου έχει δηλώσει ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τον Χουσεΐν Γκιουν και ότι η μοναδική κοινή φωτογραφία τους τραβήχτηκε σε δημόσια εκδήλωση. Παράλληλα, ο Νετζατί Οζκάν υποστήριξε ότι οι επαφές του με τον επιχειρηματία ήταν «περιορισμένες και απολύτως τυπικές», ενώ ο Γιαναρντάγ έκανε λόγο για «κατηγορητήριο βασισμένο σε πολιτικές υποθέσεις και όχι σε αποδείξεις».

Η υπόθεση βασίζεται στο άρθρο 328 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα περί πολιτικής και στρατιωτικής κατασκοπείας, το οποίο προβλέπει βαριές ποινές κάθειρξης για την απόκτηση ή διαβίβαση πληροφοριών που θεωρούνται κρίσιμες για την κρατική ασφάλεια ή τα πολιτικά συμφέροντα της χώρας.

Για τον Ιμάμογλου, η δίκη αποκτά και σαφή πολιτική διάσταση, καθώς η εισαγγελία ζητεί εκτός από πολυετείς ποινές κάθειρξης και πολιτική απαγόρευση, εξέλιξη που θα μπορούσε να τον αποκλείσει από μελλοντική προεδρική υποψηφιότητα. Αντιπολιτευόμενα μέσα και στελέχη του CHP υποστηρίζουν ότι η υπόθεση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική εξουδετέρωσης του δημοφιλέστερου αντιπάλου του Ερντογάν ενόψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων.

 

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης