Ο Νίκος Πανόπουλος, δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη, καθοριστική του συνάντηση με το έργο του Νίκου Κούνδουρου «Η Γέννηση ενός φασίστα – Η απολογία του Θεόφιλου Τσάφου», επιστρέφει στον ίδιο ρόλο, ενσαρκώνοντας ξανά τον Θεόφιλο Τσάφο και γνωρίζοντας εκ νέου μεγάλη αποδοχή από το κοινό.

Ο ταλαντούχος ηθοποιός εξομολογείται στη Ζούγκλα πως η επιστροφή αυτή δεν ήταν τυχαία. Όπως ο ίδιος παραδέχεται, υπήρχαν ακόμη «ανοιχτοί λογαριασμοί» με τον ρόλο, κυρίως σε ερμηνευτικό επίπεδο. Πάνω απ’ όλα, όμως, καθοριστικό κίνητρο υπήρξε το ίδιο το κείμενο του Κούνδουρου, ένα έργο συνταρακτικό, που μοιάζει να συνομιλεί επικίνδυνα με την εποχή μας. Ο φανατισμός, κοινωνικός και πολιτικός, επανέρχεται σήμερα ως ανοιχτή πληγή, με συνέπειες από τις οποίες, όπως λέει, «κανείς δεν φαίνεται τελικά να μας σώζει». Θυμάται μάλιστα τα λόγια του ίδιου του Κούνδουρου στο πρώτο ανέβασμα του έργου το 2011 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, όταν, αναφερόμενος στα χρόνια της Χούντας, είχε πει: «Τίποτα φαίνεται να μην έχει σαλέψει από τότε». Και ο Πανόπουλος συμπληρώνει πικρά πως το ίδιο ισχύει και σήμερα. «Δυστυχώς…».

Η επιτυχία της παράστασης τον γεμίζει χαρά, αλλά όχι εφησυχασμό. Η έννοια της επιτυχίας, όπως εξηγεί, είναι βαριά. Το θέατρο είναι μια διαρκής κατάθεση ψυχής, μια αδιάκοπη μάχη με τον χρόνο, τις αντοχές και τις απαιτήσεις της τέχνης. Η επιτυχία φέρνει ευθύνη: απέναντι στο έργο, απέναντι στην ίδια την έννοια του θεάτρου, απέναντι στον εαυτό σου και στον πήχη που κάθε φορά ανεβάζεις ψηλότερα. Έτσι, η χαρά συχνά υποχωρεί μπροστά στην αγωνία της δουλειάς. Κι όμως, η λύτρωση έρχεται στο τέλος κάθε παράστασης, όταν εξουθενωμένος κλείνει έναν ακόμη κύκλο μάχης πάνω στη σκηνή και ακούει το χειροκρότημα του κοινού. Είναι, όπως λέει, «ο ζωντανός ήχος του θερμού αποδέκτη της αυτοπυρπολούμενης ψυχής σου» — και αυτό είναι ανεκτίμητο.

Η δουλειά πάνω στο έργο, τόσο στο πρώτο ανέβασμα όσο και στην επανάληψη του 2025-26, υπήρξε τεράστια και εξαντλητική. Πρόκειται για ένα βαθιά πολιτικό κείμενο, πολυπρισματικό και δαιδαλώδες, με ισχυρό ψυχολογικό και κοινωνικό υπόβαθρο, εμπνευσμένο από μια πραγματική ιστορία και έναν τραγικό, ακραία διπολικό χαρακτήρα. Ακόμη και λίγες μέρες πριν την περιοδεία, ο ίδιος και η Γιώτα Κουνδουράκη, η σκηνοθέτις του έργου, συνεχίζουν να δουλεύουν λεπτομέρειες: ρυθμούς, παύσεις, εντάσεις, κινήσεις. «Δεν υπάρχει τέλος», τονίζει, όταν η τελειότητα παραμένει μια μάταιη αλλά αναγκαία καλλιτεχνική εμμονή που οδηγεί στη διαρκή αναζήτηση της αλήθειας.

