Με το Χρήστο Ψωμόπουλο έχει τύχει να συναντηθούμε αρκετές φορές κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Όπως εκείνο το θερμό καλοκαίρι του 2007 όταν κρατώντας ένα χαρτοφύλακα ανά χείρας έτρεχε από δικαστήριο σε δικαστήριο προκειμένου να συντονίσει τον τιτάνιο δικαστικό αγώνα της αγαπημένης του (τότε) Άννας Βίσση με την εταιρεία παραγωγής Polyvideo.
Έχουμε μιλήσει ακόμα περισσότερες φορές στο τηλέφωνο, για διάφορα «ζητήματα», όχι και τόσο ευχάριστα…

Είναι ίσως η πρώτη φορά που από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ακούγεται τόσο κουρασμένος, απογοητευμένος, αλλά και συνάμα αποφασισμένος.«Τουλάχιστον εδώ μέσα έχω το χρόνο να σκεφτώ για τη ζωή μου. Να κάνω μια μικρή ανασκόπηση και να εκτιμήσω και πάλι την ελευθερία. Και πίστεψέ με κάνω πολύ σκληρή αυτοκριτική και έχω πάρει αποφάσεις. Σημαντικές αποφάσεις», επαναλαμβάνει κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας.
Ακόμα και σήμερα, σχεδόν ένα μήνα μετά την ξαφνική «μετάβασή» του από τη Ναυτική Βάση «Κανελλόπουλος» στις Στρατιωτικές Φυλακές της Κορίνθου, ο «διάσημος» ναύτης εξακολουθεί να πιστεύει ότι βιώνει έναν «εφιάλτη» από τον οποίο κάποια στιγμή θα ξυπνήσει.
Ότι πρωταγωνιστεί σε ένα κακογραμμένο σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Και ότι όταν ο «σκηνοθέτης» δώσει το σήμα για το «break» εκείνος θα «αποδράσει» από τις «σκοτεινές» Στρατιωτικές Φυλακές και θα επανέλθει στη κανονική του ζωή.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα του ένθετου Piazza της εφημερίδας Veto, ο Χρήστος Ψωμόπουλος δήλωσε: «Εκείνη την καταραμένη Πέμπτη της 29ης Απριλίου περίμενα να πάρω την άδειά μου όταν πληροφορήθηκα από τον διοικητή μου ότι πρέπει να εκτελεστεί η Μεταγωγή μου από τη Ναυτονομία στις Στρατιωτικές Φυλακές Κορίνθου εξαιτίας της απόφασης που είχε κοινοποιηθεί από την εισαγγελία.
Στην αρχή δεν πανικοβλήθηκα, καθώς είχα τη διαβεβαίωση από τους δικηγόρους μου ότι η ποινή θα μετατρεπόταν σε χρηματική. Στη συνέχεια, όμως και αφού είχα ήδη μεταχθεί στην Κόρινθο πληροφορήθηκα ότι το δικαστήριο για την μετατροπή της ποινής θα γινόταν την επόμενη ημέρα, Παρασκευή 30 Απριλίου. Όταν βέβαια πληροφορήθηκα ότι η πρόεδρος απέρριψε το αίτημα, «πάγωσα».
Οι πρώτες ημέρες εδώ μέσα κυλούσαν εφιαλτικά. Ήμουν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Σιγά, σιγά όμως επανήλθα. Μέχρι και μπάσκετ παίζω τώρα. Εντάξει μωρέ καλός είμαι», λέει γελώντας.

Η κουβέντα πηγαίνει στο «ζουμί» της υπόθεσης. Τις καταγγελίες του επιχειρηματία του Θεόδωρου Τσουρεκά για τα απλήρωτα ηχοσυστήματα, τις ακάλυπτες επιταγές, τον εκβιασμό και τους «μπράβους» που (κατηγορείται πως) έβαλε μαζί με τον αδελφό του, Διονύση, προκειμένου να τον τρομοκρατήσουν κολλώντας του περίστροφα στον κρόταφο.
«Κάνεις πλάκα; Καταρχάς ούτε μπράβους έχω, ούτε πιστόλια. Και όταν έγινε η συγκεκριμένη ιστορία ήμουν μόλις 19 ετών. Είναι δυνατόν να εκβίαζα εγώ; Είμαι παντελώς αθώος και πρόκειται για ένα κακογραμμένο σενάριο, το οποίο πληρώνω πολύ ακριβά μόνο και μόνο επειδή το θεωρούσα τόσο αστείο και δεν έδωσα τη δέουσα σημασία», απαντάει.
