Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του zougla.gr στην GoogleΘλίψη στον κόσμο της ιταλικής μουσικής και των γραμμάτων προκάλεσε η είδηση του θανάτου του σπουδαίου τραγουδοποιού, συγγραφέα και ηθοποιού Φραντσέσκο Γκουτσίνι, σε ηλικία 86 ετών.
Ο εκλιπών, που σφράγισε με τους ποιητικούς και κοινωνικά στρατευμένους στίχους του πάνω από πέντε δεκαετίες καλλιτεχνικής διαδρομής, πέθανε σήμερα Πέμπτη 6 Αυγούστου.
Ο Φραντσέσκο Γκουτσίνι έφυγε, αφήνοντας πίσω τη σύζυγό του Ραφαέλα Ζουκάρι (με την οποία παντρεύτηκε το 2011) και την κόρη του Τερέζα (από τον προηγούμενο δεσμό του με την Άντζελα).
Η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί σε στενό οικογενειακό κύκλο, ενώ τον Σεπτέμβριο προγραμματίζεται δημόσια εκδήλωση για να τιμηθεί η μνήμη του.
Τα νεανικά χρόνια, η Παβάνα και οι πρώτες επιρροές
Ο Γκουτσίνι γεννήθηκε στη Μόντενα στις 14 Ιουνίου 1940.
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όσο ο πατέρας του Φερούτσιο υπηρετούσε στον στρατό, ο μικρός Φραντσέσκο μετακόμισε με τη μητέρα του Έστερ στο ορεινό χωριό Παβάνα των Απεννίνων Όρεων στη βόρεια Τοσκάνη.
Τα χρόνια που έζησε εκεί, μέσα στην αρχαϊκή ορεινή κοινωνία της Κεντρικής Ιταλίας, αποτέλεσαν τη βαθύτερη πηγή έμπνευσης για όλη τη μετέπειτα καριέρα του, τροφοδοτώντας τους στίχους και τα μυθιστορήματά του.
Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψε στη Μόντενα, όπου φοίτησε στο Istituto Magistrale Carlo Sigonio, στο ίδιο σχολείο με τον Λουτσιάνο Παβαρότι και αποφοίτησε το 1958.
Αν και η πόλη τον ενέπνευσε για το τραγούδι «Piccola Città», ο ίδιος περιέγραψε τη Μόντενα των εφηβικών του χρόνων ως «έναν παράξενο εχθρό» λόγω του επαρχιωτισμού της.
Εργάστηκε για λίγο ως δάσκαλος στο Πέζαρο, δημοσιογράφος στην Gazzetta di Modena, όπου η συνέντευξη με τον Ντομένικο Μοντούνιο το 1960 τον ώθησε να γράψει το πρώτο του τραγούδι «L’antisociale» και στη συνέχεια μετακόμισε στην Μπολόνια για να σπουδάσει ξένες γλώσσες. Παράλληλα, εργάστηκε επί δύο δεκαετίες (1965-1985) ως καθηγητής ιταλικών στο Dickinson College της Μπολόνια.
Η καταξίωση στη μουσική: Από το «Folk beat n. 1» στο σημείο καμπής του «Radici»
Η δισκογραφική του διαδρομή ξεκίνησε επίσημα τον Μάρτιο του 1967 με το άλμπουμ Folk beat n. 1, το οποίο περιλάμβανε εμβληματικά κομμάτια όπως το «Auschwitz» και το «Canzone per un’amica».
Ωστόσο, το μεγάλο σημείο καμπής στην καριέρα του ήρθε το 1972 με το άλμπουμ Radici («Ρίζες»). Στο εξώφυλλο απεικονίζονταν οι παππούδες του έξω από το ορεινό τους σπίτι, ενώ το άλμπουμ περιείχε διαχρονικά τραγούδια όπως:
- «La locomotiva»: Ένα τραγούδι εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία του αναρχικού Pietro Rigosi, που έγινε ύμνος για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ελευθερία.
- «Incontro», «Il vecchio e il bambino» και «La Canzone della bambina portoghese».