Ο αξιόλογος καλλιτέχνης αναφερόμενος στο όριο ανάμεσα στον εγκληματία και τον «κανονικό» άνθρωπο, είναι κατηγορηματικός: «Δεν υπάρχει όριο». Με εξαίρεση ειδικές κλινικές περιπτώσεις, η βία, το έγκλημα, ακόμη και ο φόνος, μπορούν να προκύψουν σε οποιονδήποτε, ανάλογα με τις περιστάσεις. Η ανθρώπινη φύση, λέει, κουβαλά τη θηριωδία, την αγωνία της επιβίωσης, την αποκάλυψη του έρωτα και την πικρή γνώση του θανάτου — κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η τραγωδία της. Η τέχνη είναι αυτή που δείχνει τον δρόμο προς τον πολιτισμό, προς μια ζωή με περισσότερη αγάπη. Και το ερώτημα μένει ανοιχτό, σχεδόν προκλητικό: την ακούμε άραγε;

Ακόμη ο Νίκος Πανόπουλος αποκαλύπτει τα μελλοντικά του σχέδια καθώς και τι ονειρεύεται για την προσωπική ζωή του και για την καλλιτεχνική του διαδρομή.

Νίκος Πανόπουλος

Τι σας ώθησε 15 χρόνια μετά να επανέλθετε με το έργο του Νίκου Κούνδουρου «Η Γέννηση ενός φασίστα – Η απολογία του Θεόφιλου Τσάφου»;

Το κίνητρο εκτός από τον προκλητικό ρόλο, με τον οποίο είχα μέσα μου ανοιχτούς λογαριασμούς από τότε, ερμηνευτικά, ήταν σίγουρα το ίδιο το κείμενο του συνταρακτικού έργου του Κούνδουρου. Η εποχή που διανύουμε επαναφέρει θεματικά και σαν πρόβλημα το ζήτημα του φανατισμού κοινωνικά και πολιτικά, από τις συνέπειες του οποίου κανείς απ’ ότι φαίνεται τελικά δεν μας σώζει. Έλεγε ο Κούνδουρος, τότε ακόμη, στο πρώτο του ανέβασμα το 2011 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, αναφερόμενος στα χρόνια της Χούντας: “Τίποτα φαίνεται να μην έχει σαλέψει από τότε”… Το ίδιο θα έλεγα κι εγώ, ισχύει και για τώρα. Δυστυχώς…

Νίκος Πανόπουλος

Πώς νιώθετε που και σήμερα το συγκεκριμένο έργο, σημειώνει μεγάλη επιτυχία και εξακολουθεί να συγκινεί το κοινό. Πού κατά τη γνώμη σας οφείλεται η επιτυχία της παράστασης και τι σας γοητεύει σε αυτό το κείμενο;

Το θέμα “επιτυχία” με απασχολεί πολύ ξέρετε, η δουλειά στο θέατρο όμως είναι μία συνεχής κατάθεση, δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς πολλά, όλα τρέχουν γρήγορα κι απαιτούν πάρα πολλά από σένα. Σίγουρα η επιτυχία είναι χαρά, έχει όμως κι ευθύνη. Ευθύνη απέναντι στο έργο, στην έννοια θέατρο, στην τέχνη σου, αλλά και απέναντι στον ίδιο τον εαυτό σου, στον πήχη που κάθε φοράς βάζεις ψηλότερα, να μπορέσεις πάντα να τον φτάσεις. Γι’ αυτό θα έλεγα ότι η χαρά είναι μικρότερη από την αγωνία της δουλειάς. Όμως η λύτρωση που νιώθεις μέσω του ρόλου, κάθε φορά που εξουθενωμένος ολοκληρώνεις τη μάχη μιας ακόμα παράστασης, είναι μοναδική κι έχει τον ζωντανό ήχο του χειροκροτήματος του κόσμου, του θερμού αποδέκτη της αυτοπυρπολούμενης ψυχής σου κι αυτό είναι ανεκτίμητο. Η δουλειά που έχει προηγηθεί όταν πρωτοανέβηκε τόσα χρόνια πριν και στις νέες πρόβες για να ξανανέβει στη επανάληψη του 2025-26 ένα τόσο πολυπρισματικό, δαιδαλώδες κείμενο, ένα βαθιά πολιτικό έργο, με πολύ σοβαρό ψυχολογικό και κοινωνικό υπόβαθρο, εμπνευσμένο από μία πραγματική ιστορία με έναν ακραία διπολικό, τραγικό χαρακτήρα, όπως αυτόν του Θεόφιλου Τσάφου, ήταν τεράστια, εξαντλητική κι ατελείωτη. Ακόμα και σήμερα, λίγες μέρες πριν την περιοδεία, διορθώνουμε η Γιώτα Κουνδουράκη, η εμπνευσμένη, πολύτιμη σκηνοθέτις του έργου κι εγώ λεπτομέρειες, ρυθμούς, μικρές παύσεις, διαβάθμιση της έντασης, λίγο την κίνηση κλπ… Δεν υπάρχει τέλος, όταν η τελειότητα είναι η μάταια καλλιτεχνική εμμονή, που όμως οδηγεί στην διαρκή αναζήτηση της αλήθειας. Η σκηνοθεσία της Γιώτας είναι πλέον κλασική νομίζω μέσα στη σκηνικά λειτουργική της πρωτοπορία και η αισθητική της παράστασης με τα υπέροχα video art του Νίκου Γιαβρόπουλου, εκτοξεύουν όπως φαίνεται ακόμη πιο ψηλά το συνολικό αποτέλεσμα. Η παράσταση είναι νομίζω απόλυτα σύγχρονη και το ίδιο το έργο αποδεικνύεται πιο επίκαιρο οπό ποτέ.

Μιλήστε μας για τον ρόλο σας. Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο και τι σας συγκινεί σε αυτόν;

Ο αντι-ήρωας αυτός είναι ένα τεράστιο αίνιγμα: Ένα πλάσμα όπως ο Θεόφιλος, πότε έχασε την αθωότητά του; Πόσο τραυματική ήταν η παιδική του ηλικία; Πόσο φοβισμένη η εφηβεία του;

Πόσο ανήσυχη και μοναχική η νεανική του ηλικία; Οι αναζητήσεις προκύπτουν με ατελείωτους ρυθμούς, πρέπει να νιώσει ο ηθοποιός τα ψυχικά κενά, τα κόμπλεξ και τα κοινωνικά αδιέξοδα που οδήγησαν έναν νέο, πανέξυπνο άνθρωπο στην ανάγκη να ζει αγκιστρωμένος σε μία ιδεολογική ψευδαίσθηση. Να εξαρτάται η ύπαρξή του από το να νομίζει ότι -πρέπει- να “ανήκει” κάπου, ακόμα κι αν αυτό το κάπου είναι η πιο αυταρχική, νοσηρή και μισάνθρωπη εξουσία. Ποια είναι τα όρια μεταξύ της τρέλας και της λογικής, όταν τα πράγματα αρχίζουν και ξεφεύγουν από τον έλεγχο; Αγάπησε ποτέ πραγματικά κάποιον άλλον αυτός ο άνθρωπος, εκτός από ένα φαντασιακό εαυτό του, ή γεννήθηκε με τον σπόρο του εγκληματία στην ψυχή του και όταν πυροδοτήθηκε από τις περιστάσεις, έγινε δολοφόνος; Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι αμείλικτα κι απανωτά και έπρεπε κάπως να απαντηθούν συνθέτοντας τον ρόλο – όχι για να τον δικαιολογήσω, αλλά για να τον κατανοήσω ως ήρωα. Και κυρίως να τον συμπονέσω, ώστε να μπορέσω να τον υποστηρίξω. Αλλιώς δεν γίνεται, έπρεπε να γίνω, να “είμαι” αυτός…

Στιγμιότυπο από την παράσταση «Η Γέννηση ενός φασίστα – Η απολογία του Θεόφιλου Τσάφου»

Έχετε κοινά στοιχεία με τον ήρωα που υποδύεστε;

Όχι. Απολύτως κανένα. Εκ πρώτης όψεως βέβαια. Γιατί αν το σκεφτείτε καλά, από που πηγάζουν όλα αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία και μάλιστα κάθε φορά προκύπτουν κι άλλα, σε έναν τόσο ακραίο χαρακτήρα, αν όχι από μέσα μου; Ο Θεόφιλος είναι φασίστας και δολοφόνος. Κι ερωτευμένος… Και πολλά άλλα. Εγώ είμαι ο ηθοποιός που τον ερμηνεύει. Στη σκηνή όμως νιώθω ότι αυτός είμαι εγώ. Δεν τον ξεχωρίζω από τον εαυτό μου. Είναι όλα σε μία πολύ λεπτή ισορροπία, ξέρετε… Κι εγώ είμαι και “θέλω να είμαι αντικειμενικός και ψύχραιμος”, όπως λέει κι ο ίδιος σε κάποια στιγμή την ώρα της απολογίας του στο έργο.  Μήπως οι άνθρωποι είμαστε εν δυνάμει τα πάντα τελικά. Μήπως υπάρχουν ΟΛΑ μέσα μας; Κι αυτό σαν σκέψη και μόνο, είναι τρομακτικό.

Ποιο είναι το όριο μεταξύ ενός εγκληματία και ενός κοινού ανθρώπου; Τι καθιστά κάποιον εγκληματία;

Δεν υπάρχει όριο, το έχω ξαναπεί. Εκτός από ειδικές κλινικές περιπτώσεις, που χρειάζονται ιατρική παρακολούθηση. Η βία, το έγκλημα, ο φόνος, μπορούν να προκύψουν στον καθένα από εμάς, ανά πάσα στιγμή, αναλόγως των περιστάσεων. Η φύση του ανθρώπου είναι η θηριωδία, η αγωνία για την επιβίωση, η αποκάλυψη του έρωτα και η πικρή γνώση του θανάτου κι αυτό είναι η τραγωδία του. Η τέχνη μόνο μας δείχνει το δρόμο για να λεγόμαστε πολιτισμένοι. Και να ζούμε με πιο πολλή αγάπη. Την ακούμε όμως;

Πού εστίασε η σκηνοθετική ματιά της Γιώτας Κουνδουράκη

Η Γιώτα Κουνδουράκη είναι μια σπάνια καλλιτέχνις. Είναι η τρίτη φορά που συνεργαζόμαστε μέσα σε 15 χρόνια και σε δύο τελείως διαφορετικά έργα (έχω κάνει και τον “Βάκχο” στο “Θήλυ-Anima-Devi, μια σύγχρονη, ονειρική εκδοχή των Βακχών στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα το 2012-13).  Δεν “μοντερνίζει”. Είναι μοντέρνα. Δεν κάνει πρωτοπορία για την πρωτοπορία. Έχει σύγχρονη ματιά. Όπου το χθες συνομιλεί με το σήμερα και το σήμερα με το αύριο. Άρα αληθινή. Άρα διαχρονική και παντός καιρού. Άρα κλασική. Θέλω να πω, σαν σκηνοθέτις δεν προσπαθεί μάταια και με το ζόρι να σου βάλει τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι γιατί “αυτή είναι η ματιά” της.

Όταν συνειδητοποιεί ότι έχει να κάνει με συνδημιουργό, του αφήνει πρωτοβουλίες κι ελευθερίες. Όχι ασυδοσία όμως. Δουλέψαμε μαζί εξουθενωτικά και πάλι πέρσι το ψυχολογικό υπόβαθρο του ήρωα. Η Γιώτα φτιάχνει ένα ψυχολογικό σύμπαν, μια δραματολογική “τοπογραφία”, έναν ψυχικό “χάρτη” και προσπαθεί να σε εντάξει μέσα σε αυτό το ονειρικό περίκλειστο σύστημα.

Αν είσαι έξυπνος ηθοποιός δεν χάνεις αυτή την ευκαιρία. Να νιώσεις πραγματικά ελεύθερος σε ένα πλήρως ελεγχόμενο περιβάλλον. Αποκαλυπτική εμπειρία για έναν καλλιτέχνη να μπορεί να δημιουργεί χωρίς αυστηρούς εξωτερικούς περιορισμούς, ενώ ταυτόχρονα να μην υπάρχει έλεος στον αυτοέλεγχο επί σκηνής. Να πειθαρχεί σκληρά και την ίδια στιγμή να μην αισθάνεται φυλακισμένος, αλλά πραγματικά απελευθερωμένος, ελαφρύς. Πάνω στη σκηνή νιώθω συχνά να μην πατάω στο έδαφος, να πετάω στο κενό, ακόμα να πέφτω στον γκρεμό στο τέλος, κοιτώντας το κοινό στα μάτια!

Τι ονειρεύεστε για την προσωπική σας ζωή και για την καλλιτεχνική σας διαδρομή;

Ονειρεύομαι μόνο με τα μάτια ανοιχτά. Η ευτυχία είναι σα να κρατάς μια χούφτα άμμο. Πρόσκαιρη. Και μετά πάλι από την αρχή. Δεν μου αρέσει η μοναξιά. Την απεχθάνομαι. Όπως και τον θάνατο τον μισώ, τον αποστρέφομαι, είναι κάτι που με στεναχωρεί πάρα πολύ. Κάθε μορφή θανάτου. Κάθε διάψευση, κάθε προδοσία μου στοιχίζει αφάνταστα, με πληγώνουν ακόμα βαθειά αυτά τα πράγματα, δε μπορώ να τα διαχειριστώ. Θέλω να έχω, όπως τώρα και στο μέλλον, τους λίγους και καλούς αγαπημένους μου φίλους, τους πραγματικούς μου φίλους, να ταξιδεύω πολύ, να συνεχίσω να συνεργάζομαι με αξιόλογους συνεργάτες κι αγαπημένους συναδέλφους σε σημαντικά έργα, θέλω να κάνω τηλεόραση, να κάνω κυρίως και σινεμά, να μην σταματήσω ποτέ να δουλεύω στο θέατρο γιατί αν σταματήσω το θέατρο, θα σταματήσω κι εγώ, αφού μέσα από αυτό υπάρχω, μέσα από την τέχνη μου είμαι τελικά εγώ.

Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας εκτός σκηνής σε κάποιον που θα ενδιαφερόταν να σας γνωρίσει; Τι σας αρέσει να κάνετε όταν δεν εργάζεστε;

Είμαι σχετικά απρόβλεπτος, σε διάθεση, αν και τον περισσότερο καιρό απλά κάπως βαρετός στην πράξη. Μου αρέσει το χουζούρι, το σπίτι, έχω βαρεθεί το πολύ έξω, τα πάρτι κι όλα αυτά. Όμως μέσα μου, είμαι άλλοτε χαρούμενος κι ενθουσιώδης κι άλλοτε δεν θέλω πολύ να εκνευριστώ για κάτι, να στεναχωρηθώ, να κλάψω. Πάντα έτσι ήμουν, αρκετά κυκλοθυμικός. Η δουλειά με ξεσηκώνει μόνο από τη φυσική μου οκνηρία κι εκεί γίνομαι ξαφνικά σαν να με έχεις βάλει στην πρίζα, δεν ξέρω τι παθαίνω. Λατρεύω τα ταξίδια όπως είπα αλλά και τη μαγειρική – με γειώνει απότομα από τα σύννεφα που συνήθως πάω και στρογγυλοκάθομαι! Σάμπως ξέρω κι εγώ ποιος είμαι πραγματικά; Όταν δεν δουλεύω κάνω ποδήλατο, γυμναστική, ακούω μουσική, βλέπω σινεμά, βρίσκομαι με φίλους που τους λατρεύω. Ή απλά… πλήττω, ίσως γιατί έχω μάθει με τα χρόνια να υπάρχω πίσω από ένα ρόλο, να “ζω” άλλες καταστάσεις, λιγότερο συνηθισμένες. Καμιά φορά πρέπει να επανευφεύρω τον εαυτό μου για να τον αντέχω έστω για λίγο εκτός ρόλων κι αυτό είναι κουραστικό αν κι ίσως κάπως αναγκαίο. Όταν δεν δουλεύω τελικά, απλά δεν είμαι και πολύ καλά, για να λέμε την αλήθεια.

Ετοιμάζετε κάτι άλλο;

Υπάρχουν πέντε, ή μάλλον έξι προτάσεις αξιόλογες για το άμεσο μέλλον, δεν έχω όμως καταλήξει ακόμη. Ένα από τα έργα είναι πλέον κλασικό, του γερμανικού εξπρεσιονισμού και ένα άλλο είναι σύγχρονο πολιτικό -ψυχολογικό δράμα… Πρέπει να εξετάσω ένα-ένα τα πρότζεκτ, να διαβάσω καλά όλα τα έργα, τις συνθήκες, τις συγκυρίες κι όταν το ένστικτό μου χτυπήσει καμπανάκι, θα πάρω την τελική μου απόφαση. Πιστεύω όμως ότι αυτή θα ανακοινωθεί αρκετά σύντομα.

Προς το παρόν συνεχίζουμε στη νέα χρονιά με τη «Γέννηση ενός φασίστα» του Νίκου Κούνδουρου, σε σκηνοθεσία Γιώτας Κουνδουράκη, στο Θέατρο Μικρός Κεραμεικός, για δύο ακόμα παραστάσεις, Τετάρτη 7 και 14/1 2026 στις 21:15 και παράλληλα αρχίζουμε περιοδεία με το ίδιο έργο σε διάφορα σε θέατρα της Ελλάδας, όπως: Δημοτικό Θέατρο Μυτιλήνης, 12/01/2026 20:00, Θεσσαλονίκη Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς (Μελίνα Μερκούρη) 21/01/2026 21:00, Βόλος, Κέντρο Πολιτισμού και Τεχνών “Θεατρίνη”, 22/01/2026 21:00.

Info

Δύο ακόμα παραστάσεις, Τετάρτη 7 και 14/1 2026 στις 21:15 στον Μικρό Κεραμεικό.

Περιοδεία με το ίδιο έργο σε διάφορα σε θέατρα της Ελλάδας, όπως: Δημοτικό Θέατρο Μυτιλήνης, 12/01/2026 20:00, Θεσσαλονίκη Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς (Μελίνα Μερκούρη) 21/01/2026 21:00, Βόλος, Κέντρο Πολιτισμού και Τεχνών “Θεατρίνη”, 22/01/2026 21:00.

 

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης