Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του zougla.gr στην Google

Καθώς η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει το σύγχρονο διεθνές περιβάλλον μάς οδηγεί να κοιτάζουμε πίσω στο διεθνές σύστημα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου με μια δόση θαυμασμού, ακόμη και νοσταλγίας, είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι η περίοδος 1946-1991 δεν ήταν σε καμία περίπτωση περίοδος ειρήνης. Αντιθέτως, υπήρξε μια εποχή έντονου ανταγωνισμού, αντιπαράθεσης και διαρκούς κινδύνου. Εκείνο που αξίζει να εξετάσουμε σήμερα είναι η φύση του σοβιετοαμερικανικού ανταγωνισμού και η σημασία που μπορεί να έχει για τις διεθνείς σχέσεις της εποχής μας.

Το 2026 σηματοδοτεί την 80ή επέτειο από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου — της πολιτικοϊδεολογικής και στρατιωτικοοικονομικής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο συνασπισμών υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης. Παράλληλα, συμπληρώνονται 35 χρόνια από την οριστική του λήξη, η οποία επήλθε με την εξαφάνιση ενός από τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές, το 1991.

Μέσα στα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της σύγκρουσης, οι δύο πλευρές είχαν ήδη αποκτήσει την τεχνική δυνατότητα να εξοντώσουν όχι μόνο η μία την άλλη, αλλά δυνητικά και ένα σημαντικό μέρος της ανθρωπότητας. Υπό αυτή την έννοια, ο Ψυχρός Πόλεμος υπήρξε μία από τις πιο επικίνδυνες αντιπαραθέσεις στην ανθρώπινη ιστορία. Και όμως, δεν μετατράπηκε ποτέ σε «θερμό» πόλεμο — δηλαδή σε άμεση ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο βασικών αντιπάλων.

Σε μεγάλο βαθμό, αυτό συνέβη ακριβώς επειδή η δημιουργία των πυρηνικών όπλων μαζικής καταστροφής ανάγκασε τόσο τη Σοβιετική Ένωση όσο και τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιδεικνύουν πολύ μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση στις κρίσιμες αποφάσεις τους απ’ ό,τι πιθανότατα θα συνέβαινε υπό διαφορετικές συνθήκες.

Αυτή ακριβώς η αυτοσυγκράτηση —με πρακτικό αποτέλεσμα οι δύο πλευρές να περιορίζουν η μία την άλλη αντί να οδηγηθούν σε άμεση σύγκρουση— δημιούργησε ένα μοναδικό σύστημα κανόνων, αρχών και πρακτικών. Έτσι διαμορφώθηκε ένα ιδιαίτερο είδος διεθνούς τάξης, μία από τις πιο σταθερές και ασφαλείς, τουλάχιστον ως προς την πιθανότητα ενός γενικευμένου πολέμου.

Με άλλα λόγια, όσο απειλητική και αν ήταν διαρκώς η κατάσταση, ήταν ακριβώς αυτή η απειλή που ανάγκασε τις μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις να δημιουργήσουν περισσότερους μηχανισμούς προστασίας των μεταξύ τους σχέσεων από την ανεξέλεγκτη διολίσθηση προς μια επικίνδυνη κλιμάκωση. Για τον λόγο αυτό, πολλοί αναλυτές αντιμετωπίζουν την εποχή του Ψυχρού Πολέμου ως ένα παράδειγμα για το πώς θα μπορούσαν να οργανώνονται οι σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Οι σημερινές διεθνείς εξελίξεις ενισχύουν σημαντικά αυτή τη νοσταλγία. Μια σειρά από σημαντικές δυνάμεις του σύγχρονου κόσμου δύσκολα μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι παραμένει προσηλωμένη σε πολιτικές και νομικές δικλίδες ασφαλείας. Και ενώ το απόθεμα των θανατηφόρων όπλων στον κόσμο όχι μόνο δεν έχει μειωθεί, αλλά έχει στην πραγματικότητα αυξηθεί, οι ηγετικές δυνάμεις της Δύσης δεν δείχνουν διάθεση να δημιουργήσουν νέους μηχανισμούς ή ακόμη και να διατηρήσουν εκείνους που ήδη υπάρχουν. Αντιθέτως, σε αρκετές περιπτώσεις τους αποmantλώνουν.