Η αλήθεια που ξεδιπλώνει ο νεαρός επιχειρηματίας απέχει παρασάγγας από εκείνη που ξεδίπλωσε ο αντίδικός του αλλά και από την απόφαση του δικαστηρίου. «Εγώ δεν είμαι ο θύτης αλλά το θύμα της υπόθεσης», επαναλαμβάνει ξεφυσώντας.
Υποστηρίζει ότι με τον Θεόδωρο Τσουρεκά γνωρίστηκε το 1999 όταν ο αντίδικός του πληροφορήθηκε (μέσω ενός κοινού γνωστού, εμπόρου αυτοκινήτων) ότι πουλούσε μια Porsche Carrera 933 και ενδιαφέρθηκε να την αγοράσει. Πήγαν μαζί στην αντιπροσωπεία της Porsche όπου και -ισχυρίζεται- έμαθε ότι ο «υποψήφιος αγοραστής» εμπορεύεται συστήματα ήχου και εικόνας.
«Του είπα ότι ασχολούμαι με το στήσιμο ενός ηχοσυστήματος υψηλής τεχνολογίας και με προσκάλεσε στο κατάστημά του. Πήγα μετά από λίγο καιρό, μαζί με τον αδερφό μου. Eκεί είδα κάποια μηχανήματα που με ενδιέφεραν καθώς ήθελα να αναβαθμίσω τα ήδη υπάρχοντα. Τότε εκείνος μας πρότεινε να κάνουμε μια συναλλαγή «είδος με είδος», δηλαδή να πατσίσει την αξία του αυτοκινήτου με τα ηχοσυστήματα.
Εμείς δεχτήκαμε. Όλα τα άλλα που ακούγονται ότι τα πήραμε και δεν πληρώσαμε, ότι δώσαμε ακάλυπτες επιταγές, είναι αστεία. Είναι δυνατόν να είχα προπληρώσει αυτοκίνητα αξίας 200 εκατομμυρίων ευρώ (σ.σ. αναφέρεται σε δυο Ferrari Spider) να έχω ήδη στο σπίτι μου Home Cinema αξίας150 εκατομμυρίων δραχμών και να προσπαθήσω να πάρω άλλα μηχανήματα «τσάμπα»; Δεν συνάδει ούτε με τη λογική αυτό το πράγμα».
Ο νεαρός επιχειρηματίας επισημαίνει ότι το «deal» για την ανταλλαγή αυτοκινήτου με ηχοσυστήματα έκλεισε σε εκείνη τη συνάντηση. Ο Θεόδωρος Τσουρεκάς παρέλαβε την Porsche και άρχισε σιγά-σιγά να τους παραδίδει τα μηχανήματα ήχου, αλλά λίγο καιρό αργότερα έκανε… νερά υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να δικαιολογήσει το τεκμήριο των 3.600 κυβικών και προτείνοντας να το μεταβιβάσουν στην αδερφή του.
Σύμφωνα με τον κρατούμενο ναύτη, ο αντίδικος του κυκλοφορούσε ήδη δύο μήνες με την Porsche του όταν ζήτησε να ακυρωθεί το «deal» καθώς δεν μπορούσε να δικαιολογήσει το τεκμήριο του αυτοκινήτου. «Του είπαμε να επιστρέψουμε τα μηχανήματα αλλά δεν δέχτηκε καθώς θεωρούνταν μεταχειρισμένα. Ζήτησε να καλύψουμε το 50% της αξίας τους και να τα επιστρέψουμε. Αλλά στη συνέχεια επανήλθε με νέα πρόταση συνδιαλλαγής».
Όπως ισχυρίζεται ο Χρήστος Ψωμόπουλος ο επιχειρηματίας ηχοσυστημάτων τους ζήτησε να «πατσίσουν» αγοράζοντας ένα διαμέρισμα από εκείνα που κατασκεύαζαν, προθυμοποιήθηκε να πάρει δάνειο για να καλύψει τη διαφορά και τελικά παρακάλεσε τα δυο αδέρφια να τον διευκολύνουν με επιταγές με τις οποίες θα συντηρούσε την ταμειακή ρευστότητα της επιχείρησής του έως ότου ολοκληρωθεί η συμφωνία.