Ακολούθησαν σπουδαίοι δίσκοι, όπως το Via Paolo Fabbri 43 (1976) —το οποίο περιείχε το καυστικό «L’avvelenata», μια απάντηση στις αρνητικές κριτικές του Ρικάρντο Μπερτοντσέλι— το Amerigo (1978) με το διάσημο «Eskimo», το Metropolis (1980), το Signora Bovary (1987) και το Ritratti (2004), το οποίο σκαρφάλωσε στην κορυφή των ιταλικών charts.
Συνολικά, στην πεντηκονταετή μουσική του πορεία ηχογράφησε 16 στούντιο άλμπουμ, 6 ζωντανές ηχογραφήσεις και πολυάριθμες συλλογές, με κύριο όργανο την ακουστική του κιθάρα και τη χαρακτηριστική βαρύτονη φωνή του.
«φωνή της αλήθειας»
Ο Φραντσέσκο Γκουτσίνι θεωρήθηκε από τον βραβευμένο με Νόμπελ Ντάριο Φο ως η «φωνή της αλήθειας». Οι στίχοι του, γεμάτοι από λογοτεχνικές και φιλοσοφικές αναφορές (από τον Μπόρχες, τον Θερβάντες και τον Λεοπάρντι μέχρι τον Μπομπ Ντίλαν, τον Σάλιντζερ και τη Βίβλο), χρησιμοποιήθηκαν στα ιταλικά σχολεία ως υποδείγματα σύγχρονης ποίησης.
Πολιτικά, ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν ως αναρχικός, φιλελεύθερος και οπαδός της παράδοσης του Κόμματος Δράσης (Partito d’Azione), εκφράζοντας την αντίθεσή του στον σταλινισμό. Ασχολήθηκε με μείζονα κοινωνικά ζητήματα της εποχής του:
- Καταδίκασε τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία («La primavera di Praga»).
- Υποστήριξε το δικαίωμα στην άμβλωση («Piccola storia ignobile»).
- Τίμησε τη μνήμη του Τσε Γκεβάρα («Canzone per il Che», «Stagioni») και του Κάρλο Τζουλιάνι («Piazza Alimonda»).
Παράλληλα, τόνιζε σταθερά ότι η τέχνη δεν πρέπει να υποτάσσεται σε ιδεολογικές ταυτότητες και ότι τα τραγούδια από μόνα τους δεν κάνουν επαναστάσεις.
Ο συγγραφέας, ο ηθοποιός και οι επιστημονικές διακρίσεις
Πέρα από τη μουσική, ο Γκουτσίνι υπήρξε ένας πολυγράφους δημιουργός:
- Λογοτεχνία: Δημοσίευσε την αυτοβιογραφική τριλογία Cròniche Epafàniche (1989), Vacca d’un cane (1993) και Cittanòva blues, ενώ συνέγραψε σειρά αστυνομικών νουάρ μυθιστορημάτων με τον Λοριάνο Μακκιαβέλι.
- Γλωσσολογία & Κόμικς: Συνέταξε το Λεξικό της διαλέκτου της Παβάνα και έγραψε σενάρια για κόμικς (όπως τα Lo sconosciuto και Cronache dello spazio profondo).
- Κινηματογράφος: Συμμετείχε ως ηθοποιός σε ταινίες όπως το Fantasia, ma non troppo, per violino (1976), Radiofreccia (1998) του Ligabue, καθώς και σε παραγωγές του Λεονάρντο Πιερατσιόνι.
Η συνεισφορά του αναγνωρίστηκε με κορυφαίες διακρίσεις: ανακηρύχθηκε Αξιωματικός του Τάγματος της Αξίας της Ιταλικής Δημοκρατίας από τον Πρόεδρο Τσιάμπι (2004), έλαβε τιμητικά πτυχία από τα Πανεπιστήμια της Μπολόνια, της Μόντενα και της Ρώμης, καθώς και πολλαπλά βραβεία Tenco.
Είναι αξιοσημείωτο ότι το όνομά του δόθηκε στον αστεροειδή 39748 Guccini, στο υποείδος πεταλούδας Parnassius mnemosyne guccinii και στο είδος κάκτου Corynopuntia guccinii.