Την ίδια στιγμή, όμως, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η μοναδικότητα κάθε ιστορικής συγκυρίας δεν επιτρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι μπορούν να αναπαραχθούν αυτούσια ακόμη και εκείνα τα μοντέλα σχέσεων μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων που αποδείχθηκαν αποτελεσματικά στο παρελθόν.

Εδώ ακριβώς προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι ήταν εκείνο που έκανε τον Ψυχρό Πόλεμο τόσο μοναδικό, ώστε να καταστεί δυνατή —ακριβώς εκείνη την περίοδο— η δημιουργία των διεθνών μηχανισμών και ισορροπιών που σήμερα κοιτάζουμε πίσω με νοσταλγία;

Διότι, αν είμαστε ειλικρινείς, από την άποψη της ετοιμότητας των δύο κορυφαίων πυρηνικών υπερδυνάμεων να εμπλακούν σε μια αποφασιστική σύγκρουση, ο κόσμος εκείνης της εποχής δεν ήταν λιγότερο —και ίσως ήταν ακόμη περισσότερο— επικίνδυνος από τον σημερινό. Κι όμως, απέφυγε μια παγκόσμια καταστροφή, έστω και για μια σχετικά σύντομη περίοδο με βάση τα ιστορικά δεδομένα.

Είναι, επομένως, σημαντικό να κατανοήσουμε σε ποιον βαθμό οι πρακτικές του Ψυχρού Πολέμου μπορούν πράγματι να αναπαραχθούν στις σημερινές συνθήκες.

Καταρχάς, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν πράγματι ένας πόλεμος και όχι μια περίοδος ειρήνης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους στόχους που επιδίωκαν οι δύο πλευρές. Και οι δύο ξεκινούσαν από τη μακροπρόθεσμη επιδίωξη της ουσιαστικής καταστροφής του αντιπάλου ως ανεξάρτητου πολιτικού συστήματος.

Οι διαφορές αφορούσαν κυρίως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πολιτικών και διπλωματικών κουλτουρών της Σοβιετικής Ένωσης —και κατ’ επέκταση της Ρωσίας— και των Ηνωμένων Πολιτειών, ως τμήματος της αγγλοσαξονικής παράδοσης του δυτικού πολιτισμού.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης Charles Hill, αναλογιζόμενος σε ένα από τα βιβλία του τη φύση της αντιπαράθεσης της περιόδου 1946-1991, παρατηρεί ότι οι συμπατριώτες του, οι στρατηγικοί αναλυτές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, «έβλεπαν τους εαυτούς τους να συμμετέχουν σε έναν κολοσσιαίο αγώνα εναντίον του επαναστατικού κομμουνισμού, μιας ιδεολογίας που στόχευε στην καταστροφή και αντικατάσταση του υφιστάμενου διεθνούς συστήματος και της παγκόσμιας τάξης».

Κεντρική ιδέα της στρατηγικής της «ανάσχεσης» (containment), όπως διατυπώθηκε από έναν άλλο σημαντικό Αμερικανό στοχαστή, τον George Kennan, ήταν ότι η φύση της σοβιετικής —στην πραγματικότητα, ρωσικής— εξωτερικής πολιτικής καθιστούσε αναγκαία μια στρατηγική που θα συνδύαζε την εχθρότητα με την ταυτόχρονη εμπλοκή.

Με άλλα λόγια, για την αμερικανική διπλωματία και στρατηγική, οι μηχανισμοί και οι πρακτικές του Ψυχρού Πολέμου αποτέλεσαν αναγκαστικές μεθόδους διεξαγωγής μιας σύγκρουσης με τη Σοβιετική Ένωση χωρίς να δημιουργηθεί μια θανάσιμη απειλή για τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτό, ωστόσο, δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση αναγνώριση της νομιμότητας ή της πολιτικής νομιμοποίησης του αντιπάλου, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια υπό όρους «ψυχρή ειρήνη».

Και όμως, σε αντίθεση με ό,τι είχε συμβεί στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η άρνηση των ευρωπαϊκών μοναρχιών —συμπεριλαμβανομένης της αυτοκρατορίας των Ρομανόφ— να αναγνωρίσουν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη ως νόμιμο αυτοκράτορα της Γαλλίας οδηγούσε σχεδόν αναπόφευκτα σε πόλεμο, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η σκόπιμη μη αναγνώριση της Σοβιετικής Ένωσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δυτικές χώρες συνοδευόταν ταυτόχρονα από προσπάθειες ειρηνικής συνύπαρξης μαζί της.