«Όμως μας κορόιδεψε. Μετά από μερικούς μήνες ακύρωσε και αυτή τη συμφωνία και μας άφησε στα κρύα του λουτρού με τα μηχανήματα. Ουσιαστικά μας εκβίαζε καθώς είχε αποσπάσει τις επιταγές μας», λέει.
Η επόμενη ερώτηση είναι σαφής: «Αποπλήρωσες το ποσό των επιταγών; Και αν ναι γιατί μπλέχτηκες στην υπόθεση; Γιατί καταδικάστηκες αφού αρνείσαι τα πάντα;».
«Έτρεχα για τους άλλους και όχι για εμένα»
Παίρνει βαθιά ανάσα. «Σημείωσε τα όσα θα σου πω», λέει ψιθυριστά. «Πρόκειται για καραμπινάτο στήσιμο. Υποτίθεται ότι τον χτυπήσαμε. Πώς λοιπόν εμφανίσθηκε μετά από ξυλοδαρμό και απειλές ατσαλάκωτος στο Αστυνομικό Τμήμα έχοντας μάλιστα μαζί του τις φωτοτυπίες των επιταγών; Γιατί δεν κάλεσε κατευθείαν την Άμεσο Δράση να μας συλλάβει όλους; Και πώς γίνεται να του αρπάξαμε τις επιταγές και να είχε προλάβει να βγάλει φωτοτυπίες; Στο ξαναείπα. Ζητούσε τόκους υψηλούς, ούτε καν τους νόμιμους. Αλλά έχω ευθύνη και εγώ. Μια ζωή έτρεχα συνέχεια για τους άλλους και όχι για τον εαυτό μου. Είναι ένα από τα λάθη που έχω κάνει και για το οποίο μετανιώνω. Έδωσα τόσα πολλά στους ανθρώπους γύρω μου και δεν διέθεσα ούτε ένα μικρό κομματάκι για τον εαυτό μου. Η αλήθεια είναι ότι στο Πρωτόδικο δικαστήριο επαναπαύτηκα. Δεν πίστευα ότι θα καταδικασθώ και τελικά την πάτησα. Το τι έγινε στο Εφετείο το ξέρεις καλά. Δεν παρουσιάσθηκα επειδή περνούσα τη διαδικασία του Ναυτοδικείου. Επειδή ήμουν ανυπότακτος εν καιρώ ειρήνης, τότε που βρισκόμουν στο Λος Άντζελες και δεν είχα λάβει την κλήση. Δεν μπορούσα να πάω για αντικειμενικούς λόγους».
Τον διακόπτω, υπενθυμίζοντάς του κάτι άλλο. Ότι την ημέρα εκδίκασης της υπόθεσής του σε δεύτερο βαθμό εκείνος έτρεχε στο Αυτόφωρο αλληλομηνυόμενος με την Τζούλια Αλεξανδράτου. Δεν θέλει καν, όπως μου λέει, να προφέρει το όνομά της. «Ναι, σου είπα, ήταν λάθος μου που έτρεχα για λάθος άτομα», απαντάει.
Λίγο πριν ολοκληρωθεί η συζήτηση του κάνω μια τελευταία ερώτηση: «Εσύ όντως έχεις τρέξει στο παρελθόν για διάφορες σχέσεις αλλά και φίλους σου. Τώρα σου συμπαραστέκονται εκείνοι;».
«Σε παραπέμπω στο τραγούδι των Πυξ Λαξ «Για τις παλιές αγάπες μην μιλάς». Η ανθρώπινη συμπαράσταση σε μια δύσκολη στιγμή είναι στη λογική και κρίση του καθενός. Δεν μπορώ να το απαιτήσω εγώ όπως και από εμένα δεν το απαίτησε κανείς. Εγώ ένοιωθα και το έκανα σαν φίλος. Ήμουν δυνατός και αυτό έμπαινε μπροστά. Τώρα το ποιος είναι ο άλλος δεν το ξέρω. Πάντως οι μοναδικοί με τους οποίους επικοινωνώ είναι η οικογένειά μου και οι δικηγόροι μου. Δεν θέλω να επικοινωνώ με κάποιον άλλο. Η οικογένειά μου ήταν εκείνη που πάντα με συμπαραστεκόταν, που ήταν πάντα στο πλευρό μου», λέει, μάλλον, με παράπονο…

