Η Χρύσα Καψούλη δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Η παρουσία της στο θέατρο είναι ουσιαστική, τόσο ως σκηνοθέτις όσο και ως ηθοποιός. Φέτος σκηνοθετεί την παράσταση «Φαέθων» του Δημήτρη Δημητριάδη, που κάνει πρεμιέρα στις 9 Φεβρουαρίου στο Θέατρο Φούρνος, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μία φορά τη βαθιά της σχέση με το απαιτητικό, πολιτικό και ποιητικό θέατρο.
Μιλώντας για την επιλογή του συγκεκριμένου έργου, η αξιόλογη καλλιτέχνις τονίζει πως πιστεύει βαθιά στην ποίηση και στον ποιητικό λόγο επί σκηνής, αλλά και σε ένα Θέατρο της Σκληρότητας, που δεν χαϊδεύει τον θεατή. Το θέατρο, λέει, οφείλει να αφορά την εποχή του, να θίγει τα κακώς κείμενα, να ταρακουνά και να ξεβολεύει. Να μην αφήνει κανέναν αδιάφορο, να συνεχίζει να τον απασχολεί μετά την έξοδο από την αίθουσα, ακόμη και να επηρεάζει τη ζωή του. Ο Δημήτρης Δημητριάδης, υποστηρίζει, είναι από τους συγγραφείς που δεν επιτρέπουν τον εφησυχασμό. «Τα κείμενά του δεν αφήνουν τον θεατή ήσυχο», λέει χαρακτηριστικά. Και προσθέτει πως η επικαιρότητα του Φαέθοντα είναι σχεδόν τρομακτική, ένα έργο που μιλά για τη σύγκρουση πατέρα και γιου, τη βία και την εξουσία, παραμένει σήμερα καθολικά παρόν.
Το έργο αγγίζει την ενδοοικογενειακή βία και τις συνέπειές της. Η Χρύσα Καψούλη επισημαίνει πως όποιος μεγαλώνει μέσα στον φόβο συχνά δεν τον αναγνωρίζει ως φόβο, γίνεται κανονικότητα, τρόπος ζωής. Η αναγνώριση ξεκινά από κάτι ελάχιστο, μια φράση, μια εικόνα, μια εμπειρία που αποκαλύπτει πως η αγάπη δεν πονά και η εξουσία δεν ταπεινώνει. Δεν πιστεύει στις ηρωικές λύσεις, αλλά στη σταδιακή επαφή με έναν άλλο κόσμο: στους ανθρώπους, στη γνώση, στην τέχνη, ακόμη και σε μια απλή σκέψη για το μέλλον. Στον Φαέθοντα τα παιδιά ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές, άλλοι αντέχουν, άλλοι αμφισβητούν, άλλοι συγκρούονται. Δεν υπάρχει μία σωστή λύση, μόνο η στιγμή που κάποιος συνειδητοποιεί πως δεν του αξίζει να ζει έτσι — και αυτή η στιγμή μπορεί να γίνει η αρχή της αλλαγής.
Για τη Χρύσα Καψούλη, η ανυπακοή και η αντίσταση δεν είναι αφηρημένες έννοιες. Η ζωή είναι αγώνας, λέει, και ακριβώς γι’ αυτό έχει αξία. Ο άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει πού βαδίζει και ποιο ίχνος θέλει να αφήσει πίσω του. Αν δεν αντιστέκεται σε ό,τι θεωρεί άδικο —σε πολιτικό, κοινωνικό ή προσωπικό επίπεδο— η ζωή περνά και χάνεται. Για εκείνη, η ζωή είναι πρωτίστως πολιτική, όπως και το θέατρο. Δηλώνει βαθιά συγκινημένη και οργισμένη από όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο, από την Αμερική έως τη Γάζα και το Ιράν, και εκφράζει τον σεβασμό της σε όσους τολμούν να επαναστατήσουν με κάθε κόστος. Μια τέτοια μορφή αντίστασης ενσαρκώνει και ο Φαέθων.
Πιστεύει ακράδαντα ότι το θέατρο μπορεί να καλλιεργήσει την ενσυναίσθηση και να μετακινήσει τον τρόπο που βλέπουμε τους άλλους. Δεν υποτιμά καμία εργασία εκτός τέχνης, όμως στο θέατρο νιώθει πως έχεις την ευθύνη να πεις κάτι που να μετρά. Να ευαισθητοποιήσεις, να ταράξεις, να παρασύρεις κι άλλους σε μια κοινή κίνηση. Όπως στο Forrest Gump, λέει, όπου ένας άνθρωπος αρχίζει να τρέχει και σιγά σιγά τρέχουν πολλοί μαζί.
Αν έπρεπε να διαλέξει ένα χαρακτηριστικό που τη συνοδεύει, αυτό θα ήταν το πείσμα. Ένα πείσμα κληρονομικό, όπως λέει χαμογελώντας, που περνά από γενιά σε γενιά. Όταν πιστέψει σε κάτι —σε έναν άνθρωπο, ένα έργο, μια ιδέα— προχωρά μέχρι τέλους, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη.
Για το μέλλον δεν μιλά με όρους ονείρων, αλλά με όρους ταξιδιών. Ξεκίνησε στο θέατρο το 1982 και αισθάνεται τυχερή, καθώς πολλά από όσα ονειρευόταν η νεαρή Χρύσα έχουν πραγματοποιηθεί, ίσως και ξεπεραστεί. Η ευχαρίστηση με όσα έχεις, λέει, είναι σημαντική. Και επειδή πιστεύει και στην τύχη, παραμένει ανοιχτή σε ό,τι ο χρόνος επιφυλάσσει.

Χρύσα Καψούλη
Πείτε μας λίγα λόγια για την παράστασή σας «Φαέθων»
Ο Φαέθων του Δημήτρη Δημητριάδη είναι μια σκοτεινή αντιστροφή του αρχαίου μύθου, τοποθετημένη στο ασφυκτικό πλαίσιο μιας αρρωστημένης οικογενειακής συνθήκης. Υπό την απόλυτη κυριαρχία του πατριάρχη Άμνετ Λομ (Χριστόφορος Κώνστας) όλα τα πρόσωπα υποτάσσονται στο όνομα της πίστης και της ηθικής, ενώ η κακοποίηση παραμένει αόρατη, όπως στην αρχαία τραγωδία. Η μητέρα Τζούλι (Μάγδα Κατσιπάνου) και οι κόρες Ανν (Κλέλια Μαμουνάκη) και Μπεθ (Κατερίνα Κέντρου) έχουν εσωτερικεύσει την ενοχή και την τιμωρία, μέχρι τη στιγμή που ο εξουσιαζόμενος γιος Λέλο (Δημήτρης Βουτσής) —παγιδευμένος σ’ ένα βρεφικό καρότσι— αναλαμβάνει να δώσει τη δική του απάντηση στο Αμλετικό δίλημμα «να ζει κανείς ή να μη ζει». Το σαλόνι του σπιτιού μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης Καλού και Κακού, εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, και ο Φαέθων, αντί να συντριβεί, δικαιώνεται και θεοποιείται.
Η παράσταση, παραγωγή της Bonaventura, με σκηνικά, κοστούμια και video από τους Xsquare Design Lab κάνει πρεμιέρα στις 9 Φεβρουαρίου στο Θέατρο Φούρνος.
Γιατί επιλέξατε να σκηνοθετήσετε το συγκεκριμένο κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη και γενικότερα με ποια κριτήρια επιλέγετε κάθε φορά τα έργα που σκηνοθετείτε;
Πιστεύω στην ποίηση και στον ποιητικό λόγο στο θέατρο καθώς επίσης και σε ένα Θέατρο της Σκληρότητας. Θέλω τα λόγια του έργου και το θέμα να μας αφορά. Να υπάρχει ένας σύγχρονος προβληματισμός καθώς επίσης να θίγονται και τα κακώς κείμενα της εποχής μας. Το θεατρικό κείμενο πιστεύω ότι πρέπει να ταρακουνά τον θεατή, να τον ξεβολεύει, να του θέτει ερωτήματα. Να μη βγαίνει από την αίθουσα και να τον απασχολεί κάτι άσχετο αλλά πραγματικά να έχει ταραχτεί από την παράσταση και το έργο, να το σκέφτεται, να τον προβληματίζει και να τον επηρεάζει ακόμη και στη ζωή του αν είναι δυνατόν. Ο Δημήτρης Δημητριάδης είναι ένας τέτοιος συγγραφέας. Τα κείμενά του δεν εφησυχάζουν το θεατή. Αυτός είναι ο λόγος που επιλέξαμε τον Φαέθοντα. Σήμερα το πρωί διάβασα στις ειδήσεις πως ένας γιος σκότωσε τον πατέρα του. Οπότε με αυτή την έννοια σήμερα αυτό το έργο είναι καθολικά επίκαιρο.

«Φαέθων»
Το έργο μεταξύ άλλων μιλάει για την ενδοοικογενειακή βία. Πώς μπορεί κάποιος που έχει μάθει να ζει μέσα στην καταπίεση και τον φόβο, αφενός να αναγνωρίσει το πρόβλημα και αφετέρου να το λύσει;
Όταν κάποιος μεγαλώνει μέσα στον φόβο, δύσκολα τον αναγνωρίζει ως φόβο, γίνεται τρόπος ζωής. Η αναγνώριση αρχίζει συνήθως τη στιγμή που κάτι μικρό μετακινείται: μια φράση, μια εικόνα, μια σχέση που δείχνει πως η αγάπη δεν πονάει και η εξουσία δεν ταπεινώνει. Από εκεί και πέρα, το σημαντικό δεν είναι μια ηρωική πράξη, αλλά η σταδιακή επαφή με τον κόσμο έξω από το κλειστό περιβάλλον της βίας. Άλλοι άνθρωποι, η γνώση, η τέχνη, ακόμη και μια απλή σκέψη για το μέλλον μπορούν να λειτουργήσουν ως στήριγμα. Στον Φαέθοντα, τα παιδιά δεν βρίσκουν τον ίδιο δρόμο: κάποιοι αντέχουν, κάποιοι αμφιβάλλουν, κάποιοι συγκρούονται. Αυτή η διαφορετικότητα δείχνει ότι δεν υπάρχει μία σωστή λύση. Υπάρχει μόνο η στιγμή που κάποιος καταλαβαίνει πως δεν του αξίζει να ζει έτσι — και αυτή η συνειδητοποίηση, όσο εύθραυστη κι αν είναι, μπορεί να γίνει η αρχή της αλλαγής.

Χρύσα Καψούλη
Πού εστιάσατε τη ματιά σας στη σκηνοθεσία και τι σας δυσκόλεψε περισσότερο;
Δεν έχω κριτική ματιά σε αυτό που κατασκευάζω κάθε φορά σε ένα έργο. Όλη μου η ενέργεια και η προσπάθεια είναι η δραματοποίηση να μην προδίδει τον συγγραφέα. Διαβάζω πάρα πολύ καιρό το έργο, με απασχολεί η δομή του και ξεκινάω από το κέντρο του κειμένου, από τον πυρήνα προς τις δύο άκρες. Ο κάθε δημιουργός-σκηνοθέτης έχει το δικό του τρόπο να ερευνά και να χορογραφεί ένα κείμενο. Την ίδια στιγμή είναι και ένα παιχνίδι, όπως ένα διαλυμένο παιδικό αυτοκίνητο το οποίο θέλεις ξανά να συναρμολογήσεις με το δικό σου τρόπο. Απολαμβάνω τη σκηνοθεσία, την κατασκευή μαζί με τους ηθοποιούς, τους σέβομαι όχι μόνο γιατί υπήρξα και είμαι ακόμη ηθοποιός αλλά και γιατί για μένα δεν υπάρχει πιο ιερό από το να βλέπεις ανθρώπους πάνω στη σκηνή οι οποίοι μεταμφιέζονται στα συγκεκριμένα πρόσωπα-ρόλους του κάθε έργου και προσπαθούν να τα δικαιώσουν. Τίποτε δε με δυσκόλεψε. Όταν έχεις επιλέξει τους συνεργάτες σου έχεις και έναν ιδιαίτερο τρόπο να συνεννοείσαι μαζί τους ακόμη και στις πιο απαιτητικές σκηνές. Με τη συγκεκριμένη ομάδα έχουμε κοινή γλώσσα γιατί οι περισσότεροι έχουν υπάρξει μαθητές μου, είναι ανοιχτοί στη διαδικασία και εγώ με τη σειρά μου είμαι δοσμένη σε αυτούς για να αφουγκράζομαι τις ποιότητές τους σχετικά με το πως οι ίδιοι αντιλαμβάνονται τα πρόσωπα του έργου και το ρόλο που ο καθένας αναλαμβάνει να υπηρετήσει.
Η ανυπακοή και η αντίσταση οδηγούν πάντα στην απελευθέρωση;
Η ζωή μας είναι ένας αγώνας και ακριβώς γι’ αυτό είναι και τόσο ωραία. Χρειάζεται να έχεις το ηθικό σθένος για να αντιλαμβάνεσαι το τι είναι η υπακοή και τι η ανυπακοή. Για να είναι ολόκληρος ένας άνθρωπος, μια προσωπικότητα πρέπει να ξέρει που βαδίζει, προς τα που τείνει να πάει και ποιο είναι το ίχνος που πρέπει να αφήσει σε αυτή τη ζωή. Αν δεν αντιστεκόμαστε σε αυτό που πιστεύουμε πως είναι λάθος σε πολιτικό, κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο περνάει η ζωή μας, τη χάνουμε και μάλλον και δεν υπάρχει ίχνος μετά. Για μένα, η ζωή μας είναι πρωτίστως πολιτική. Το θέατρο είναι πολιτικό. Έχουμε υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μας και τους άλλους να αγωνιστούμε για αυτό που πιστεύουμε στον οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Όχι μόνο εγώ αλλά νομίζω όλος ο κόσμος σήμερα θλίβεται, θρηνεί με αυτό που συμβαίνει στην Αμερική, αυτό που συμβαίνει στη Γάζα, αυτό που συμβαίνει στο Ιράν και σέβομαι τους ανθρώπους που αναλαμβάνουν οι ίδιοι με κάθε κόστος να επαναστατήσουν, να φτάσουν στα άκρα για να απελευθερωθούν όχι μόνο οι ίδιοι αλλά και ένα ολόκληρο έθνος. Μια τέτοια προσωπικότητα είναι και ο Φαέθων. Ο Λέλο Λομ.
Μπορεί τελικά το θέατρο μέσα από αντίστοιχα κείμενα να μας βοηθήσει να αποκτήσουμε ενσυναίσθηση και να βελτιωθεί ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τους άλλους;
Θέλω να πιστεύω πως ναι και πως δεν είναι ψευδαίσθηση. Ο καθένας από μας ακολουθεί αυτό που ακράδαντα πιστεύει. Δεν υποτιμώ καθόλου εργασίες που δεν έχουν να κάνουν με την τέχνη, το αντίθετο θα έλεγα. Αλλά εδώ, στο θέατρο, αναλαμβάνεις να πεις κάτι και θέλεις αυτό το κάτι να μετακινήσει βουνά. Είναι τόσο επώδυνο, δύσκολο, ματαιόδοξο να πιστεύεις ότι το κάνεις μόνο για τον εαυτό σου και για μερικούς φίλους. Είναι πολύ σημαντικό ότι για κάποιους μήνες αναλαμβάνεις, υπηρετείς, σκηνοθετείς ένα κείμενο, το πιστεύεις καθολικά, ζεις πρωί μεσημέρι, βράδυ μαζί του και με αυτήν την έννοια θέλεις να ευαισθητοποιήσεις, να ταράξεις, να ταρακουνήσεις και άλλους. Έχω μια εικόνα στο μυαλό μου από το Forrest Gump με τον Τομ Χανκς που άρχισε μια μέρα να τρέχει, την επόμενη μέρα έτρεξε κι άλλος κι άλλος και στο τέλος έτρεξαν πάρα πολλοί μαζί.
Υπάρχει κάποιο έργο που επιθυμείτε να σκηνοθετήσετε;
Υπάρχουν συγγραφείς που θα ήθελα πάρα πολύ να σκηνοθετήσω και που ακόμη δεν έχω αξιωθεί. Δηλαδή δεν είναι εύκολο πάντα να υπάρχουν συνθήκες για το έργο που θα ήθελες να σκηνοθετήσεις να βρεθεί και η αντίστοιχη παραγωγή. Θα ήθελα να κάνω ένα έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη που ακόμη δεν έχω σκηνοθετήσει, θα ήθελα να κάνω ένα έργο του Ανδρέα Στάικου, ένα καινούριο κείμενο που έχω στα χέρια μου του Howard Barker. Είναι ωραίο να φαντάζεσαι κι ας μη συμβεί ποτέ.
Τι θα λέγατε ότι σας χαρακτηρίζει;
Το πείσμα. Το πείσμα μου. Είναι οικογενειακό, το έχω κληρονομήσει από τον πατέρα μου, το κληρονόμησε η κόρη μου και ο εγγονός μου. Θα έλεγε κανείς παρόλο που το ζώδιό μου δεν είναι Ταύρος ότι πάω σαν ταύρος μπροστά, δεν πάω πίσω. Καμιά φορά είναι επώδυνο για τους άλλους αλλά αν πιστέψω σε κάτι: άνθρωπο, έργο, κατάσταση, θα φτάσω ως το τέλος. Δεν αφήνω τίποτα στη μέση και αναλαμβάνω και τις ευθύνες μου.
Tι ονειρεύεστε για την καλλιτεχνική σας διαδρομή;
Δεν ονειρεύομαι. Ονειρεύομαι ταξίδια. Αν τα έργα είναι ταξίδια, ναι, έχω πολλά όνειρα.
Έχω ξεκινήσει στο θέατρο το 1982. Είμαι από τους τυχερούς. Σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό που τότε η νεαρή Χρύσα ονειρευόταν έχει υλοποιηθεί και έχει ξεπεράσει και τις επιθυμίες μου. Είναι πολύ σημαντικό ο άνθρωπος να είναι ευχαριστημένος με αυτό που έχει. Με αυτήν την έννοια υπήρξα πολύ τυχερή και επειδή πιστεύω και στην τύχη είμαι ανοιχτή για αυτό που ο χρόνος θα φέρει.
Yπάρχει κάτι άλλο που ετοιμάζετε φέτος;
Θέλω να κάνω λίγα και καλά. Όλες μου οι δυνάμεις αυτή τη στιγμή έχουν αφοσιωθεί σε αυτό το σπουδαίο έργο που έχω αναλάβει. Μου είναι αρκετό.
Info:
Ερμηνεύουν:
Χριστόφορος Κώνστας (Άμνετ Λομ)
Μάγδα Κατσιπάνου (Τζούλι)
Κατερίνα Κέντρου (Μπεθ)
Κλέλια Μαμουνάκη (Ανν)
Δημήτρης Βουτσής (Λέλο)
Θέατρο Φούρνος, Μαυρομιχάλη 168, Νεάπολη Εξαρχείων
Παραστάσεις: Από τις 9 Φεβρουαρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη μέχρι και 7 Απριλίου 2026
Ώρα έναρξης: 21:00
Διάρκεια: 80 λεπτά