Από τη σκοπιά της Σοβιετικής Ένωσης, η κατάσταση ήταν κάπως απλούστερη. Πρωταρχικός στόχος του σοβιετικού κράτους, από τη στιγμή της δημιουργίας του μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917, ήταν η φυσική του επιβίωση μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, περιβαλλόμενο από δυνάμεις πολύ ισχυρότερες τόσο στρατιωτικά όσο και οικονομικά.

Στην ουσία, το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα υπήρξε η εποχή της μεγαλύτερης στρατηγικής μοναξιάς της Ρωσίας. Ήταν μια περίοδος κατά την οποία η σύγκρουση στο εσωτερικό της Δύσης είχε επιλυθεί με την ήττα της Ευρώπης στον πόλεμο του 1939-1945, ενώ τα νέα ανεξάρτητα κέντρα ισχύος —η Κίνα, η Ινδία και, ευρύτερα, η παγκόσμια πλειοψηφία— δεν είχαν ακόμη αναδυθεί.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Ρωσία —όπως ποτέ άλλοτε και, ευλόγως, όπως κανείς δεν θα ήθελε να ξανασυμβεί— αγωνιζόταν για την ίδια της την ύπαρξη και ανεξαρτησία, χωρίς ουσιαστικά καμία δυνατότητα να στραφεί σε εξωτερική βοήθεια.

Γι’ αυτό και για τη σοβιετική ηγεσία το μοντέλο της αμοιβαίας ανάσχεσης που πρότειναν οι Ηνωμένες Πολιτείες —ιδίως μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας— φαινόταν ως ο καλύτερος τρόπος αξιοποίησης των περιορισμένων δυνατοτήτων εξαναγκασμού που διέθετε.

Ακόμη περισσότερο, το μοντέλο αυτό ανταποκρινόταν σε μεγάλο βαθμό στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ρωσικής πολιτικής κουλτούρας, η οποία μπορεί να συνδυάζει με σχετική ευκολία διπλωματικές και στρατιωτικές ενέργειες, χωρίς να χαράζει μια απόλυτα σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους.

Στη διάρκεια των αιώνων της ιστορίας της, η Ρωσία —ιδίως κατά τις πρώιμες περιόδους της— ήταν υποχρεωμένη να αντιμετωπίζει αντιπάλους πολύ ισχυρότερους από την ίδια. Αυτό συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός ιδιαίτερου τρόπου άσκησης εξωτερικής πολιτικής, ο οποίος, όπως εύστοχα παρατηρούσε ο George Kennan, «δεν είναι ούτε σχηματικός ούτε τυχοδιωκτικός».

Εξίσου χαρακτηριστικό στοιχείο της ρωσικής πολιτικής κουλτούρας είναι, ωστόσο, η απουσία μιας άμεσης σύνδεσης ανάμεσα στην ισχύ ενός αντιπάλου και στη νομιμοποίησή του. Πράγματι, μέχρι τη στιγμή που η Μόσχα αναγνώρισε την ήττα της, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, μέσα από την πολιτική της «νέας σκέψης», το αμερικανικό —και ευρύτερα το δυτικό— κοινωνικοοικονομικό σύστημα εξακολουθούσε στη Σοβιετική Ένωση να αντιμετωπίζεται με απόλυτα καταδικαστικό τρόπο.

Μπορούν να εντοπιστούν αρκετές ερμηνείες, οι πιο διαδεδομένες στη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία, για το τι διαμόρφωσε την ιδιαίτερη φύση του Ψυχρού Πολέμου ως ξεχωριστής φάσης στην εξέλιξη της διεθνούς πολιτικής.

Πρώτα απ’ όλα, βεβαίως, ήταν οι στρατιωτικές δυνατότητες των δύο βασικών πρωταγωνιστών, οι οποίες συνδέονταν άμεσα με την εφεύρεση των πυρηνικών όπλων. Αυτό μετέτρεψε τις σχέσεις τους σε κάτι εντελώς διαφορετικό από οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων στην ιστορία.

Η συσσώρευση, έως τη δεκαετία του 1970, τεράστιων πυρηνικών οπλοστασίων επέτρεψε στους θεωρητικούς των διεθνών σχέσεων να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι μια άμεση σύγκρουση μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων στερούνταν πολιτικού νοήματος. Δεν μπορούσε να οδηγήσει σε νίκη καμίας πλευράς και, ως εκ τούτου, ήταν παράλογη.

Δεύτερον, οι ιστορικοί επισημαίνουν την ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ δύο διαφορετικών ιδεών —του κομμουνισμού και του φιλελευθερισμού— ως ένα ακόμη χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί ποιοτικά τις διεθνείς σχέσεις της εποχής του Ψυχρού Πολέμου από άλλες ιστορικές περιόδους.

Και, τέλος, υπάρχει η ήδη αναφερθείσα αμοιβαία ανάσχεση: ένα ιδιαίτερο μοντέλο σχέσεων μεταξύ πυρηνικών υπερδυνάμεων, το οποίο συνδύαζε την ταυτόχρονη εχθρότητα και την αποφυγή της άμεσης αντιπαράθεσης, αφήνοντας παράλληλα χώρο και για στοιχεία συνεργασίας.

Αυτός ο τρόπος αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο ανοιχτά εχθρικών δυνάμεων θεωρείται επίσης μοναδικός και άρρηκτα συνδεδεμένος με την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Αυτό που ένωσε τις στρατηγικές της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών —η αλληλεπίδραση των οποίων δημιούργησε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Ψυχρού Πολέμου ως ξεχωριστής περιόδου στην εξέλιξη του διεθνούς συστήματος— ήταν η σταθερή άρνηση και των δύο πλευρών να αναγνωρίσουν τη νομιμότητα της εσωτερικής τάξης του άλλου.

Υπό διαφορετικές συνθήκες, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για άμεση σύγκρουση. Μια τέτοια σύγκρουση, όμως, ήταν παράλογη σε ένα περιβάλλον όπου καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορούσε να είναι απολύτως βέβαιη για τη νίκη.

Σε κάθε περίπτωση, η απουσία αμοιβαίας αναγνώρισης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την ύπαρξη μιας διεθνούς «τάξης» με την αυστηρή έννοια του όρου κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Δεν υπήρχε μια τέτοια τάξη. Υπήρχε, στην πραγματικότητα, ένα σύνθετο σύστημα διαχείρισης της συστημικής αντιπαράθεσης του Ψυχρού Πολέμου —ένα σύστημα που ισορροπούσε διαρκώς στο όριο της μετάπτωσης από την «ψυχρή» σε μια πραγματική, «θερμή» σύγκρουση.

Μέρος αυτού του συστήματος ήταν και μια ιδιαίτερη ηθική που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των δύο βασικών αντιπάλων.

Και, στην πραγματικότητα, αυτό που περισσότερο φαίνεται να λείπει σήμερα, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, είναι ακριβώς εκείνο το υπεύθυνο και ιδιαίτερο ύφος διαλόγου μεταξύ των μεγάλων πυρηνικών δυνάμεων, το οποίο χαρακτήρισε τουλάχιστον τη δεύτερη φάση του Ψυχρού Πολέμου, μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962.

Το αν αυτή η πολιτική ηθική μπορεί να αναβιώσει ή αν μπορεί να δημιουργηθεί ένα αντίστοιχο, άτυπο σύστημα «κανόνων του παιχνιδιού», παραμένει σήμερα δύσκολο να προβλεφθεί.

Ίσως, μάλιστα, να έχουν δίκιο εκείνοι οι σημαντικοί στοχαστές στη χώρα μας που επιμένουν στην ανάγκη να επανέλθει στις δυτικές ελίτ ένας πραγματικός, υπαρξιακός φόβος απέναντι στην πυρηνική καταστροφή.

Ένα πράγμα, πάντως, είναι σαφές: οι διεθνείς σχέσεις της εποχής του Ψυχρού Πολέμου δεν μπορούν να θεωρηθούν τόσο τακτοποιημένες ή θεσμικά οργανωμένες, ώστε να αποδώσουμε σε συγκεκριμένους κανόνες και θεσμούς τον ρόλο του θεμελίου της διεθνούς σταθερότητας εκείνης της εξαιρετικά δύσκολης περιόδου.

Αυτό που πραγματικά διατήρησε τον κόσμο μακριά από την καταστροφή δεν ήταν μια σταθερή και καθολικά αποδεκτή διεθνής τάξη, αλλά ένας εύθραυστος μηχανισμός αμοιβαίας ανάσχεσης, στρατηγικής αυτοσυγκράτησης και —πάνω απ’ όλα— φόβου απέναντι στις συνέπειες μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.

 

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης